Το ύστατο σχέδιο του Γιώργου Δελαστίκ, του Θανάση Σκαμνάκη

Το ύστατο σχέδιο του Γιώργου Δελαστίκ, του Θανάση Σκαμνάκη

  • |

Στο γαλαξιακό μας σύμπαν σβήνουν μεγάλα αστέρια και το σκοτεινό απλώνει. Αλλά η μνήμη δεν εκμηδενίζεται, ακόμα και σ’ έναν κόσμο που θεωρεί την μνήμη του χρυσόψαρου κύριο προσόν του.
Ο Γιώργος Δελαστίκ ήταν ένα σπουδαίο πρόσωπο. Για τη δημοσιογραφία, λένε. Και σωστά. Αλλά ήταν σπουδαίο πρόσωπο για τη δημοσιογραφία γιατί ήταν σπουδαίο πρόσωπο για την πολιτική, δηλ. την κομμουνιστική αντίληψη για τον κόσμο. Ήταν σπουδαίος άνθρωπος, ευρυμαθής, ανοιχτός, αμφισβητίας. Γιατί ήταν μια σπουδαία προσωπικότητα, αλλά και γιατί αυτή η προσωπικότητα ευδοκίμησε μέσα σε ένα ρεύμα της ριζοσπαστικής κομμουνιστικής αναζήτησης, μαζί με ανθρώπους με τους οποίους διαμόρφωνε μια βαθύτερη συλλογικότητα, που έπαιρνε και έδινε, σ’ αυτή την ευτυχή σύμπραξη των ανιδιοτελών ανθρώπων. Κι έτσι το πιο ουσιαστικό έργο της ζωής του, νομίζω, ήταν η στράτευσή του στην κομμουνιστική υπόθεση και στην αναζήτηση της. Αυτό είναι εκείνο που δεν βλέπουν κι ούτε θέλουν να βλέπουν εκείνοι που τον θαύμαζαν ή τον εκτιμούσαν (και τους τιμά περισσότερο από όσο τιμά τον ίδιον) μόνο για τη δημοσιογραφική του δεινότητα και εντιμότητα. Αυτό είναι εκείνο που δεν μπορούσαν να χωνέψουν οι εχθροί του (πράγμα που δεν τους τιμά, αλλά ωστόσο τιμά τον ίδιον τόσο πολύ!). Αυτό είναι εκείνο που δεν μπορούσαν να αντιληφθούν και να αντιμετωπίσουν άσπονδοι φίλοι του.

 

Υπάρχει μια μοίρα σχεδόν αναπόδραστη. Οι άνθρωποι διεκδικούν από εκείνους που ξεχωρίζουν να χαμηλώνουν το ύψος τους, προκειμένου να μπορούν να τους φτάσουν, να μη νοιώθουν τη διαφορά, να μη δυσκολεύονται στη διαδρομή και στις σκέψεις τους, να μη βάζουν τον εαυτό τους στη δοκιμή της αναγκαστικής ανισότητας. Σαν ένα δρεπάνι που περνάει πάνω από τα σπαρτά προκειμένου να τα φέρει στο ίδιο ύψος. Κι ενώ το δρεπάνι έχει περάσει κι ο δρεπανηφόρος εξισωτής καμαρώνει με ικανοποίηση την συμμετρική εικόνα των ίσων σπαρτών, μόλις έρθει η επόμενη βροχή νάσου ξεπετάγεται πάλι το απείθαρχο, βγαίνει πάνω από τα άλλα, όχι με διάθεση να προκαλέσει αλλά γιατί δεν μπορεί να κάνει αλλιώς, γιατί η φύση του είναι ξεχωριστή, χωρίς επιδίωξη, χωρίς επίδειξη. Αλλά φαίνεται. Και οι δρεπανηφόροι οργίζονται με αυτή τη φυσική ανυπακοή διεκδικώντας αενάως, και αποτυγχάνοντας αενάως, την εξίσωση. Τόσο που νομίζω πως αποτελεί κυριαρχικό προσόν των ανθρώπων να μπορούν να αναγνωρίσουν τους καλύτερους, ώστε να ζήσουν αρμονικά μαζί τους ευεργετούμενοι από την ποιότητα και το ταλέντο τους. Αγγίζει την ευτυχία, αν το καλοσκεφτείς.

 

Στο μικρό μας κόσμο το ζήσαμε με τον Κώστα Τζιαντζή αυτό. Το σχολιάζαμε συχνά με το Γιώργο για τον Κώστα. Όμως τον αφορούσε κι εκείνον. Ξεχωριστός όπως ήταν δεν χώραγε στην προκατασκευή των “αμιγών” μικρών ή μεγάλων συστημάτων. Δεν είχαν το ταλέντο να ευεργετηθούν από το ταλέντο του.

