ΕΡΓΑΣΙΑ: ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΙΚΟΝΑ ΚΑΙ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ  

ΕΡΓΑΣΙΑ: ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΙΚΟΝΑ ΚΑΙ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ  

  • |

1.Σύγχρονη εικόνα της εργασίας στην Ελλάδα

 

α)Γενικότερο πλαίσιο

Η κατάσταση στην ελληνική αγορά εργασίας είναι αποτέλεσμα της συστηματικής παρέμβασης των δυνάμεων του κεφαλαίου για την επιβολή ενός νέου εργασιακού μοντέλου στην Ελλάδα ακολουθώντας την γενικότερη κατάσταση στον διεθνή χώρο υπό το βάρος της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης. Η εξέλιξη αυτή διαμορφώνεται σταδιακά από τις αρχές της δεκαετίας του ’90 όταν ο νεοφιλελευθερισμός, ως ακραία έκφραση του καπιταλισμού για την αύξηση της εκμετάλλευσης απέναντι στις δυνάμεις της εργασίας, εκδηλώνει την συστηματική του επίθεση απέναντι  στις κοινωνικές κατακτήσεις που προέκυψαν κάτω από ένα σχετικά ευνοϊκότερο πολιτικοκοινωνικό συσχετισμό για τον κόσμο της εργασίας. Σε αυτό το πλαίσιο εκδηλώνεται μια σειρά «μεταρρυθμίσεων» με το επιχείρημα της ενίσχυσης της  ανταγωνιστικότητας των επιχειρήσεων, που αναδεικνύεται σε κυρίαρχη αξία σε βάρος κοινωνικών και εργατικών κατακτήσεων ,με στόχο την ελάφρυνση των εργοδοτικών βαρών και με επίκεντρο το «εργατικό κόστος». Οι παρεμβάσεις αυτές επιφέρουν αλλαγές στο εργατικό δίκαιο επιχειρώντας να χαλαρώσουν το προστατευτικό του πλαίσιο για την εργασία, και προσαρμόζοντας τη νομοθεσία στην υποδοχή και στην ενθάρρυνση  μιας τεράστιας ποικιλίας μορφών ευέλικτης εργασίας που αλλάζουν την εικόνα του εργασιακού προτύπου. Η πλήρης και σταθερή απασχόληση βάλλεται και υποκαθίσταται σταδιακά από μορφές εργασίας χαμηλότερων αμοιβών και δικαιωμάτων. Ο χρόνος εργασίας ελαστικοποιείται σε συνδυασμό με την απελευθέρωση των ωραρίων λειτουργίας των επιχειρήσεων. Η προστασία από τις απολύσεις χαλαρώνει. Το σύστημα των συλλογικών συμβάσεων αποδιαρθρώνεται οδηγώντας στην εξατομίκευση των μισθών και των όρων εργασίας γενικότερα. Το πλήγμα στις συλλογικές συμβάσεις ενισχύει την επίθεση απέναντι στα συνδικάτα, που καταγγέλλονται σαν αντιαναπτυξιακά απολιθώματα, σε συνδυασμό με τα μέτρα περιστολής της συνδικαλιστικής δράσης και της απεργίας. Τα φαινόμενα της  εργασιακής απορρύθμισης δεν περιορίζονται στον ιδιωτικό τομέα αλλά επεκτείνονται και στο Δημόσιο στην κατεύθυνση της σταδιακής σύγκλισης των όρων εργασίας με τον ιδιωτικό τομέα παράλληλα με την ένταση των ρυθμών των ιδιωτικοποιήσεων. Η ανησυχητική ,και επικίνδυνη για την κοινωνική συνοχή, αύξηση της ανεργίας αντιμετωπίζεται με πολιτικές υποβάθμισης της προστασίας των ανέργων και με όρους στατιστικής , αντί της πραγματικής, μείωσης του αριθμού τους,  μέσα από την εκτεταμένη υποαπασχόληση, την εργασιακή επισφάλεια και την διόγκωση της νέας φτώχειας ανάμεσα στους εργαζόμενους. Η «προσαρμοστικότητα» των εργαζομένων στις ανάγκες της αγοράς και η έμφαση στις πολιτικές «απασχολησιμότητας» μεταφέρουν  δυσανάλογα βάρη στο άτομο ,ενοχοποιώντας το ίδιο για την ανεργία του, μέσα από την σταδιακή υποχώρηση του ρόλου του κράτους για την ενίσχυση της απασχόλησης.

Οι εξελίξεις αυτές δεν αποτελούν ελληνικό φαινόμενο αλλά εντάσσονται στην γενικότερη εικόνα που καταγράφεται στον ευρωπαϊκό χώρο είτε με εθνικού χαρακτήρα πρωτοβουλίες είτε στη βάση κεντρικών κατευθύνσεων από τις πολιτικές και τον καθοριστικό ρόλο της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην υπηρεσία του πολυεθνικού κεφαλαίου. Οι πολιτικές αυτές ενισχύονται και από τις πολιτικές της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας με τους σιδηρούς κανόνες λειτουργίας του ευρώ και τις πολιτικές λιτότητας που τους συνοδεύουν και συνιστούν την ευρωπαϊκή εκδοχή στις επιταγές των κανόνων της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης. Πρόκειται για πολιτικές που, ουσιαστικά,  ενοχοποιούν  το ιστορικά ευνοϊκότερο επίπεδο κοινωνικών και εργασιακών δικαιωμάτων των ευρωπαϊκών κοινωνιών ως αναχρονιστικό μειονέκτημα, στον αγώνα της πλήρους απελευθέρωσης των αγορών που επιδιώκει το πολυεθνικό κεφάλαιο.

 

β) Η κρίση χρέους και της πανδημίας αφορμές για τη νέα εργασιακή κανονικότητα

Το φαινόμενο της εργασιακής απορρύθμισης  στην Ελλάδα, αν και εκδηλώνεται σταδιακά από το 1990, αποκτά εκρηκτικές διαστάσεις κατά την περίοδο της κρίσης του τέλους της δεκαετίας του 2010 και της πανδημίας του κορωνοϊού. Με την κρίση χρέους και την επιβολή των μνημονίων (2010-18) καταγράφεται μια πρωτοφανής επίθεση στα εργασιακά δικαιώματα μέσα από την εντατικοποίηση των ρυθμών σε μέτρα εργασιακής απορρύθμισης. Αν και τα μέτρα αυτά δεν πρωτοτυπούν σε περιεχόμενο ,αφού αντιγράφουν διάσπαρτα παραδείγματα από τον ευρύτερο ευρωπαϊκό χώρο, χαρακτηρίζονται από μια πρωτοφανή βιαιότητα σε διάστημα λίγων μόλις χρόνων. Παράλληλα αναδεικνύουν τον ρόλο ισχυρών οικονομικών κύκλων στην Ελλάδα και στο εξωτερικό στην επιβολή των μέτρων, σε συνεργασία με τις εκάστοτε ελληνικές μνημονιακές κυβερνήσεις. Στο πλαίσιο αυτό αναδεικνύεται και ο ρόλος των δανειστών στους οποίους,  εκτός από το ΔΝΤ, με την ανέκαθεν  αντιλαϊκού χαρακτήρα εμπλοκή  του σε κρίσεις πολλών χωρών του τρίτου κόσμου, συγκαταλέγονται και ευρωπαϊκοί θεσμοί που απαρτίζουν και τη μεγάλη πλειοψηφία στη σύνθεση της τρόικας και του μετέπειτα κουαρτέτου. Η παρουσία σε αυτούς της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Στήριξης επιβεβαιώνουν την καθοριστική συμβολή των κυρίαρχων ευρωπαϊκών θεσμών στην αποδιάρθρωση και στην εκτεταμένη απορρύθμιση της ελληνικής αγοράς εργασίας.

