Αφού παραδοθήκαμε, γιατί συνεχίζουν, με λύσσα, να χτυπάνε; Της Νίκης Γιάνναρη

Αφού παραδοθήκαμε, γιατί συνεχίζουν, με λύσσα, να χτυπάνε; Της Νίκης Γιάνναρη

  • |

«Μια ανεπανάληπτη εικόνα του παρελθόντος

κινδυνεύει να χαθεί

οποτεδήποτε το παρόν

δεν αναγνωρίζει τον εαυτό του ως στόχο του συγκεκριμένου παρελθόντος».

Βάλτερ Μπένγιαμιν

Θα περιγράψω έναν φεισμπουκικό διάλογο μεταξύ δύο «ανθρώπων του πνεύματος» που πολέμησαν με επιμονή και συνέπεια την πολιτική αισθητική – και όχι μόνον – της προηγούμενης κυβέρνησης. Μετά τα γεγονότα της 6ης Δεκέμβρη, η πρώτη, διακόπτει τη συνέχεια των ειρηνικών, καλλιτεχνικών, ζωόφιλων και βιβλιόφιλων αναρτήσεών της αναρτώντας (σοκ) τη γνωστή φωτογραφία της Τατιάνας Μπόλαρη με την εξής λεζάντα:

«ΟΛΗ Η ΦΡΙΚΗ ΣΕ ΑΥΤΗ ΤΗΝ ΕΙΚΟΝΑ, δεν υπάρχει τίποτα άλλο»

Ο φιλελεύθερος σύμμαχος και συνομιλητής της, προφανώς αιφνιδιασμένος από την ανάρτηση, απαντά:

«Δεν είναι έτσι. ¨Όπως γνωρίζεις, η εικόνα είναι στιγμιαία, και ξεγελά. Στο σχετικό video, 00:30, βλέπουμε πως είναι προσπάθεια να γίνει μια σύλληψη, πιάνουν τον προσαγόμενο από το ρούχο αυτός προσπαθώντας να ξεφύγει αφήνει το ρούχο του στα χέρια των αστυνομικών. Ούτε τον γδύνουν, ούτε εφαρμόζουν βία περισσότερη από ό,τι σε μια σύλληψη. στο ίδιο video, 00¨8, υπάρχει μια πραγματικά βίαια σκηνή – που για αυτήν χρεικάζεται σκληρό πειθαρχικό: ο διαδηλωτής είναι κάτω, δεν μπορεί να αντισταθεί, τον χτυπούν αναίτια.
https://www.youtube.com/watch?v=GhTXM0T2e-k…»»

Η εικόνα ξεγελά, της υπενθυμίζει στην αρχή, ησύχασε, δεν είναι έτσι, υπάρχουν ακόμα νόμοι, άλλο που μερικές φορές εφαρμόζονται σκληρά. Στη συνέχεια όμως, ο ίδιος, και χωρίς να χρειαστεί αντίλογος, αναγκάζεται να παραδεχτεί, πως ναι μεν υπήρξε παρανομία, αλλά αυτή έγινε μέσα στο κράτος δικαίου, την ώρα, μάλιστα, που το κράτος δικαίου προσπαθούσε να εφαρμόσει το νόμο και γι΄αυτό «χρειάζεται σκληρό πειθαρχικό» που θα μας διαβεβαιώσει πως ζούμε ακόμη με νόμους και πως το κράτος δικαίου δεν έχει καταλυθεί. Παραδοχή, ωστόσο, που δεν καταφέρνει, όπως φαίνεται, να καθησυχάσει τη συνομιλήτριά του η οποία και επανέρχεται: «Θα το δω», απαντά, «πάντως έχω φρικάρει»».

Ο εν λόγω διάλογος, μ’ έναν τρόπο συναντά και το ερώτημα που έβαλε στο δημόσιο διάλογο και ο Στρατής Μπουρνάζος με αφορμή αυτή τη φωτογραφία. (Διαμαρτυρόμαστε όλο οι ίδιοι, λέει ο Στρατής, κι αναρωτιέται «γιατί, δεν διαμαρτύρονται, μπροστά σ΄αυτήν την εικόνα, ανομίας αυτοί που πιστεύουν στους νόμους και στους θεσμούς;»)

Να λοιπόν που υπάρχουν άνθρωποι που βρίσκονται από την πλευρά της τάξης οι οποίοι, αν και δεν διαμαρτύρονται, τουλάχιστον δυσφορούν και «φρίττουν» (sic) μπροστά σ΄ αυτήν την εικόνα. Που σημαίνει πως έστω μετά από προσπάθεια και έστω λειψά, κατάφεραν να την αντικρύσουν:

Ο διαδηλωτής είναι κάτω, δεν μπορεί να αντισταθεί, τον χτυπούν αναίτια.

«Παραδίδομαι…φώναζε, τον έδερναν με γκλομπς όταν ήταν πεσμένος….φρίκη…

Επωδοί του διαλόγου, οι οποίες μας ξαναλένε την εικόνα, μας κάνουν να επιστρέψουμε σ΄αυτήν, στη δριμύτητα και τις σημασίες της, να την κοιτάξουμε και να δούμε πως δείχνει αυτό που λέει: κι αυτό που λέει και αυτό που δείχνει είναι πως υπάρχει ανομία.