 

Το 1989 σε ένα σκοτεινό δυάρι του πρώτου ορόφου στη Νέας Φιλαδέλφειας, που έβλεπε στον ακάλυπτο – άνοιξη ήταν, είχαν δρομολογηθεί το Κοινό Πόρισμα της Αριστεράς, οι συγκυβερνήσεις, το μεγάλο χειμωνιάτικο τοπίο του κομμουνιστικού κινήματος – με τον Κώστα και τον Γιώργο σχεδιάζαμε την έκδοση του περιοδικού ΠΡΙΝ. Μήπως και βγούμε από το χειμώνα αυτόν. Η πρώτη ιδέα ήταν να ονομαστεί ΜΕΤΑ, δηλ. μετά τα γεγονότα, μετά “το σύντομο καλοκαίρι της εξουσίας”, μετά την κρίση, μετά την αδράνεια και τη νέα ήττα. Αλλά ο τίτλος ήταν κατοχυρωμένος, κι έτσι αποφασίσαμε πως μπορούσαμε να το πούμε ΠΡΙΝ, ως πρωτοπόροι που θέλαμε να γίνουμε. Πριν τα γεγονότα… Πιο μπροστά.

 

Κι έτσι ξεκίνησε εκείνο το εγχείρημα.

 

Το 2011, το Σεπτέμβρη, όταν είχε πια γίνει σαφές πως ο Κώστας Τζιαντζής όδευε προς το κενό του θανάτου, ο Γιώργος αποφάσισε πως έπρεπε να κάνουμε χώρο στη συντριβή μας και μας κάλεσε να συζητήσουμε. Τέσσερεις άνθρωποι σε ένα καφέ στο κέντρο της Αθήνας. (Όσο πιο “ελεύθερα” και ανοιχτά κάναμε τις συναντήσεις και τα σχέδιά μας τόσο πιο δύσκολο ήταν το όλο περιβάλλον!..). Με την ακρίβεια στην έκφραση που είχε και το ρεαλισμό στην αντίληψη ο Γιώργος έθεσε το ερώτημα. Με το θάνατο του Κώστα το εγχείρημα της δημιουργίας ενός σύγχρονου κομμουνιστικού σχεδίου απειλείται με ματαίωση. Θα συνεχίσουμε; Κι αποφασίσαμε ναι.

 

Από εκείνη τη συνάντηση προέκυψε η δημιουργία του Kommon.

 

Τώρα είναι ο Γιώργος που αναχωρεί. Αλλά δεν τίθεται η ερώτηση. Οι συνθήκες είναι ακόμα πιο δύσκολες, οι όροι είναι διαφορετικοί και η θετική απάντησή μας σχεδόν αυτονόητη.

 

Να μιλήσουμε και για αντιφάσεις και για λάθη; Κι αυτά έχουν άλλο λογαριασμό και μέγεθος όταν είναι υψηλές οι προδιαγραφές. Με το Γιώργο δεν είναι όπως λέμε: “όλοι κάνουμε λάθη”. Είναι  μεγαλύτερα από αυτά “που όλοι κάνουμε”. Για τον πολύ σημαντικό λόγο, ότι ερευνούσε τα φαινόμενα στην άμεση, στη ζωντανή και πρωτότυπη μορφή τους, στην κίνησή τους. Δηλαδή, όχι “όπως όλοι μας”. Γιατί αναζητούσε αδιάκοπα την αλήθεια.

Και γιατί είχε το θάρρος να διατυπώνει γνώμη στην εφημερίδα “πριν τα όργανα” πουν τη δική τους, όχι γιατί δεν τα σεβόταν, αλλά γιατί ήταν αναγκαίο να  δικαιώσει την επιλογή του τίτλου, να γράψει “πριν τα γεγονότα”. Κάτι που πολλές φορές έστρεψε τα “όργανα” εναντίον του, αλλά και του χάριζε το κύρος της τίμιας, συντροφικής και αξιόπιστης γνώμης.

 

Να μιλήσουμε και για τις φιλοδοξίες; Προφανώς η επιθυμία και πιθανότητα όλων μας που συνδεόμαστε με το επαναστατικό όνειρο και σχέδιο για την ανατροπή αυτού του παλιού κόσμου και τη νεότητα ενός επόμενου, είναι να αποτυπώσουμε κάτι στην Ιστορία, στη μεγάλη, αλλά και στο μικρό κόσμο των δικών μας πλαισίων.

Γι’ αυτό και δεν φεισθήκαμε ονείρων και φαντασίας, ούτε σχεδίων και κόπων. Δεν έλειψε η απογείωση αλλά και ο ρεαλισμός. Το σχέδιο δεν ευοδώνεται πάντα. Πιο συχνά καίγεται σε μια φλόγα με πυκνές στάχτες. Για να λιπαίνονται τα εδάφη των επόμενων ευκαιριών και δυνατοτήτων.

 

Σε μια τέτοια στάχτη θα μετατραπεί τη Δευτέρα το μεσημέρι και ο Γιώργος.

 

Δυστυχώς ο κορωνοϊός, όπως μας εκπαιδεύει να μένουμε μόνοι, έτσι διεκδικεί και επιβάλλει και τη μοναξιά για τους νεκρούς μας. Οπότε η αποτέφρωση του Γιώργου θα γίνει με μόνη την παρουσία της οικογένειας, ώστε να τηρηθούν οι κανονισμοί. Το ξόδι του νεκρού, η παλιά, πανάρχαια νέκυια δεν θα πραγματοποιηθεί όπως η ανάγκη των ανθρώπων λέει. Σαν ένα πένθος που μένει ανέκφραστο. Σαν μια πράξη που μένει μισή. Ας είναι.

 

Θα βρούμε τον τρόπο να δικαιώσουμε τους νεκρούς, αν δεν χάσουμε τη μνήμη!..

.kommon.gr/

Σχόλια (0)

Το email σας δεν θα δημοσιευθεί.