Τα μέτρα των μνημονίων δεν έχουν προσωρινό χαρακτήρα αλλά έχουν επιβληθεί προκειμένου η λογική τους να αποτελεί και τον οδικό χάρτη για το μέλλον της αναπτυξιακής πορείας της χώρας,  όπως επίσημα αναγνωρίζεται στα μνημονιακά κείμενα και από τις ελληνικές κυβερνήσεις. Αυτό επιβεβαιώνεται  και από τις δεσμεύσεις ότι η επιστροφή στην προ μνημονίων κατάσταση διέπεται από αντιαναπτυξιακή λογική ώστε η κατάργηση  μνημονιακών μέτρων να απαιτεί την έγκριση των δανειστών. Αυτό προκύπτει όχι μόνο από τις δεσμεύσεις του τρίτου μνημονίου αλλά και από τις μεταμνημονιακές δεσμεύσεις με την αυστηρή επιτήρηση της ελληνικής οικονομίας και τους τακτικούς ελέγχους από τους δανειστές για 4 ακόμα δεκαετίες για την αποπληρωμή του 75% του υπέρογκου και μη βιώσιμου δημόσιου χρέους. Η κατάσταση αυτή υποχρεώνει τις επόμενες ελληνικές κυβερνήσεις να κινούνται, σε γενικές γραμμές , σε πολιτικές  διαχείρισης των μνημονιακών κατευθύνσεων με επιμέρους αποχρώσεις στους όρους αυτής της διαχείρισης. Η άνοδος της ΝΔ ,ως κύριου εκφραστή του νεοφιλελευθερισμού στην Ελλάδα, από τα πρώτα μέτρα της εντείνει και επεκτείνει την εφαρμογή συνταγών εργασιακής απορρύθμισης,  και αξιοποιεί την κρίση της πανδημίας ως μια ακόμη ευκαιρία για να βαθύνει τα πλήγματα σε βάρος της εργασίας. Η επιβολή του νεοφιλελεύθερου αυταρχισμού αφήνει το στίγμα της με μια σειρά μέτρων ενίσχυσης του εργοδοτικού δικαιώματος και της καταστολής των κοινωνικών αντιδράσεων με αποκορύφωμα το νέο αντεργατικό νόμο του 2021 που επιτίθεται σε εμβληματικές κοινωνικές κατακτήσεις(8ωρο, απεργία κλπ). Η άποψη για την ανάγκη ενός «νέου» εργατικού δικαίου δεν εκφράζει μόνο τις επίσημες διακηρύξεις της κυβέρνησης για το μέλλον της εργασίας στην Ελλάδα. Παράλληλα υλοποιεί σειρά από προτάσεις της Επιτροπής Πισσαρίδη για τον μεταμνημονιακό οδικό χάρτη της χώρας, και προσαρμόζεται στις νέες πιέσεις  που απορρέουν από το Ευρωπαϊκό Ταμείο Ανάκαμψης μετά από την ανάληψη δανειακών πόρων που χορηγούνται για την αντιμετώπιση της κρίσης από την πανδημία.

Το νέο τοπίο που διαμορφώνεται μετά από τα μνημόνια και την πανδημία δημιουργεί μια νέα εργασιακή κανονικότητα με κύρια χαρακτηριστικά την υψηλή ανεργία , την εκτόξευση της ευέλικτης εργασίας και τους χαμηλούς μισθούς στην κατεύθυνση των μνημονιακών δεσμεύσεων για την σταδιακή τους σύγκλιση με τις γειτονικές χώρες της Α. Ευρώπης. Η φθηνή εργασία και τα εργασιακά καθεστώτα πολλαπλών ταχυτήτων, η εκτεταμένη παραβίαση των εργασιακών δικαιωμάτων  που αξιοποιεί την ανεπάρκεια και υποβάθμιση των ελεγκτικών μηχανισμών, ο συρρικνωμένος ρόλος των συλλογικών συμβάσεων και η μείωση της επιρροής των συνδικάτων αποτελούν το κυρίαρχο στοιχείο των εργασιακών σχέσεων στην Ελλάδα. Η παγιωμένη αυτή κατάσταση οδηγεί το πιο ειδικευμένο προσωπικό στην μετανάστευση, χωρίς κίνητρα επιστροφής, και καλλιεργεί μια νέα κουλτούρα για την εργασία με βασικό αποδέκτη τους νέους που εισέρχονται στην αγορά εργασίας χωρίς τα εργασιακά βιώματα που έζησαν οι  παλιότερες γενιές. Τέλος,  οι επιπτώσεις της πανδημίας και ο τρόπος διαχείρισης της κρίσης  σε παγκόσμια κλίμακα επιταχύνουν τις εξελίξεις για την ανάπτυξη του διαδικτυακού/ψηφιακού εργασιακού μοντέλου, υποκαθιστώντας και επηρεάζοντας  με ταχύτατους ρυθμούς  τις εργασιακές σχέσεις σε παραδοσιακούς κλάδους απασχόλησης , αλλά και δημιουργώντας νέα πεδία αντιπαράθεσης μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας.

 

γ)Η εικόνα των στοιχείων

Η κατάσταση, που σε γενικές γραμμές περιγράφεται , εξειδικεύεται με τα παρακάτω βασικά στοιχεία ανάδειξης της σύγχρονης εικόνας για την εργασία στην Ελλάδα.

·         Η επίσημη ανεργία καταγράφεται στο 13% και με σχεδόν διπλάσιο ποσοστό από τον μέσο κοινοτικό όρο διατηρώντας τη χώρα στις πρώτες θέσεις στην ΕΕ μαζί με την Ισπανία και την πρώτη θέση στην ανεργία των νέων (40%). Ταυτόχρονα η πραγματική ανεργία, με βάση τον αριθμό του 1 εκ. εγγεγραμμένων ανέργων στον ΟΑΕΔ είναι κατά 350 χιλιάδες ανέργους υψηλότερη σε σχέση με τα στοιχεία της επίσημης ανεργίας.

·         Η επιδότηση της ανεργίας καλύπτει μόνο το 14% των ανέργων ,με επίδομα που αντιστοιχεί στο 60% του γενικού κατώτατου μισθού και χωρίς να καλύπτει την μακροχρόνια ανεργία  που αφορά  το 62% του συνόλου των ανέργων.

·         Το ποσοστό απασχόλησης είναι το χαμηλότερο στην ΕΕ (58%) λόγω της υψηλής ανεργίας και του μεγάλου αριθμού άεργων από τους οποίους μεγάλο μέρος αποθαρρύνεται για την αναζήτηση εργασίας. Επίσης, μεγάλο μέρος του, κυρίως ειδικευμένου, εργατικού δυναμικού (περί τις 450 χιλιάδες), έχει μεταναστεύσει στο εξωτερικό κατά την τελευταία 10ετία αποτελώντας σημαντική παραγωγική και αναπτυξιακή αιμορραγία για τη χώρα.

·         Το κύριο βάρος της απασχόλησης (75%)είναι στις υπηρεσίες  με συνεχή συρρίκνωση  της απασχόλησης στη βιομηχανία(10%) και στον  «πρωτογενή» τομέα(11%).

·         Το ποσοστό της μισθωτής απασχόλησης είναι σταθερά το χαμηλότερο στην ΕΕ(69%) λόγω της υψηλότερης παρουσίας της αυτοαπασχόλησης και των ελεύθερων επαγγελματιών.

·         Το ποσοστό της μισθωτής απασχόλησης με μειωμένα ωράρια εργασίας ανέρχεται στο 30%.

·         Η Ελλάδα είναι η μοναδική χώρα στην Ευρώπη όπου οι μισθοί παρουσιάζουν συνολική μείωση, παράλληλα με τη μείωση της αγοραστικής δύναμης, κατά την τελευταία δεκαετία και με τη μείωση του γενικού κατώτατου μισθού να υπερβαίνει το 10%. Η κατάσταση επιδεινώνεται περισσότερο κατά την περίοδο της πανδημίας από το κύμα ακρίβειας  σε βασικά είδη διατροφής και στην ενέργεια που κυμαίνεται σε αυξήσεις μεταξύ 20%-135% εξανεμίζοντας το χαμηλό εργατικό εισόδημα.

·         Ο γενικός κατώτατος μισθός(663 ευρώ)  αντιστοιχεί στο 50% του διάμεσου μισθού και κινείται  όχι μόνο κάτω από το όριο της σχετικής φτώχειας αλλά και  από εκείνο της απόλυτης φτώχειας ευρισκόμενος στην 5η τελευταία θέση στην ΕΕ με όρους αγοραστικής δύναμης.

·         Το ποσοστό κάλυψης των εργαζομένων από συλλογικές συμβάσεις δεν υπερβαίνει το 25% κάτω από την απόλυτη κυριαρχία της εξατομίκευσης των εργασιακών σχέσεων.

·         Η Ελλάδα καταγράφει τα υψηλότερα ωράρια εργασίας στην ΕΕ συμπεριλαμβανομένων και των υπερωριών(κατά 5 ώρες την εβδομάδα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο), καθώς και τα υψηλότερα ποσοστά εργασίας κατά το Σαββατοκύριακο σε ποσοστό 32%.

