Η συνταγή της ευτυχίας

Η συνταγή της ευτυχίας

  • |

Έτριψε τη μέση της με θερμαντική αλοιφή και κάθισε στον καναπέ. Ισια η πλάτη, σωστή στάση σώματος. Ήταν πολύ κουρασμένη, αλλά και χαρούμενη.

Δεύτερο συνεχόμενο απόγευμα μετά τη δουλειά είχε πέσει με τα μούτρα στη ζαχαροπλαστική. Γιορτές έρχονταν, ήθελε να κάνει γλυκά. Μπορούσε να τα αγοράσει, έτσι έλεγε κάθε χρόνο. Την επόμενη φορά θα πάω στον φούρνο ή στο ζαχαροπλαστείο. Και για άλλη μία χρονιά δεν το έκανε.

Αρχοντία Κάτσουρα

Πρωί πρωί του Σαββάτου πήγε στο σουπερμάρκετ: βούτυρο αγελάδος, ζάχαρη, απλή και άχνη, βανίλιες, αμύγδαλα ωμά ανάλατα, κανέλα τριμμένη και γαρίφαλο, μαγειρική σόδα και μπέικιν πάουντερ. Αλεύρι είχε πολύ, μέλι της είχαν φέρει, ελαιόλαδο καλό είχαν από τη μικρή οικογενειακή παραγωγή. Είκοσι δέντρα όλα κι όλα, αλλά το θαύμα τους το έκαναν.

Ζυμώματα, ψησίματα, μελώματα, αχνίσματα, ώρες ατελείωτες μέσα στην κουζίνα. Θόλωσαν και τα τζάμια από τη ζέστη του φούρνου κι εκείνη στην καρδιά του Δεκεμβρίου δούλευε ξεμανίκωτη και κατακόκκινη από τον κάματο.

Άσε τα πλυσίματα μετά: μίξερ, ταψιά, κατσαρόλια, τρίφτες και λεμονοστίφτες… Στο άλλο δωμάτιο έπαιζε η τηλεόραση. Ούτε που καταλάβαινε τι άκουγε. Πήγε και την έκλεισε. Δεν ήθελε να ακούει, δεν ήθελε να βλέπει. Είχε απαυδήσει από τις ειδήσεις της «κανονικότητας» και της «βίαιης αναγκαστικότητας». Κοίταξε λίγο το δεντράκι της, που αναβόσβηνε πολύχρωμο και παιδικό.

Δεν ήταν από τα τέλεια δέντρα που ακολουθούν τις «τάσεις» της διακόσμησης, δεν έμοιαζε με άλλο. Το στόλισε μαζί με τις ανιψιές της, που ήρθαν να «βοηθήσουν». Εκείνη τους το είχε ζητήσει. Πρώτη φορά μετά από καιρό, πρώτη φορά μετά τις απώλειες, το δέντρο στα κλαδιά του φιλοξενούσε τις χαρούμενες κραυγές των παιδιών, τα οποία ενθουσιάζονταν με τα κρεμαστά παιχνίδια που κοιμούνταν δύο χρόνια μέσα στις κούτες.

Η μυρωδιά του φούρνου την ξύπνησε: παραλίγο να κάψει το τελευταίο ταψί μελομακάρονα. Ίσα που πρόλαβε. Τα έβγαλε γρήγορα γρήγορα και τα περιέχυσε με σιρόπι.

Μετά, στον καναπέ, με μοναδικό φως από ένα μικρό λαμπατέρ και τα λαμπάκια του δέντρου, έτριβε τα χέρια και τα πόδια της που πονούσαν.

Ήθελε να ακούσει κάτι ταιριαστό για την εποχή, κάτι που να δίνει ξανά νόημα στη γιορτή. Θυμήθηκε τη χριστουγεννιάτικη ιστορία* του Χάρη και του Πάνου Κατσιμίχα, η οποία μιλούσε για τη λυπημένη και αμίλητη πολιτεία που ποτέ δεν γελούσε. Έως ότου την επισκέφθηκαν οι καλικάντζαροι.

Έκλεισε τα μάτια και έβαλε το παλιό δισκάκι. Αγαπημένο της σημείο, η ώρα που ο γεροκαλικάντζαρος, «ο Μανδρακούλος με τ’ όνομα», δίνει το σύνθημα για τον χορό τη νύχτα των Χριστουγέννων. Τον χορό και το γλέντι που οι αγέλαστοι κάτοικοι αρνούνται ότι έκαναν. Αλλά και το ρέιβ πάρτι των υποχθόνιων επισκεπτών που ήρθαν στον πάνω κόσμο καβάλα στις άσπρες χήνες τους την παραμονή. Είχαν κουραστεί, βλέπεις, τόσα χρόνια να πριονίζουν το δέντρο της Γης, να κάνουν αταξίες, και είπαν να δώσουν λίγο «άρωμα» στον κόσμο των συμφεροντολόγων ανθρώπων.

Πόσο χαρούμενο της φαινόταν εκείνο το τραγουδάκι των καλικάντζαρων, που σιγοτραγουδούσε την άλλη μέρα στο αυτοκίνητο: «Ρουμ, παπαρούμ, παπαρούμ, παπαρούνα,/τη στίβουμε και κάνουμε μαντζούνα/ και ύστερα τη βάζουμε να βράζει/δεκαοχτώ μερόνυχτα σε σιγανή φωτιά».

Κι εκεί που πάρκαρε, πριν πάρει τον ηλεκτρικό για τη δουλειά, ξαφνικά την έπιασε νευρικό γέλιο. Φαντάσου να την άκουγε κανείς να τραγουδάει αυτό το τραγούδι στον δρόμο… Και να ήταν από τους εκπροσώπους της «κανονικότητας» και της «αναγκαστικότητας».

Το λιγότερο θα την κοίταγε στραβά. Ούτε που ήθελε να φανταστεί ποιο θα ήταν το περισσότερο… Και άντε να τους εξηγήσεις ότι πρόκειται για τραγούδι από παιδικό παραμύθι.

Αλλά παρ’ όλα αυτά, συνέχισε να σιγοτραγουδάει. Είχε βρει τη συνταγή της ευτυχίας μέσα στο κλίμα της Αγέλαστης Πολιτείας: μυρωδιές από μπαχαρικά, μικρά παιδιά να στολίζουν δέντρα και το τραγούδι των καλικάντζαρων: «Ρουμ, παπαρούμ, παπαρούμ, παπαρούνα,/τη στίβουμε και κάνουμε μαντζούνα».

*«Η Αγέλαστη Πολιτεία και οι καλικάντζαροι», 1995, βιβλίο και CD εκδόσεις Καστανιώτης.

http://sioualtec.blogspot.com/