Καθεστώς εξαίρεσης: Από τους μετανάστες στους διαβάτες των Εξαρχείων

Έχω τη γνώμη – κυρίως μετά την γνωστή ανακοίνωση του Χρυσοχοΐδη – πως διανύουμε μια περίοδο κατά την οποία η κρατική εξουσία θέλει να δείξει σε όλους, απροκάλυπτα και εξωφρενικά, πως δεν διστάζει να αναστείλει – σε δημόσια θέα – το νόμο.

Γι΄αυτό και επιδεικνύει τον τελευταίο καιρό, το καθεστώς που εφαρμόζει. Γι΄αυτό και «παράγει», με πρωτοφανή ένταση και « δείχνει» με αξιοζήλευτη επιμονή τις εικόνες αυτές.

Σε αντίθεση με εκείνες της δολοφονία της Ζακι και του Φύσσα, όπου η κρατική εξουσία προσπάθησε να κρύψει, οι νέες εικόνες, που μαρτυρούν την επαναλαμβανόμενη ανομία, θα ‘λεγε κανείς πως, σχεδόν, «διαφημίζονται» απ΄την πλευρά της εξουσίας : Τα ΜΑΤ κακοποιούν, αυθαιρετούν, επιτίθενται και βρίζουν σε κοινή θέα, όχι μόνον διαδηλωτές, αλλά και κατοίκους ή περαστικούς των Εξαρχείων.

Καταγγελίες επί καταγγελιών περιγράφουν εξωφρενικές πρακτικές οι οποίες όχι μόνο δεν εφαρμόζονται «εν κρυπτώ και παραβύστω» αλλά, αντίθετα, φωτίζονται, θα έλεγε κανείς, από τους προβολείς της εξουσίας ώστε να γίνουν απ΄όλες και όλους ορατές.

Πρακτικές πρωτοφανείς στην έκταση και την αυθαιρεσία τους για τις οποίες, η κρατική εξουσία, μοιάζει να μην αισθάνεται καθόλου την ανάγκη να απολογηθεί ή να τις μετριάσει αλλά αντίθετα τις οξύνει, καθώς την ώρα που μας τις δείχνει, μας λέει πως δεν βλέπουμε καλά.

Την ώρα που η κυβέρνηση κόπτεται για το νόμο ή «διορθώνει» τις παρανομίες (ψεύτικα βιογραφικά, αντικαπνιστικός νόμος) διευρύνει, σε ένα άλλο πεδίο, το καθεστώς εξαίρεσης.

Από τους κατοίκους των καταλήψεων, τους εγκλωβισμένους πρόσφυγες, τη στέρηση ΑΜΚΑ σε μεγάλες ομάδες «ανεπιθύμητου» πληθυσμού, μέχρι τις κουβέντες για «λαθρομετανάστες», «ασφαλή ξερονήσια» και κλειστά κέντρα κράτησης, η κατάσταση εξαίρεσης αγγίζει πια όσους περνούν απ΄ τα Εξάρχεια.

Η εικόνα αυτή, όπως και άλλες αντίστοιχες, είναι και υλικό μιας μορφής διακυβέρνησης. Η εξουσία τις παράγει για να τις δούμε καλά. Για να εμπεδώσουμε το καθεστώς αυθαιρεσίας. Για να συνηθίσουμε την ανομία φίλοι και εχθροί. Για να εξοικειωθούμε με τη φρίκη. Καθώς αυτό το οποίο η εικόνα μαρτυρά είναι πως αυτό που συμβαίνει εκεί, μπροστά στα μάτια μας, δεν αφορά μια στιγμή παρανομίας του κράτους ( ένα «όργανο» που «ξέφυγε») αλλά μια στιγμή κατά την οποία, το ίδιο το κράτος, δείχνει (κι ας μην το ομολογεί) πως έχει αποφασίσει να αναστείλει το νόμο.

Έχουμε ευθύνη να κοιτάξουμε αυτήν την εικόνα μαζί με τις άλλες, των ανθρώπων χωρίς χαρτιά, χωρίς ΑΜΚΑ, της Ζάκι, του Φύσσα, των άστεγων, των αόρατων του κόσμου. Έχουμε ευθύνη να τις διαφυλάξουμε όχι για να συνηθίσουμε τη φρίκη τους αλλά, «αναγνωρίζοντας πως στοχεύει» σ’ εμάς, στο παρόν μας και στο μέλλον μας, να κάνουμε τα πάντα ώστε να εμποδίσουμε να επαναληφθούν.

Έχουμε, επίσης, ευθύνη, εντός νόμου ή ακόμα και στο κενό νόμου που η ίδια η εικόνα «μας παραχωρεί», να παράγουμε δικές μας που θα καταφέρουν ρήγματα στην κυριαρχία της : Μικρές, ελάχιστες, μεγάλες εικόνες. Εικόνες αντίβαρα, εικόνες αντίστασης που δοξάζουν τη ζωή, την ελευθερία και την αξιοπρέπεια.

Γιατί κάθε εικόνα, ακόμη και η πιο ασήμαντη μπορεί, υπό όρους, να καταλύσει αυτή τη φρίκη: Το καθεστώς εξαίρεσης που γίνεται κανόνας.

http://alterthess.gr/