·         Η συνολική ποιότητα της εργασίας στην Ελλάδα παρουσιάζει τον υψηλότερο δείκτη επιδείνωσης των εργασιακών συνθηκών στην Ευρώπη με την κορύφωση εργοδοτικών αυθαιρεσιών και της επισφάλειας, της αδήλωτης  εργασίας, των ψευδεπίγραφων συμβάσεων μερικής απασχόλησης και ανεξάρτητης εργασίας(μπλοκάκια), των βεβαρημένων ωραρίων και των χαμηλών μισθών με την διόγκωση των νεόπτωχων εργαζόμενων.

 

δ) Βασικά συμπεράσματα

Συμπερασματικά αυτό που προκύπτει από τα παραπάνω συνοψίζεται στα εξής:

δ1)Η εργασιακή ανασφάλεια  διατηρείται στην κορυφή των σύγχρονων προβλημάτων ακόμα και αν το ποσοστό της επίσημης ανεργίας έχει υποχωρήσει κατά 11μονάδες από την κορύφωσή του, όταν βρέθηκε στο 28% το 2013 παρουσιάζοντας έκτοτε σταδιακή μείωση. Το πρόβλημα της ανεργίας είναι εντονότερο στις γυναίκες και ιδιαίτερα στους νέους(κατά 5 και 20 παραπάνω μονάδες  αντίστοιχα από τον γενικό μέσο όρο).

Αυτή όμως η μείωση της ανεργίας οφείλεται κυρίως:

·         Στη εξωτερική μετανάστευση μεγάλου μέρους  του εργατικού δυναμικού,

·         Στην αύξηση του αριθμού εκείνων που δεν αναζητούν εργασία μέσα στο  γενικότερο κλίμα της πανδημίας

·         Στην κρυμμένη ανεργία από τον αριθμό των αναστολών εργασίας και τη μη λειτουργία επιχειρήσεων που διατηρούνται επιδοτούμενες από το κράτος  με την υποχρέωση της διατήρησης του αριθμού απασχολούμενων.

·         Στην εκτόξευση της ευέλικτης εργασίας που κυριαρχεί στις προσλήψεις και στην υποκατάσταση της πλήρους απασχόλησης με απασχόληση μειωμένων ωραρίων.

δ2) Η συνολική υποβάθμιση της εργασίας  είναι βασικό στοιχείο λόγω των χαμηλών αμοιβών, των γενικότερων εργασιακών συνθηκών και του εκτεταμένου φαινομένου  της καταστρατήγησης της εργατικής νομοθεσίας. Η γενίκευση της εργασιακής επισφάλειας, από την εκτίναξη της επισφαλών μορφών και τον φόβο της ανεργίας από την διευκόλυνση των απολύσεων, αποτελεί το κυρίαρχο χαρακτηριστικό της κατάστασης στην ελληνική αγορά εργασίας. Η υποβάθμιση αυτή παίρνει τέτοιες διαστάσεις ώστε η Ελλάδα να κατέχει τα θλιβερά πρωτεία στην ΕΕ ως προς τους κύριους δείκτες της αγοράς εργασίας και στο περιεχόμενο των εργασιακών σχέσεων.

δ3)Η συνεχιζόμενη απόκλιση της κατάστασης της εργασίας στην Ελλάδα από τον υπόλοιπο ευρωπαϊκό χώρο,  παρά το γενικότερο φαινόμενο της νεοφιλελεύθερης  απορρύθμισης που και αυτός βιώνει, οδηγεί σε ταχύτατη πορεία σύγκλισης με την εικόνα χωρών της ΚΑ Ευρώπης ,πολλές από τις οποίες ήδη παρουσιάζουν καλύτερη εικόνα  από εκείνη της Ελλάδας.

δ4)Η  καθίζηση των μισθών και η πορεία των κατώτατων μισθολογικών ορίων  παρακολουθούν  την αντίστοιχη πορεία χωρών της ΝΑ Ευρώπης χάριν της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας. Με αυτό τον τρόπο επιδιώκεται η σταδιακή σύγκλιση των μισθών με τις βαλκανικές, κυρίως κοινοτικές, χώρες , ενώ η ένταση των ρυθμών μείωσης του μισθολογικού χάσματος με αυτές  υλοποιείται με εναλλαγές  μακρών περιόδων  παγώματος  και ιδιαίτερα συγκρατημένων αυξήσεων υπό τον έλεγχο κράτους και δανειστών.

δ5)Η αύξηση της νέας φτώχειας στους κόλπους των εργαζομένων αναπτύσσεται σε μεγάλη κλίμακα όταν οι κατώτατοι μισθοί για πλήρη απασχόληση έχουν υποχωρήσει περισσότερο από 10% σε μια δεκαετία, και  βρίσκονται πολύ χαμηλότερα από τα επίπεδα φτώχειας  συμπαρασύροντας και τους υπόλοιπους μισθούς σε χαμηλά επίπεδα. Η κατηγορία των νεόπτωχων εργαζόμενων ενισχύεται από τον τριπλασιασμό του ποσοστού των μειωμένων ωραρίων εργασίας από την έναρξη των μνημονίων μέχρι σήμερα.

δ6)Η υποβάθμιση των εργασιακών συνθηκών και των όρων διαβίωσης εντείνεται από τα παρατεταμένα, και συνήθως απλήρωτα, ωράρια εργασίας που αναδεικνύουν την χώρα σε πρωταθλήτρια στον τομέα αυτό σε σχέση με τον υπόλοιπο ευρωπαϊκό χώρο. Επίσης η εκτίναξη των ελαστικών ωραρίων, σε συνδυασμό με την κατάργηση του πενθήμερου στα καταστήματα και την εκτεταμένη κατάργηση της κυριακάτικης αργίας, έχουν συμβάλει στην αποδιάρθρωση της κοινωνικής και της οικογενειακής ζωής ολοένα και μεγαλύτερης μερίδας εργαζομένων.

 

2.   Οι αιτίες των προβλημάτων

Η κατάσταση που επικρατεί στην ελληνική αγορά εργασίας απορρέει από ένα πλέγμα  αλληλένδετων αιτιών που αναφέρονται στο διεθνές και στο εθνικό περιβάλλον και συμπυκνώνονται στα εξής:

α)Ως προς το διεθνές περιβάλλον

α1)Η επίθεση του πολυεθνικού, κυρίως,  κεφαλαίου στο πλαίσιο της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης και της απελευθέρωσης των αγορών, επιχειρεί να ανατρέψει τις κοινωνικές κατακτήσεις που το κεφάλαιο αναγκάστηκε να αποδεχτεί κάτω από ένα διαφορετικό κοινωνικοπολιτικό συσχετισμό δυνάμεων για την εργασία. Οι υποχωρήσεις του κράτους απέναντι στις επιταγές του κεφαλαίου αποκτούν πρωτοφανείς διαστάσεις μέσα από τον καταιγισμό νομοθετικών παρεμβάσεων και τις αθρόες ιδιωτικοποιήσεις στην κατεύθυνση της απορρύθμισης του μεταπολεμικού κράτους πρόνοιας και της ανατροπής του μεταπολεμικού εργασιακού προτύπου .

α2)Οι αλλαγές στη φύση και στο περιεχόμενο της εργασίας και η χρήση της νέας τεχνολογίας για την αύξηση της εκμετάλλευσης της εργασίας επιβάλλουν  πολλαπλές ταχύτητες επιφέροντας και την πολυδιάσπαση  στους κόλπους των εργαζομένων

α3)Η εκδήλωση των παγκόσμιων καπιταλιστικών και υγειονομικών κρίσεων  αξιοποιείται ως αφορμή  για την επιβολή μέτρων που οδηγούν στην πρόσθετη αποδυνάμωση και συρρίκνωση των εργασιακών δικαιωμάτων.

α4)Ο ρόλος των ευρωπαϊκών θεσμών της ΕΕ και των σιδηρών κανόνων της ΟΝΕ ως εργαλείων  συνταγματοποίησης του νεοφιλελευθερισμού που προωθούν πολιτικές «μεταρρυθμίσεων» στην ευρωπαϊκή αγορά εργασίας χάριν της ανταγωνιστικότητας  των επιχειρήσεων και του μειωμένου τους κόστους. Η περίοδος των μνημονίων καταδεικνύει και τον καθοριστικό ρόλο των ευρωπαϊκών θεσμών, που εκπροσωπούνται κατά τα 2/3 στην τρόικα και κατά  ¾ στο κουαρτέτο των δανειστών , επιβάλλοντας την ισοπέδωση της εργασίας συχνά στη βάση των «βέλτιστων» ευρωπαϊκών πρακτικών.

