Μπάτσοι, κουμμούνια, παλιοχαρακτήρες

Μπάτσοι, κουμμούνια, παλιοχαρακτήρες

  • |

Ντελαπάραμε στο ίσωμα κανονικά, τουτέστιν επιστρέψαμε στην κανονικότητα, τρομάρα μας. Στις πατροπαράδοτες αξίες, τους τύπους και τους κανόνες. Πατρίς, θρησκεία, οικογένεια, πά’ να πει, και υπεράνω όλων οι δυνάμεις ασφαλείας. Δεν σηκώνουμε πλέον μύγα στο σπαθί μας και τον παραμικρό υπαινιγμό εναντίον τους.

Δημήτρης Νανούρης

Οι ασεβείς δέον όπως οδηγούνται στην πυρά. Καλή ώρα η Νίνα Κασιμάτη που τόλμησε να θίξει τα ιερά και τα όσια και κυνηγήθηκε σαν μάγισσα του Μεσαίωνα από τους μάγιστρους της Νου Δου, οι οποίοι διατείνονται πως συνομιλούν με το μέλλον. Σχολίασε η καψερή το άστοχο «σουπεράκι» της ΕΡΤ, που, εν όψει χειμερινής μεταγραφικής περιόδου, μετακόμιζε την Ντόρα Μπακογιάννη στην Κουμουνδούρου, χαρακτηρίζοντάς τη «βουλευτή ΣΥΡΙΖΑ». Αδραξε την ευκαιρία, λοιπόν, να καυτηριάσει ταυτοχρόνως την περιλάλητη αναδιοργάνωση του κόμματός της, γράφοντας ειρωνικά στα μέσα αντικοινωνικής δικτύωσης: «Η διεύρυνση γκαζώνει».

Ιεροσυλία δεν της πέρασε καν απ’ το μυαλό ότι διαπράττει, αλατοπιπερώνοντας τη φράση με την τετριμμένη ρίμα «μπάτσοι, γουρούνια, δολοφόνοι». Ποιος είδε τον Γιαραμπή και δεν τον φοβήθηκε. Με αστραπιαία αντανακλαστικά αντέδρασε πρώτος, ποιος άλλος απ’ τον Μπογδάνο, όστις αξίωσε από τον Τσίπρα τη διαγραφή της. Ακολούθησε μερίδα του συστημικού Τύπου, ενώσεις αστυνομικών και σύσσωμη η κοινοβουλευτική ομάδα της Πειραιώς με επικεφαλής τον πρόεδρο της Βουλής, απαιτώντας την κεφαλή της επί πίνακι. «Je suis Bogdan στου νου μας την οθόνη», διακήρυξαν ομοθυμαδόν, χωρίς –προς Θεού– να προσθέσουν τη δημοφιλή όσο και αυτονόητη επωδό. Το «μπάτσοι, γουρούνια, δολοφόνοι (ΜΓΔ)», ντε. Λυτοί και δεμένοι έπεσαν πάνω της να την κατασπαράξουν και μόνο ο πολύς Πολλάκις την υπερασπίστηκε, προτάσσοντας τα ευρύστερνα στήθη και το ιπποτικό του ταμπεραμέντο.

Νισάφι πια! Μπαΐλντισε στο τέλος η δόλια και εξαναγκάστηκε να ζητήσει συγγνώμη από κάθε πικραμένο. Μα, πού ακούστηκε να προκαλεί τέτοιο αποτροπιασμό παρ’ ημίν εν έτει 2020 το πιο κοινό, παγκόσμιο κλισέ. Δάνειο από το αμερικανικό και ευρωπαϊκό ’68 και με νωπές της μνήμες του Πολυτεχνείου, το πρωτοφωνάζουν οι αναρχικοί αμέσως μετά τη μεταπολίτευση, αλλά έχει περιορισμένη αποδοχή, αφού προσκρούει στον ηθικό καθωσπρεπισμό ακόμα και οργανώσεων της άκρας Αριστεράς. Πρέπει να μεσολαβήσουν οι στυγνές δολοφονίες του μαθητή Σιδέρη Ισιδωρόπουλου, του γιατρού Τσιρώνη, των Κουμή – Κανελλοπούλου και, προπαντός, του νεαρού Μιχάλη Καλτεζά για να κυριαρχήσει σε διαδηλώσεις, γήπεδα και βαθμηδόν σε ευρύτερα στρώματα του πληθυσμού. Η εν ψυχρώ δολοφονία του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου το βάζει σε εκατομμύρια χείλη, ώσπου μετατρέπεται σε λαοφιλές ρεφρέν σουρεαλιστικών συνθέσεων. Οπως το σύνθημα «Αλήτες, ρουφιάνοι, δημοσιογράφοι» δεν χρεώνει τις ως άνω υποτιμητικές ιδιότητες σε άπαντες τους εκπροσώπους των δύο κλάδων, απηχεί ωστόσο τη γενικότερη αντίληψη της κοινωνίας γι’ αυτούς.

Ακολουθεί πρόχειρη σταχυολόγηση της παραγωγής που ξεκίνησε τον Δεκέμβριο του 2008: «15χρονος νεκρός, το μίσος μεγαλώνει, ΜΓΔ • Και τώρα ένα σύνθημα που όλους μας ενώνει, ΜΓΔ • Με κυνηγάνε τα ρουνά [μπασκίνες στην καλιαρντή] κι η γόβα με πληγώνει, ΜΓΔ • Να πέσει η κυβέρνηση από το μπαλκόνι, ΜΓΔ • Ερχονται Χριστούγεννα, αλλά δεν ρίχνει χιόνι, ΜΓΔ • Οταν κάνω μπάνιο, βουλώνει το σιφόνι, ΜΓΔ • Την παίρνω στο τηλέφωνο κι αυτή δεν το σηκώνει, ΜΓΔ • Εχω διάβασμα τρελό κι η ύλη δεν τελειώνει, ΜΓΔ • Ο Τσακ Νόρις μάγκες μου ποτέ του δεν κωλώνει, ΜΓΔ • Το καλοκαίρι έφτασε, θα φάμε και πεπόνι, ΜΓΔ • Ψάχνουμε ένα σύνθημα σε “-όνι” να τελειώνει, ΜΓΔ» κ.ο.κ.

efsyn.gr