Ετήσια Έκθεση ΙΝΕ-ΓΣΕΕ για την Ελληνική Οικονομία και την Απασχόληση (2017),του Δημήτρη Κατσορίδα

Ετήσια Έκθεση ΙΝΕ-ΓΣΕΕ για την Ελληνική Οικονομία και την Απασχόληση (2017),του Δημήτρη Κατσορίδα

Μια πολύ ενδιαφέρουσα παρουσίαση από τον Δ. Κατσορίδα των αποτελεσμάτων των στοιχείων του  ΙΝΕ-ΓΣΕΕ για την Ελληνική Οικονομία και την Απασχόληση του 2017.  Η παρουσίαση καθώς και τα συμπεράσματα που θα ακολουθούσουν θα είναι σε δυο μέρη

.

Στο παρόν κείμενο θα επιχειρήσουμε να περιγράψουμε την κατάσταση της εργατικής τάξης στην Ελλάδα. Στη βάση αυτή θα στηριχτούμε τόσο στην Έκθεση του ΙΝΕ-ΓΣΕΕ για την Ελληνική Οικονομία και την Απασχόληση (2017), όσο και σε άλλα στοιχεία που αποκαλύπτουν το μέγεθος της γενοκτονίας που έχει επέλθει στις εργαζόμενες τάξεις στην Ελλάδα, σε συνδυασμό με την εξέλιξη των απεργιών από το 2010 και μετά.

Η εν λόγω διερεύνηση αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον επειδή κατά την περίοδο αυτή έχουν συντελεστεί ραγδαίες μεταβολές στην απασχόληση και στις εργασιακές σχέσεις τόσο εξαιτίας της οικονομικής κρίσης όσο και των πολιτικών των μνημονίων.

Ειδικότερα:

Το βασικό συμπέρασμα της Έκθεσης του ΙΝΕ είναι ότι η οικονομία βρίσκεται σε μια κατάσταση εύθραυστης στασιμότητας και μη διατηρήσιμης δυναμικής. Τα  εμπειρικά στοιχεία αιτιολογούν την υψηλή αβεβαιότητα, ειδικά για τη μη διατηρησιμότητα της κατανάλωσης, την αποεπένδυση και τις αρνητικές επιπτώσεις αυτής στην ανταγωνιστικότητα της οικονομίας. Συγκεκριμένα, οι επιχειρήσεις έχουν υποστεί απώλεια του κεφαλαιακού τους αποθέματος ύψους 34 δις ευρώ στο διάστημα από το 2009-2016, ενώ παρά την αύξηση των καθαρών επενδύσεων, ο ρυθμός τους  εξακολουθεί να είναι αρνητικός.

Παρουσιάζονται οι συνεχιζόμενες ανησυχητικές εξελίξεις στα ποσοστά και στη διάρθρωση της ανεργίας και της απασχόλησης, καθώς επίσης και στις εργασιακές σχέσεις με έμφαση στα υψηλά ποσοστά της μερικής απασχόλησης. Τα επίσημα στοιχεία δείχνουν ότι από τα 3.736.700 άτομα που είναι το σύνολο των απασχολουμένων, τα 2.473.700 είναι μισθωτοί (δηλαδή, τα 2/3 περίπου των απασχολουμένων). Οι άνεργοι ανέρχονται σε 1.092.600 άτομα (22,6%), παρουσιάζοντας μια τάση οριακής βελτίωσης που ξεκίνησε από το 2014. Οι αιτίες που, μεταξύ 2014-16, εμφανίζεται μια σχετική μείωση της ανεργίας με παράλληλη αύξηση της απασχόλησης είναι κατά πρώτον το γεγονός ότι ένα τμήμα των ανέργων έχει βγει από την αγορά εργασίας διότι έχει σταματήσει να αναζητά εργασία, και κατά δεύτερον εξαιτίας των προγραμμάτων κατάρτισης και απασχόλησης (όπως π.χ. τα πεντάμηνα προγράμματα κοινωφελούς απασχόλησης), αλλά και σε θέσεις που δημιουργήθηκαν στον τουρισμό, στο εμπόριο, στη μεταποίηση κλπ.