α5)Η κυριαρχία της νεοφιλελεύθερης ιδεολογίας οδηγεί στην ευρεία αποδοχή της εξατομίκευσης των εργασιακών σχέσεων και στην αποδυνάμωση των συλλογικών οραμάτων και της έννοιας του συνδικαλισμού. Στο ίδιο πλαίσιο η εντεινόμενη  αποδοχή και η επιβολή νεοφιλελεύθερων συνταγών  από την παραδοσιακή σοσιαλδημοκρατία και από κόμματα που χαρακτηρίζονταν στον χώρο της αριστεράς,  στερεί από τις δυνάμεις της εργασίας τους αναγκαίους  συμμάχους  για κοινωνικές αντιστάσεις και διεύρυνση των κοινωνικών κατακτήσεων.

 

β)Ως προς το εθνικό περιβάλλον

β1)Οι πολιτικές των κυβερνήσεων της τελευταίας 30ετίας  κινούνται στην κατεύθυνση της προσαρμογής της ελληνικής αγοράς εργασίας  στην διεθνώς κυρίαρχη αντίληψη για τη μείωση του εργατικού «κόστους» χάριν της ανταγωνιστικότητας, επιβάλλοντας μέτρα εργασιακής απορρύθμισης και ενίσχυσης της εργασιακής ευελιξίας που συνεπάγονται την εκτόξευση της κερδοφορίας του μεγάλου, κυρίως, κεφαλαίου. Οι ρυθμοί των αλλαγών εξαρτώνται και από το ιδεολογικό στίγμα των κατά καιρούς κυβερνήσεων μέσα στο γενικό πλαίσιο που καθορίζει το διεθνές περιβάλλον και οι ευρωπαϊκές κατευθύνσεις.

β2)Η περίοδος των μνημονίων αποτελεί το τέλειο άλλοθι για την ισοπέδωση της εργασίας μέσα από ένα καταιγισμό παρεμβάσεων που σε σύντομο χρονικό διάστημα δημιουργούν ένα νέο εργασιακό τοπίο στηριγμένο στην φθηνή και ευέλικτη εργασία. Αυτό συντελείται  κάτω από τις πιέσεις διεθνών και εθνικών ισχυρών οικονομικών παραγόντων για την δημιουργία μιας ειδικής εργασιακής ζώνης εντός του ευρώ και με τα γεωγραφικά πλεονεκτήματα της χώρας.

β3)Οι μεταμνημονιακές δεσμεύσεις της χώρας, σε συνδυασμό με την αυστηρή επιτήρηση από τους δανειστές και τα δυσβάστακτα βάρη για την κοινωνία στο όνομα της εξυπηρέτησης του μη βιώσιμου χρέους, επιβεβαιώνουν την διατήρηση της χώρας στο πνεύμα των μνημονιακών κατευθύνσεων παρά την επίσημη λήξη των μνημονίων. Οι δεσμεύσεις αυτές υποχρεώνουν τις  μελλοντικές ελληνικές κυβερνήσεις να κινούνται σε μια λογική διαχείρισης του πλαισίου αυτού για διάστημα 40 χρόνων και με 100ετή υποθήκευση της δημόσιας περιουσίας.

β4)  Η νέα κρίση της πανδημίας αποτελεί μια ακόμη μεγάλη ευκαιρία για την βίαιη ανακατανομή του πλούτου και την εκμετάλλευση της εργασίας με την επιβολή μέτρων ενίσχυσης του εργοδοτικού δικαιώματος, την επιδοματοποίηση των μισθών και την επιβολή του νεοφιλελεύθερου αυταρχισμού σε βάρος των λαϊκών αντιδράσεων.

β5)Η σημερινή κυβέρνηση με το διακηρυγμένο ακραία νεοφιλελεύθερο στίγμα , διαθέτοντας την πολιτική νομιμοποίηση από την συνολική πολιτική των μνημονίων, κινείται στην κατεύθυνση της ανατροπής εργατικών κατακτήσεων που  απέμειναν από την μνημονιακή λαίλαπα. Δεν αξιοποιεί μόνο την κρίση της πανδημίας για την πρόσθετη περιστολή των εργασιακών δικαιωμάτων, αλλά με το νέο εργατικό νόμο επιχειρεί τη δημιουργία ενός νέου εργατικού δικαίου αφαιρώντας εργατικά δικαιώματα και ισχυροποιώντας τον εργοδότη. Η ουσιαστική κατάργηση εμβληματικών κοινωνικών κατακτήσεων όπως το 8ωρο, η πλήρης  αποδιάρθρωση του συστήματος των συλλογικών συμβάσεων και της διαιτησίας, η στοχοποίηση και η ποινικοποίηση της απεργίας με πρόσθετα μέτρα καταστολής της  υποβαθμίζουν  ακόμη περισσότερο την εργασία. Οι παρεμβάσεις αυτές, σε συνδυασμό με την εξουθένωση των εργαζομένων  από την πολιτική διόγκωσης των υπερωριών, όχι μόνο επιδεινώνουν τους όρους εργασίας αλλά και εμποδίζουν την δημιουργία νέων θέσεων εργασίας . Και αυτό σε μια περίοδο υψηλής ανεργίας που τα μεγέθη της αναμένεται να διογκωθούν σύμφωνα με τις συνταγές του σχεδίου Πισσαρίδη για την ενίσχυση της συγκέντρωσης του κεφαλαίου που οδηγεί στον αφανισμό μεγάλου μέρους μικρομεσαίων επιχειρήσεων που απασχολούν το 70% περίπου του εργατικού δυναμικού.

β6)Η  συντριπτικά κυρίαρχη παρουσία των κομμάτων που εκπροσωπούνται στη σημερινή Βουλή(άνω του 90%) που βαρύνονται με μέτρα κατά της εργασίας και με τον καθοριστικό τους ρόλο στην ψήφιση νόμων για την επιβολή τους. Η κατάσταση αυτή δημιουργεί όρους ευρείας  και «αναγκαίας» νομιμοποίησης μέτρων κοινωνικής και εργασιακής απορρύθμισης, παρά τις,  συνολικά περιορισμένες  σε σχέση με το παρελθόν, αντιδράσεις απέναντι στο περιεχόμενό τους που εκδηλώνονται και από τους ψηφοφόρους αυτών των  κομμάτων.

β7)Η αποδυνάμωση του συνδικαλιστικού κινήματος και η σημαντική μείωση του ποσοστού των συνδικαλισμένων σε αποτελούν σημαντικό παράγοντα για την υποβάθμιση της εργασίας. Τα χαμηλά επίπεδα συνδικαλισμού (συνολικά 25% ,και μόλις 10% στον ιδιωτικό τομέα)ευνοούν την επέλαση του κεφαλαίου για την κατεδάφιση εργασιακών δικαιωμάτων και την εξατομίκευση των εργασιακών σχέσεων. Εκτός από τους  εξωτερικούς παράγοντες που επηρεάζουν τα συνδικάτα και έχουν καθοριστικά συμβάλλει σε αυτό το αποτέλεσμα ,η κρίση τους οφείλεται και σε σοβαρούς υποκειμενικούς παράγοντες,  όταν και από τους δικούς τους κόλπους απαξιώνεται με πράξεις και παραλείψεις η έννοια του συνδικαλισμού.

 

 

3.Προτάσεις για την αναβάθμιση της εργασίας

 

3.1          Γενικό πλαίσιο

Η αναβάθμιση της εργασίας στην Ελλάδα προϋποθέτει μια σειρά γενικότερων εξελίξεων και την συμβολή παραγόντων που αφορούν στο διεθνές αλλά και στο εθνικό πεδίο. Το κύριο βάρος ανήκει στις εσωτερικές εξελίξεις και στον κοινωνικοπολιτικό συσχετισμό υπέρ των δυνάμεων της εργασίας χωρίς να υποτιμάται ο ρόλος ενός ευνοϊκότερου διεθνούς περιβάλλοντος.

Η αναβάθμιση της εργασίας απαιτεί καταρχάς μια διαφορετική οικονομική πολιτική σε απόλυτη σύζευξη με την κοινωνική πολιτική ώστε το προϊόν της ανάπτυξης να κατανέμεται προς όφελος της κοινωνίας αντίθετα από τις αλλεπάλληλες πολιτικές των τελευταίων χρόνων με επίκεντρο την αύξηση της εκμετάλλευσης των εργαζομένων και την όξυνση των ανισοτήτων. Σε αυτό το πλαίσιο η δημιουργία των όρων για αξιοπρεπείς εργασιακούς όρους και μισθούς ως βασικών εργαλείων για την ενίσχυση της εσωτερικής ζήτησης και την βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης των εργαζομένων αποτελεί απόλυτη προτεραιότητα. Η επίτευξη αυτού του στόχου προϋποθέτει  ένα διαφορετικό παραγωγικό μοντέλο στηριγμένο στις παραγωγικές  δυνατότητες της χώρας αντί της απαξίωσής τους, τον καθοριστικό ρόλο του κράτους στην προάσπιση του δημόσιου πλούτου και των δημόσιων αγαθών, την εθνικοποίηση βασικών τομέων της οικονομίας  αντί των πολιτικών ιδιωτικοποίησης και υποθήκευσης της δημόσιας περιουσίας. Προϋποθέτει την στήριξη και την ανάπτυξη του δημόσιου χαρακτήρα της υγείας, της παιδείας , της κοινωνικής ασφάλισης και της πρόνοιας για τους κοινωνικά αδύνατους. Προϋποθέτει  τη λειτουργία του τραπεζικού συστήματος που θα προστατεύει την μικρομεσαία επιχειρηματική δραστηριότητα, που αντιπροσωπεύει και  τη μεγάλη πλειονότητα της απασχόλησης, απέναντι στις  εντεινόμενες πολιτικές ενίσχυσης των μεγάλων επιχειρήσεων και της  συγκέντρωσης του κεφαλαίου.  Απαιτεί ένα αναγεννημένο συνδικαλιστικό κίνημα που να αποκαθιστά την έννοια του συνδικαλισμού στις συνειδήσεις των εργαζομένων που να εμπνέεται από τους σύγχρονους αγώνες των οργανώσεων βάσης αποτινάζοντας τα βάρη της αναξιοπιστίας που εκπέμπουν οι ηγεσίες της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας. Ένα συνδικαλιστικό κίνημα που θα επαναφέρει με σύγχρονους όρους τις βασικές αρχές του συνδικαλισμού όπως η αλληλεγγύη ανάμεσα στις δυνάμεις της εργασίας, η ενότητα της συνδικαλιστικής δράσης, η απεξάρτηση από εργοδοτικές, κυβερνητικές και κομματικές παρεμβάσεις, η οργανωτική και λειτουργική αυτονομία, η εσωτερική δημοκρατία και η ανιδιοτελής συμμετοχή με στόχο τη μέγιστη μαζικότητα και την αποτελεσματικότητα των κοινωνικών αγώνων.

 

3.2          Αναγκαίες παρεμβάσεις

Η ραγδαία υποβάθμιση της εργασίας που συντελείται στην τελευταία δεκαετία επιβάλλει την ανάγκη για μια σειρά από αναγκαίες παρεμβάσεις με κύριους άξονες την κατάργηση των αντεργατικών νόμων των τελευταίων χρόνων και την βελτίωση της εργατικής νομοθεσίας  αποκαθιστώντας τον προστατευτικό της ρόλο για την αδύνατη πλευρά της εργασιακής σχέσης. Οι παρεμβάσεις αυτές  πρέπει να κινούνται σε βασικούς άξονες που θα εξειδικεύονται με συγκεκριμένα μέτρα σε μια πορεία περιορισμού των νομοθετημάτων της ενίσχυσης του εργοδότη και της αύξησης του βαθμού της εκμετάλλευσης  των εργαζομένων. Πρόκειται για μέτρα στην κατεύθυνση της ενίσχυσης της εργασίας και των δικαιωμάτων της στο πλαίσιο της γενικότερης και απώτερης  στόχευσης για την κατάργηση της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης. Οι άξονες των παρεμβάσεων συμπυκνώνονται στα εξής:

 

3.2.1.     Επέκταση της εφαρμογής της εργατικής νομοθεσίας σε κατηγορίες εργαζομένων υπό το φως των νέων δεδομένων της έννοιας της εξαρτημένης εργασίας

Η αντιμετώπιση του εκτεταμένου φαινομένου της ψευδοαυτοαπασχόλησης  για εργαζόμενους που, ουσιαστικά, είναι εξαρτημένοι από εργοδότη, εντάσσεται στις βασικές προτεραιότητες απέναντι σε πρακτικές παραβίασης και καταστρατήγησης εργασιακών δικαιωμάτων. Οι εργαζόμενοι με τα «μπλοκάκια», μακριά από την προστασία και την εφαρμογή της εργατικής νομοθεσίας, είναι αποτέλεσμα είτε εργοδοτικών αυθαιρεσιών, είτε νομοθετικών κενών που αφήνουν περιθώρια στην εργοδοσία να αντιμετωπίζει ως ανεξάρτητους μεγάλες κατηγορίες  εργαζομένων με υποκρυπτόμενη εξαρτημένη εργασία. Οι αλλαγές στη φύση της εργασίας που ευνοεί την ανάπτυξη της γκρίζας ζώνης μεταξύ αυτοαπασχολούμενων και  μισθωτών αξιοποιούνται από το κεφάλαιο για την αποφυγή των υποχρεώσεων απέναντι στα εργασιακά και στα ασφαλιστικά  δικαιώματα . Η ανάπτυξη και η χρήση των νέων τεχνολογιών με την τηλεργασία και την ψηφιακή εργασία ενισχύουν σημαντικά αυτό το φαινόμενο που απαιτεί  παρεμβάσεις σε δύο κατευθύνσεις:

α)Την ενίσχυση της αποτελεσματικότητας των μηχανισμών ελέγχου της εργατικής νομοθεσίας απέναντι σε αυθαίρετες εργοδοτικές πρακτικές που παρουσιάζουν ως ελεύθερους επαγγελματίες εργαζόμενους αν και έχουν όλα τα τυπικά χαρακτηριστικά της μισθωτής σχέσης.

β)Την ένταξη στο εργατικό δίκαιο των εργαζομένων που το κύριο και το αποκλειστικό τους εισόδημα προέρχεται από ένα εργοδότη , ή  αν αυτός έχει τον ουσιαστικό έλεγχο των βασικών όρων εργασίας (τόπος , χρόνος, τρόπος παροχής της), ανεξάρτητα από τον αν  αυτή παρέχεται με τηλεργασία και μέσα από ψηφιακή πλατφόρμα.

 

3.2.2 Η στήριξη της πλήρους και σταθερής απασχόλησης σε βάρος  της ευελιξίας ως εργαλείου απορρύθμισης των εργασιακών σχέσεων

 

Η ιλιγγιώδης ανάπτυξη της ευελιξίας της εργασίας  και η σταδιακή καθιέρωση ενός ευέλικτου και φθηνού εργασιακού προτύπου αμφισβητεί έντονα τον θεσμό της πλήρους και σταθερής απασχόλησης. Η εκτεταμένη εφαρμογή των ευέλικτων μορφών απασχόλησης(μερική, εκ περιτροπής, δανεισμός, προσωρινές συμβάσεις κλπ)που κυριαρχούν στις νέες προσλήψεις, όχι μόνο αυξάνουν εντυπωσιακά την παρουσία τους, αλλά συμπιέζουν τους μισθούς και τα δικαιώματα και των υπόλοιπων εργαζομένων, οδηγώντας στην συνολική υποβάθμιση της εργασίας  και στην εκτεταμένη φτωχοποίηση μέσα στους κόλπους της . Επίσης το ευέλικτο εργασιακό πρότυπο συναντάται και στην πλήρη και σταθερή απασχόληση μέσα από την ελαστικοποίηση των ωραρίων και του τρόπου διαμόρφωσης των αμοιβών. Σε γενικές  γραμμές, όλες οι μορφές ευελιξίας συνεπάγονται μείωση του κόστους των επιχειρήσεων  και χρησιμοποιούνται σε μεγάλο βαθμό ως εργαλεία απορρύθμισης των εργασιακών σχέσεων και δημιουργίας εργαζόμενων πολλών ταχυτήτων.   Η αντιμετώπιση αυτών των προβλημάτων απαιτεί:

α)Πολιτικές στήριξης της σταθερής και πλήρους απασχόλησης με στόχο τον δραστικό περιορισμό της ευέλικτης εργασίας. Ο βαθμός αυτού του περιορισμού εξαρτάται και από τον βαθμό απεξάρτησης από τις διεθνείς δεσμεύσεις της χώρας. Αυτό σημαίνει ότι, σε πρώτο επίπεδο,  η προσφυγή στην ευέλικτη εργασία θα προϋποθέτει αυστηρούς κανόνες , θα στηρίζεται στην πραγματική, και όχι στην επίπλαστη, βούληση του εργαζόμενο, και θα συνδέεται με σοβαρή αναβάθμιση των αμοιβών και των δικαιωμάτων των ευέλικτα εργαζομένων . Στόχος είναι η αποτροπή  της εύκολης και φθηνής λύσης της ευέλικτης εργασίας για τις ανάγκες των επιχειρήσεων που επέβαλαν οι νόμοι των μνημονίων και της πανδημίας. Απώτερος ο στόχος είναι η κατάργηση μορφών εργασίας που προσβάλλουν την προσωπικότητα του εργαζόμενου(πχ. ενοικίαση εργασίας).