Όμως, παρά την αύξηση της απασχόλησης από το 2014 και μετά, επί της ουσίας πρόκειται για ανακυκλούμενες θέσεις εργασίας και όχι για σταθερή απασχόληση, γι’ αυτό εξάλλου έχουμε μόνιμα  πάνω από 1.000.000 ανέργους. Επιπρόσθετα, στη μείωση της ανεργίας συνέβαλε και η εκροή εργατικού δυναμικού, λόγω μετανάστευσης. Συγκεκριμένα, την πενταετία 2010-14, μετανάστευσαν 250.000 άτομα, ηλικίας 20-34 ετών, που αντιπροσωπεύουν το 48% του συνόλου αυτών που μετανάστευσαν από την Ελλάδα στο εξωτερικό την ίδια περίοδο.

Η μετανάστευση μείωσε και εξακολουθεί να μειώνει τον όγκο και το ποσοστό της ανεργίας, ιδιαίτερα στους νέους, επειδή περιόρισε το διαθέσιμο εργατικό δυναμικό. Ωστόσο, αν λάβουμε υπόψη και άλλους δείκτες, όπως τους αποθαρρημένους ανέργους (είναι οι διαθέσιμοι που δεν αναζητούν εργασία), τη μη ηθελημένη μερική απασχόληση (υποαπασχόληση) και όσους αναζητούν εργασία αλλά δεν είναι διαθέσιμοι για διαφόρους λόγους (π.χ. τους καλούν να εργαστούν εκτός έδρας και δεν μπορούν εκείνη τη στιγμή, είναι άρρωστοι κ.ά.τ.), τότε είναι δυνατό να συμπεράνουμε ότι το πραγματικό ποσοστό ανεργίας φτάνει το 29,6%. Συγκεκριμένα, το 69% των εργαζομένων με μερική απασχόληση δηλώνει ότι ο λόγος για τον οποίο απασχολείται με αυτή τη μορφή εργασίας είναι ότι δεν μπορούσε να βρει πλήρη απασχόληση. Η ανεργία πλήττει κυρίως τους νέους. Μάλιστα, στην ηλικιακή ομάδα 15-24 και 25-29 ετών, η ανεργία βρίσκεται στο 42% και 33% αντίστοιχα, ενώ η μακροχρόνια ανεργία συνεχίζει να κινείται σε ποσοστό μεγαλύτερο του 70%.

Στην Έκθεση του ΙΝΕ εξετάζεται η μεταβολή της φτώχειας, όπου τα στοιχεία δείχνουν αύξηση της φτώχειας και των ανισοτήτων κατά την περίοδο 2010-2015 σε βάρος των χαμηλότερων εισοδηματικών στρωμάτων. Ο δείκτης της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού αυξήθηκε από 27,7% το 2010 σε 35,7% το 2015 με το μεγαλύτερο ποσοστό να εντοπίζεται στους ανέργους. Αυτό σημαίνει ότι χιλιάδες νοικοκυριά αδυνατούν να καλύψουν βασικές ανάγκες τους. Για παράδειγμα, το ποσοστό των νοικοκυριών που εμφανίζει αδυναμία επαρκούς θέρμανσης της οικίας του αυξάνεται από 15,4% το 2010 σε 29,2% το 2015, ενώ αδυναμία πληρωμής λογαριασμών ΔΕΚΟ (ρεύμα, νερό κλπ.) εμφανίζει το 42% των νοικοκυριών το 2015 σε σχέση με 19% το 2010. Όταν λοιπόν πάνω από ένας στους δύο μισθωτούς στην Ελλάδα έχει μισθό κάτω από 800 ευρώ το μήνα, τότε μπορούμε να αντιληφθούμε την απόλυτη εξαθλίωση της εργατικής τάξης.

Οι προαναφερθείσες εξελίξεις έχουν το αντίκτυπό τους και στο πεδίο των εργασιακών σχέσεων. Οι προσλήψεις με πλήρη απασχόληση έχουν υποχωρήσει από 79% το 2009 σε 45% το 2016, και οι προσλήψεις με ευέλικτες μορφές εργασίας ενώ το 2009 αντιστοιχούσαν στο 21% του συνόλου των προσλήψεων, το 2016 αντιστοιχούσαν στο 55%. Με βάση τα στοιχεία της ΕΡΓΑΝΗ, το 2016 με μερική απασχόληση προσλήφθηκαν 859.439 εργαζόμενοι και με εκ περιτροπής άλλοι 313.439, δηλαδή συνολικά οι ευέλικτα εργαζόμενοι ανέρχονται σε 1.172.878 άτομα.[1] Όλες αυτές οι δραματικές εξελίξεις στην εργασία επέφεραν σημαντική υποχώρηση του ρόλου των συλλογικών διαπραγματεύσεων και των κλαδικών και ομοιοεπαγγελματικών ΣΣΕ.

Οι επιχειρησιακές συμβάσεις είναι πλέον ο κυρίαρχος θεσμικός μηχανισμός στον καθορισμό των όρων αμοιβής και εργασίας,  επειδή μέσω αυτών περιορίζεται το εύρος κάλυψης των εργαζομένων αφού γίνεται μόνο σε επίπεδο επιχείρησης και συν τοις άλλοις γίνεται για μείωση του μισθολογικού κόστους είτε μέσω σταθεροποίησης του μισθού είτε μέσω μείωσής του είτε μέσω απολύσεων. Με βάση τα στοιχεία του Υπουργείου Εργασίας, υπογράφηκαν το 2016 μόνο 10 κλαδικές–ομοιοεπαγγελματικές ΣΣΕ. Αντίθετα, ο αριθμός των επιχειρησιακών ΣΣΕ ανέρχεται σε 318, αντιπροσωπεύοντας το 95% του συνόλου των ΣΣΕ. Οι κλαδικές ΣΣΕ από το 2014 και μετά δεν υπερβαίνουν τις 14 και αφορούν κλάδους όπως τουρισμός, ξενοδοχεία, τράπεζες, βιομηχανία καπνού, εργαζόμενους στη ναυτιλία, στα τουριστικά γραφεία κ.ά.[2]

Λαμβάνοντας υπόψη όλα τα παραπάνω, δηλαδή τη μείωση της μισθωτής εργασίας, την διόγκωση της ανεργίας και την απορύθμιση των εργασιακών σχέσεων, μπορούμε να δούμε πως επέδρασαν στην εξέλιξη των απεργιακών αγώνων. Συγκεκριμένα, από της 5 Μάη 2010, που άρχισαν να εφαρμόζονται τα Μνημόνια, μέχρι τα τέλη του 2016, έγιναν από τη ΓΣΕΕ, 22 εικοσιτετράωρες και 5 σαρανταοκτάωρες απεργίες. Συνολικά 32 εικοσιτετράωρες πανελλαδικές απεργίες. Εδώ να διευκρινίσουμε ότι στις απεργίες τις ΓΣΕΕ δεν έχουμε υπολογίσει τις πρωτομαγιάτικες απεργίες, οι οποίες είναι θεσμοθετημένες έτσι και αλλιώς, καθώς επίσης τις στάσεις εργασίας και τα συλλαλητήρια διαμαρτυρίας. Βέβαια, αυτές οι  μορφές κινητοποιήσεων, καθώς και άλλες, έχουν ληφθεί υπόψη στις εμπειρικές έρευνες του ΙΝΕ-ΓΣΕΕ (για περισσότερα δες τις μελέτες του ΙΝΕ-ΓΣΕΕ, από το 2011-2015, με τίτλο: Το απεργιακό φαινόμενο στην Ελλάδα).

Σύμφωνα, λοιπόν, με τα εμπειρικά στοιχεία του ΙΝΕ για την εξέλιξη των απεργιών στην Ελλάδα, φαίνεται ότι ενώ μέχρι το 2012 είχαμε ένα μεγάλο απεργιακό κύμα, σχεδόν σε όλους τους τομείς (ιδιωτικός τομέας, Κοινή Ωφέλεια, δημόσιος τομέας), και με όλες τις μορφές δράσης (απεργίες, στάσεις εργασίας,  καταλήψεις χώρων εργασίας, συλλαλητήρια κλπ.), εντούτοις από εκεί και μετά παρατηρούμε μια συνεχή κάμψη των απεργιακών αγώνων. Επίσης, σύμφωνα με τους υπολογισμούς φαίνεται ότι η απεργιακή δράση μειώνεται την ίδια στιγμή που αυξάνεται η ανεργία και μειώνεται η απασχόληση. Και εδώ κομβικό σημείο είναι πάλι το έτος 2012, στο οποίο τέμνονται όλες οι μεταβλητές, ενώ από εκεί και μετά υπάρχουν μεγάλες αποκλίσεις.

 
[1] Τα στοιχεία αναφέρονται στο Δ. Σταμούλης, ό.π.
[2] Δ. Σταμούλης, ό.π.

.kommon.gr