β)Σοβαρή μείωση του εργάσιμου χρόνου με διατήρηση αποδοχών για την καταπολέμηση της ανεργίας και τη δημιουργία θέσεων εργασίας πλήρους απασχόλησης

 

3.2.3      Η προστασία από τις απολύσεις  και η προστασία των ανέργων

Η διευκόλυνση των ατομικών και των ομαδικών απολύσεων που νομοθετείται με καταιγίδα αδιάκοπων μέτρων από το πρώτο μνημόνιο μέχρι και το νόμο Χατζηδάκη έχει οξύνει το πρόβλημα της εργασιακής επισφάλειας. Η κατάσταση αυτή, σε συνδυασμό με την υψηλή ανεργία, όχι μόνο  συντελεί  στην συγκράτηση και στη μείωση των μισθών, αλλά δημιουργεί όρους διαμετρικά αντίθετους από αυτούς που απαιτούν οι ανάγκες μιας υγιούς κοινωνίας. Η διατήρηση μάλιστα της ανεργίας σε υψηλά επίπεδα, παρά την αύξηση της επισφαλούς εργασίας,  αυξάνει τον κίνδυνο φτωχοποίησης  όταν μόλις  το 10% των ανέργων επιδοτείται, ενώ  η διάρκεια και το ύψος της επιδότησης κινούνται σε πολύ χαμηλά επίπεδα απέχοντας σε μεγάλο βαθμό από την ουσιαστική προστασίας τους. Η κατάσταση αυτή απαιτεί:

α)Μέτρα προστασίας από τις απολύσεις με την κατάργηση των σχετικών μνημονιακών νόμων και των διατάξεων Χατζηδάκη, καθώς και μέτρα για την βελτίωση της προ μνημονίων νομοθεσίας. Επιπλέον επιβάλλεται η καθιέρωση των αιτιολογημένων απολύσεων  με ειδικό πλαίσιο λειτουργίας  και  η επαναφορά του αποφασιστικού ρόλου του κράτους για τις ομαδικές απολύσεις.

β)Μέτρα προστασίας της εργασίας στο Δημόσιο με την κατάργηση των μνημονιακών μέτρων που ευνοούν την κατάργηση της μονιμότητας των δημοσίων υπαλλήλων και των αιτιολογημένων απολύσεων στις επιχειρήσεις και στους οργανισμούς κοινής ωφέλειας.

γ)Μέτρα ενίσχυσης  της προστασίας των ανέργων με την χαλάρωση των αυστηρών κριτηρίων επιδότησης ,την κάλυψη της μακροχρόνιας ανεργίας και την καθιέρωση επιδόματος αναλογικής αναπλήρωσης του μισθού των ανέργων.

δ)Οι πολιτικές στήριξης της απασχόλησης των ανέργων θα πρέπει να βασίζεται στην αναδιοργάνωση της λειτουργίας και στην ενίσχυση της αποτελεσματικότητας του ΟΑΕΔ, στον ορθολογισμό του πλαισίου λειτουργίας  των προγραμμάτων επαγγελματικής εκπαίδευσης και κατάρτισης με ουσιαστικό έλεγχο και αξιολόγησή τους. Επίσης, οι πολιτικές επιδότησης της απασχόλησης θα πρέπει να αποσκοπούν στην ουσιαστική στήριξή της και να μην αποτελούν το άλλοθι για την επιδότηση των επιχειρήσεων χωρίς ουσιαστικό αντίκρισμα σε σταθερές σχέσεις εργασίας. Τέλος, η στήριξη της απασχόλησης θα πρέπει να συνοδεύεται και από την καθιέρωση φόρου απολύσεων στην περίπτωση των εξαγορών και των συγχωνεύσεων επιχειρήσεων που συνεπάγονται απώλειες θέσεων εργασίας. Στην αντίθετη κατεύθυνση από τις πολιτικές συγκέντρωσης και συγκεντροποίησης του κεφαλαίου, θα πρέπει να υπάρχουν πολιτικές στήριξης για  τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις που απασχολούν και τη μεγάλη πλειονότητα των εργαζομένων.

 

3.2.4      Η μείωση του χρόνου εργασίας ως μέσο ενίσχυσης της απασχόλησης και βελτίωσης των  εργασιακών συνθηκών και των όρων διαβίωσης των εργαζομένων

Η Ελλάδα παρουσιάζει τον υψηλότερο ετήσιο χρόνο εργασίας στην Ευρώπη, πρόβλημα που επιτείνεται και από την υψηλή χρήση των υπερωριών. Η κατάσταση αυτή επιδεινώνεται περισσότερο από τον πρόσφατο νόμο Χατζηδάκη και την αύξηση των υπερωριών επιβαρύνοντας σημαντικά τον κόσμο της εργασίας και ενισχύοντας τους όρους εξουθένωσής του. Επίσης κατά την διάρκεια των μνημονίων αυξήθηκε και ο εργάσιμος χρόνος στο Δημόσιο σε πλήρη εξίσωση με τα όσα ισχύουν στον ιδιωτικό τομέα. Τέλος,  η Ελλάδα παρουσιάζει και το μεγαλύτερο ποσοστό εργαζομένων τις Κυριακές, στοιχείο που συμβάλλει στην αποδιοργάνωση της οικογενειακής και κοινωνικής τους ζωής ως αποτέλεσμα της εκτεταμένης απελευθέρωσης των ωραρίων λειτουργίας των καταστημάτων.

Οι παρεμβάσεις που απαιτούνται σχετικά με τις πολιτικές του χρόνου εργασίας  θα πρέπει να αποβλέπουν στα εξής:

α)Στην βελτίωση των συνθηκών εργασίας  και την παροχή δυνατότητας για περισσότερο ελεύθερο χρόνο

β)Στην αύξηση της απασχόλησης και στη μείωση της ανεργίας.

Σε αυτό το πλαίσιο περιλαμβάνεται η μείωση του χρόνου εργασίας με διατήρηση των αποδοχών ως μέτρο αύξησης του μεριδίου της εργασίας στον παραγόμενο πλούτο, η αύξηση του κόστους των υπερωριών, ο περιορισμός των μέτρων απελευθέρωσης των ωραρίων των επιχειρήσεων και η κατάργηση των ελαστικών διευθετήσεων του εργάσιμου χρόνου. Η μείωση του χρόνου εργασίας θα πρέπει να συνοδεύεται και από μέτρα στήριξης των μικρομεσαίων επιχειρήσεων προκειμένου να ανταπεξέλθουν στον ανταγωνισμό των μεγάλων οικονομικών μεγεθών.

 

3.2.5 Η προστασία και η ενίσχυση των συλλογικών δικαιωμάτων των εργαζομένων

Κατά την τελευταία δεκαετία τα συλλογικά δικαιώματα των εργαζομένων υπέστησαν σοβαρά πλήγματα. Η αποδιάρθρωση του συστήματος των συλλογικών συμβάσεων και της διαιτησίας, ο περιορισμός στα συνδικαλιστικά δικαιώματα, η ψήφιση πρόσθετων κατασταλτικών και επώδυνων μέτρων κατά της απεργίας και των συναθροίσεων αποτελούν  χαρακτηριστικά δείγματα  των νεοφιλελεύθερων πολιτικών που κυριαρχούν κατά την περίοδο αυτή. Τα πλήγματα στα συλλογικά εργασιακά δικαιώματα  αποδυναμώνουν ακόμα περισσότερο τον ρόλο των συνδικάτων, που βιώνουν σοβαρή κρίση κατά την τελευταία 30ετία. Επίσης ενισχύουν το φαινόμενο της  εξατομίκευσης των εργασιακών σχέσεων θέτοντας στο στόχαστρο την έννοια του συνδικαλισμού που καταγγέλλεται σαν αντιαναπτυξιακό μόρφωμα μιας άλλης εποχής.

Οι παρεμβάσεις που απαιτούνται για την προστασία και την ενίσχυση των συλλογικών εργασιακών δικαιωμάτων συμπυκνώνονται στα εξής:

α)Αποκατάσταση των συλλογικών συμβάσεων και των βασικών τους αρχών(επεκτασιμότητα, εύνοια) χωρίς περιορισμούς, και αναγνώριση νέων ειδών συλλογικής διαπραγμάτευσης που να ανταποκρίνονται στις σύγχρονες οικονομικές εξελίξεις(πχ. σε επίπεδο ομίλου επιχείρησης)

β)Αποκατάσταση του συστήματος επίλυσης των συλλογικών διαφορών με άξονα την αποκατάσταση του ρόλου ΟΜΕΔ  και την απρόσκοπτη δυνατότητα μονομερούς προσφυγής στη διαιτησία.

γ)Κατάργηση των αντιαπεργιακών διατάξεων της τελευταίας δεκαετίας

δ)Παρεμβάσεις στον συνδικαλιστικό νόμο με στόχο την ανεμπόδιστη άσκηση της συνδικαλιστικής δράσης,  και με μέτρα ενίσχυσης της συνδικαλιστικής παρουσίας,  κυρίως στις μικρές επιχειρήσεις και  σε δομές σύνθετης οικονομικής δραστηριότητας(πχ. αεροδρόμια, εμπορικά κέντρα)

ε)Τέλος, το  μεγάλο και καθοριστικό  κεφάλαιο της αναγέννησης και της επανεκκίνησης του συνδικαλιστικού κινήματος απαιτεί ειδικότερη συζήτηση και μέτρα που περισσότερο αφορούν την εσωτερική λειτουργία και οργάνωση των συνδικάτων και λιγότερο σε νομοθετικές παρεμβάσεις. Για αυτό και  το κεφάλαιο του συνδικαλισμού πρέπει να αποτελεί αντικείμενο διεξοδικότερης προσέγγισης για την αναζήτηση των αναγκαίων μέτρων που θα συμβάλλουν στην κατεύθυνση αυτή.

 

 

3.2.6 Η ενίσχυση της αγοραστικής  δύναμης των εργαζομένων και η δημιουργία όρων για αξιοπρεπείς μισθούς

 

Η καταρράκωση των μισθών που συντελείται  από τα χρόνια των μνημονίων  έχει οδηγήσει το 40% των μισθών να μην υπερβαίνουν τα κατώτατα μισθολογικά όρια  των πρώτων μνημονιακών χρόνων. Η Ελλάδα είναι η μοναδική ευρωπαϊκή χώρα που καταγράφει μείωση μισθών (ονομαστική και πραγματική)κατά την τελευταία δεκαετία. Ο κατώτατος μισθός βρίσκεται στη 5η χαμηλότερη θέση από πλευράς αγοραστικής δύναμης αντιπροσωπεύοντας το 48% του διάμεσου μισθού, και βρίσκεται κάτω από τα όρια της φτώχειας. Η κατάσταση αυτή  απορρέει από τα μνημονιακά μέτρα συμπίεσης των κατώτατων μισθών, με τη δέσμευση να παρακολουθεί την πορεία των αντίστοιχων μισθών στις χώρες της ΝΑ Ευρώπης, και τέλος από την αποδιάρθρωση των συλλογικών συμβάσεων και την κυριαρχία των ατομικών συμβάσεων εργασίας.

Η αντιστροφή αυτής της κατάστασης απαιτεί τη γενναία αύξηση των μισθών που θα ενισχύσει την εσωτερική ζήτηση προς την οποία είναι στραμμένη και συντριπτική πλειονότητα των επιχειρήσεων στην Ελλάδα . Ειδικότερα προϋποθέτει:

α)Αύξηση του κατώτατου μισθού στο 60% του σημερινού διάμεσου μισθού που αντιστοιχεί στα 809 ευρώ ώστε να μην υπολείπεται από το όριο φτώχειας. Αυτή η αύξηση μπορεί να προκύπτει σε διάστημα διετίας με άμεση αύξηση στα 751 ευρώ, επίπεδα που ίσχυαν πριν από τις μνημονιακές παρεμβάσεις.

β)Αποκατάσταση του συστήματος των συλλογικών συμβάσεων με την κατάργηση των εξαιρέσεων στις αρχές της επεκτασιμότητας και της εύνοιας και την παράλληλη αποκατάσταση του ανεξάρτητου ρόλου του ΟΜΕΔ.

 

3.2.7      Κατάργηση των μέτρων απορρύθμισης και αναβάθμιση της εργασίας  στον δημόσιο τομέα

 

Η απορρύθμιση των εργασιακών σχέσεων στον δημόσιο τομέα που συντελείται μεθοδευμένα και με ιδιαίτερη ένταση κατά την περίοδο των μνημονίων, υλοποιεί τον διακηρυγμένο στόχο της σύγκλισης των εργασιακών καθεστώτων ανάμεσα στον ιδιωτικό και στον δημόσιο τομέα με όρους συνολικής υποβάθμισης της εργασίας. Ταυτόχρονα οι πολιτικές αυτές συνοδεύονται με σημαντική μείωση της απασχόλησης στο Δημόσιο(κατά 23%) παράλληλα με τα κύματα των ιδιωτικοποιήσεων.

Σε μια περίοδο που οι κρίσεις της τελευταίας δεκαετίας, και κυρίως η κρίση της πανδημίας, αναδεικνύουν  τον αναντικατάστατο ρόλο του κράτους και ειδικότερα του κοινωνικού κράτους ως βασικού εργαλείου για την αντιμετώπιση των κρίσεων και την αντιμετώπιση των παρενεργειών που αυτές επιφέρουν. Σε αυτό το πλαίσιο οι βασικές προτεραιότητες εντοπίζονται:

α)Στην ενίσχυση του ρόλου του δημόσιου τομέα μέσα από την αύξηση της απασχόλησης στους βασικούς τομείς άξονες της κοινωνικής πολιτικής(πχ. υγεία, παιδεία)

β) Στη λήξη των πολιτικών αποκρατικοποιήσεων και στην στροφή σε μια αντίθετη πορεία επιστροφής της δημόσιας περιουσίας στην ελληνική κοινωνία.

γ)Στη κατάργηση των μνημονικών μέτρων περιορισμού των εργασιακών δικαιωμάτων στο Δημόσιο.

δ)Κατάργηση του καθεστώτος των πολλαπλών εργασιακών ταχυτήτων στο Δημόσιο.

 

 

3.2.8      Αναβάθμιση των μηχανισμών ελέγχου για την αποτελεσματική εφαρμογή της εργατικής νομοθεσίας

 

Το φαινόμενο της παραβίασης της εργατικής νομοθεσίας εξακολουθεί να αποτελεί κεντρικό πρόβλημα στην ελληνική αγορά εργασίας. Η εκτεταμένη παραοικονομία, που κινείται γύρω στο 30% του ΑΕΠ, οι αναποτελεσματικοί μηχανισμοί ελέγχου  για την εφαρμογή μιας νομοθεσίας που γίνεται ολοένα και περισσότερο ευέλικτη με πολυδαίδαλες διατάξεις, ο μη συντονισμός του συνόλου των ελεγκτικών μηχανισμών του κράτους  σε συνδυασμό με τις χρονοβόρες και υψηλού κόστους διαδικασίες απονομής της δικαιοσύνης, συνιστούν τις βασικές αιτίες αυτής της κατάστασης.

Οι αναγκαίες παρεμβάσεις  για την αντιμετώπιση του προβλήματος συμπυκνώνονται:

 

α)Στην ποσοτική και ποιοτική αναβάθμιση της επιθεώρησης εργασίας  με την αύξηση  του προσωπικού και την αξιοποίηση των επιτευγμάτων της νέας τεχνολογίας. Ο στόχος αυτός  συνδέεται με την ανάληψη της πλήρους ευθύνης του Κράτους  για την αποτελεσματικότητα της λειτουργίας της ως βασικό στοιχείο της πολιτικής του μακριά από λογικές μετατροπής της σε ανεξάρτητη αρχή.

β)Στον συντονισμό δράσης των ελεγκτικών μηχανισμών (εργατικής, ασφαλιστικής,  φορολογικής, μεταναστευτικής  νομοθεσίας) για την ενίσχυση της αποτελεσματικότητας απέναντι στην εργοδοτική παραβατικότητα.

γ)Στην δημιουργία αποτελεσματικών μηχανισμών ελέγχου για την εργασία των εργατών γης

δ)Στην ταχεία απονομή της δικαιοσύνης για τις εργατικές διαφορές και στην καθιέρωση εργατοδικείων με ειδικές αρμοδιότητες για τα εργασιακά θέματα  αποφορτίζοντας την ύλη των πολιτικών δικαστηρίων.

 

 

3.3 Όροι υλοποίησης των προτεινόμενων μέτρων

Η αναβάθμιση της εργασίας στην Ελλάδα και η υλοποίηση των προτεινόμενων  μέτρων προϋποθέτουν ένα κοινωνικοπολιτικό συσχετισμό δυνάμεων στον εθνικό, κυρίως, αλλά και στον διεθνή χώρο. Είναι προφανές ότι εκτός από τον αναγκαίο και καθοριστικό ρόλο του εργατικού κινήματος το βάθεμα των παρεμβάσεων απαιτεί και την γενικότερη στάση της κρατικής εξουσίας. Ερώτημα προκύπτει ως προς το κατά πόσο η κρατική εξουσία, ακόμα και αν επικαλείται την πολιτική της βούληση, διαθέτει την ανεξαρτησία να εφαρμόζει  πολιτικές  που  προσκρούουν σε ευρύτερες  εξωτερικές δεσμεύσεις της χώρας. Και αυτό γιατί εκτός από τις καπιταλιστικές δομές  των οποίων η ανατροπή αποτελεί και τον απώτερο στόχο, υπάρχουν προτάσεις που είναι δυνατή η άμεση εφαρμογή τους, άλλες προσκρούουν στο κοινοτικό δίκαιο λόγω της συμμετοχής της χώρας στην ΕΕ και στην ΟΝΕ, και άλλες που προσκρούουν στις μακρόχρονες μεταμνημονιακές δεσμεύσεις της χώρας στο πλαίσιο της μετατροπής της σε αποικία χρέους. Επομένως, γίνεται  σαφές ότι η ρεαλιστική κατάθεση δέσμης προτάσεων θα πρέπει να συνοδεύεται και με τις απαιτούμενες ρήξεις που απαιτούνται με τους παράγοντες εκείνους που εμποδίζουν την υλοποίησή τους.

Στη βάση των παραπάνω  ακολουθεί και μια ενδεικτική δέσμη προτάσεων που κατηγοριοποιείται ανάλογα με την άμεση δυνατότητα εφαρμογής τους ή αν  η υλοποίησή τους  απαιτεί την υπερπήδηση συγκεκριμένων θεσμικών εμποδίων.

3.3.1 Δυνατότητα άμεσης εφαρμογής μέτρων

Σε αυτή την κατηγορία υπάγονται μέτρα για τα οποία υπάρχει απόλυτη ελευθερία υιοθέτησής τους ή εντάσσονται σε ένα πνεύμα διεκδικήσεων που δεν έρχονται σε ευθεία αντίθεση με ρητές δεσμεύσεις της χώρας :

α) Μέτρα για την αναβάθμιση των μηχανισμών ελέγχου εφαρμογής της εργατικής νομοθεσίας

β)Μέτρα επέκτασης της ένταξης στην εργατική νομοθεσία και καταπολέμησης της ψευδοαυτοαπασχόλησης

γ) Κατάργηση των αντεργατικών διατάξεων της μεταμνημονιακής κυβέρνησης της ΝΔ(διατάξεις Βρούτση, Χατζηδάκη)

δ)Αναβάθμιση του ρόλου των συλλογικών συμβάσεων και του ΟΜΕΔ

ε)Μέτρα περιορισμού των επιπτώσεων των ευέλικτων μορφών απασχόλησης που δεν υπάγονται σε μνημονιακές ρυθμίσεις(πχ. εργασία σε εργολαβίες/υπεργολαβίες, αναβάθμιση εργασιακών δικαιωμάτων σε μερική απασχόληση, σε ενοικίαση εργαζομένων κλπ )

στ)Μέτρα περιορισμού των απολύσεων που δεν αντιτίθενται ευθέως σε μνημονιακές ρυθμίσεις  (πχ. αιτιολόγηση απολύσεων)

ζ)Μέτρα συγκρατημένων  αυξήσεων στον κατώτατο μισθό

η)Μέτρα μείωσης του εργάσιμου χρόνου

θ)Μέτρα ενίσχυσης των εργασιακών  δικαιωμάτων στον δημόσιο τομέα που δεν αντιτίθενται σε μνημονιακές ρυθμίσεις(πχ. βελτίωση του δημοσιοϋπαλληλικού κώδικα, κατάργηση διάκρισης νέων και παλαιών εργαζόμενων)

ι)Μέτρα για τους εργαζόμενους μετανάστες(πχ. κατάργηση νομικών διακρίσεων, μέτρα για τους εργάτες γης)

ια)Παρεμβάσεις σε ευρύ φάσμα κατοχύρωσης δικαιωμάτων και ενίσχυσης θεσμικών κατακτήσεων των εργαζομένων

 

3.3.2 Μέτρα που απαιτούν την ρήξη με τις μεταμνημονιακές δεσμεύσεις της χώρας

Σε αυτή την κατηγορία υπάγονται μέτρα που νομοθετήθηκαν κατά τις μνημονιακές περιόδους με την δέσμευση μη επιστροφής στο «αντιαναπτυξιακό» παρελθόν, καθώς η αλλαγή τους  προϋποθέτει την ρήξη με τις μνημονιακές και τις μεταμνημονιακές δεσμεύσεις  ή την δυναμική επιβολή από την κοινωνία της ανοχής των δανειστών στο πλαίσιο της μακροχρόνιας αυστηρής επιτήρησης της χώρας :

α)Κατάργηση μνημονιακών νόμων για την επέκταση των ευέλικτων μορφών απασχόλησης και  των ευέλικτων ωραρίων

β)Κατάργηση των μνημονιακών νόμων για την διευκόλυνση των ατομικών και ομαδικών απολύσεων

γ)Κατάργηση των μνημονιακών νόμων για τους περιορισμούς στις αυξήσεις των μισθών(πχ. τριετίες, ωριμάνσεις)

δ)Γενναία αύξηση του κατώτατου μισθού χωρίς τις μνημονιακές δεσμεύσεις παρακολούθησης της εξέλιξης των μισθών στις γειτονικές βαλκανικές χώρες και σταδιακή σύγκλιση με αυτές.

ε)Κατάργηση των ιδιωτικοποιήσεων και της μακρόχρονης υποθήκευσης της δημόσιας περιουσίας ως αποτέλεσμα των δεσμεύσεων απέναντι στην εξυπηρέτηση του υπερβολικού και μη βιώσιμου δημόσιου χρέους

 

3.3.3 Μέτρα που απαιτούν ρήξη με τις δεσμεύσεις της χώρας απέναντι στην ΕΕ και στην ΟΝΕ

Σε αυτή την κατηγορία εντάσσονται μέτρα που έρχονται σε αντίθεση με τους κοινοτικούς νόμους και τις κατευθύνσεις της ΕΕ και της ΟΝΕ σχετικά με τις πολιτικές τους στην αγορά εργασίας:

α)Κατάργηση των πολιτικών ενίσχυσης της ευελιξίας της εργασίας και μείωσης του εργασιακού «κόστους» ως κεντρικών επιλογών για την  αγορά εργασίας  και στην υπηρεσία της ανταγωνιστικότητας των επιχειρήσεων.

β)Κατάργηση του περιορισμού του ρόλου δημόσιου τομέα μέσα από  τις πολιτικές ιδιωτικοποιήσεων στο πλαίσιο της απελευθέρωσης των αγορών που προωθεί η πολιτική ΕΕ, σε συνδυασμό με τον σιδερένιο  κανόνα για την συγκράτηση των δημοσίων ελλειμμάτων που επιτάσσει η ΟΝΕ

γ)Κατάργηση της πολιτικής σύγκλισης του εργασιακού καθεστώτος δημόσιου και ιδιωτικού τομέα με όρους συνολικής υποβάθμισης που προωθούν από κοινού ΕΕ και ΟΝΕ

δ)Κατάργηση των περιορισμών στις αυξήσεις μισθών στο πλαίσιο των σιδερένιων νομισματικών κανόνων για την συγκράτηση του πληθωρισμού και των μισθών.

ε)Κατάργηση ευέλικτων μορφών απασχόλησης που αναγνωρίζονται από το κοινοτικό δίκαιο και προσβάλλουν την προσωπικότητα του εργαζόμενου ή  επιβαρύνουν επικίνδυνα τις εργασιακές συνθήκες(πχ.  η ενοικίαση εργαζομένων, 13ωρη ημερήσια εργασία)

στ) Ριζική μείωση του χρόνου εργασίας με διατήρηση των αποδοχών που αντίκειται στην ευρωπαϊκή πολιτική η οποία προτάσσει την μείωση του «κόστους» εργασίας για την ανταγωνιστικότητα των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων

Σχόλια (0)

Το email σας δεν θα δημοσιευθεί.