Καραϊσκάκης: Τα χρόνια που ήταν «διάβολος», του Σπύρου Αλεξίου

Καραϊσκάκης: Τα χρόνια που ήταν «διάβολος», του Σπύρου Αλεξίου

  • |

Η προσωπικότητα της Επανάστασης που άσκησε τη μεγαλύτερη γοητεία στη συλλογική μνήμη είναι αυτή του Γ. Καραϊσκάκη, του  «μούλου» που έφτασε να γίνει ο αρχιστράτηγος της επαναστατημένης Ελλάδας. Η ταπεινή καταγωγή, η μυθιστορηματική ζωή του, η αθυροστομία του, γοήτευαν τη φαντασία. Έγινε θεατρικό έργο, μυθιστόρημα, ποίημα, τραγούδι. Με τη στάση του στην κορύφωση της Επανάστασης και τη διάχυτη υποψία ότι δολοφονήθηκε, αποτέλεσε το ιδανικό πρότυπο και για την αριστερή ιστοριογραφία που τον αγιοποίησε, αποσιωπώντας όσα θεωρήθηκαν πως δεν ταίριαζαν με την εικόνα του «αγνού λαϊκού αγωνιστή». Αξιοπρόσεκτο πως τα ίδια στοιχεία αποσιωπώνται κι από την επίσημη ιστορία καθώς χαλούν το αφήγημα του «εθνικού ήρωα».

Αναφερόμαστε στα πρώτα χρόνια της Επανάστασης όπου η στάση του Καραϊσκάκη ήταν, τουλάχιστον, αμφιλεγόμενη. Στην πραγματικότητα μόλις το 1825 θα ταχθεί ανοιχτά με την Επανάσταση. Κι όμως, ακριβώς αυτά τα πρώτα χρόνια, όταν ταλαντευόταν ανάμεσα στην προοπτική να εξασφαλίσει ένα μεγάλο αρματολίκι στην Οθωμανική αυτοκρατορία ή να προσχωρήσει στους Επαναστάτες θα άξιζε να αναδειχθούν,  γιατί αποδεικνύουν τη δύναμη της Επανάστασης να αλλάζει συνειδήσεις.

Το είχε πει ο ίδιος  όταν το καλοκαίρι του 1826 στο Ναύπλιο ο Ζαΐμης του ανακοινώνει, την αρχιστρατηγία. Ο διάλογος διασώζεται από τον Δ. Κόκκινο:

“Καραϊσκάκη, δεν έκαμες έως τώρα όσο έπρεπε το χρέος σου προς την πατρίδα.”

“Δεν το αρνούμαι. Όταν θέλω γίνομαι άγγελος. Και όταν θέλω γίνομαι διάβολος. Από τώρα έχω σκοπό να γίνω άγγελος”.
Oι «αληπασαλήδες» αρματολοί

Τη διαδρομή του Καραϊσκάκη δεν μπορούμε να την κατανοήσουμε αν δεν κατανοήσουμε δύο καθοριστικούς παράγοντες: Τον ρόλο του Αλή Πασά και το σύστημα των «αρματολικίων» στη Στερεά Ελλάδα.

Στα τέλη του 18ου και στις αρχές του 19ου στη Νότια Βαλκανική κυριαρχεί η μορφή του Αλή. Ο ληστής από το Τεπελένι αναγκάζει την Οθωμανική εξουσία να τον διορίσει αρχικά Επόπτη των διόδων (Δερβεντάτ Ναζίρ) και τελικά Βεζύρη και Ρούμελη Βαλεσή. Κυβερνά ένα ανεξάρτητο, ουσιαστικά, κρατίδιο που περιελάβανε την Ήπειρο, τη Θεσσαλία, τη Δυτική Μακεδονία, τη Στερεά (εκτός της Αττικής), την Πελοπόννησο. Κρατίδιο μεγαλύτερο από το σημερινό Βέλγιο ή την Ολλανδία, διπλάσιο από την Ελλάδα του 1830! Έχει δικό του στρατό, αστυνομία, θησαυροφυλάκιο, εξωτερική πολιτική.

Ο Αλή εξόντωσε χιλιάδες ανθρώπους αδιαφορώντας για την εθνικότητα, τη θρησκεία, την κοινωνική θέση ή το φύλο τους. Αντίστοιχα δεν έκανε καμία διάκριση σε αυτούς που αξιοποιούσε. Επικρατούσε ανεξιθρησκεία,  σταδιακά στις θέσεις του κράτους θα κυριαρχήσουν οι Έλληνες ορθόδοξοι και οι Αλβανοί μπεκτατσήδες.  Πρωθυπουργός του ο Οικονόμου, υπουργός Εξωτερικών ο Μαρίνογλου, Οικονομικών ο Μπαζάκας. Προσωπικός σύμβουλός του ο Νούτσος, διοικητής της φρουράς του ο Βάγιας. Αξιωματικοί του οι Ανδρούτσος, Καραϊσκάκης, Βαρνακιώτης, Διάκος, Δυοβουνιώτης, Πανουργιάς, Γρίβας, Βαλτινός, Ρούκης, Σκαλτσοδήμος κ.α. Φυσικά και πολλοί Σουλιώτες από τις «φάρες» των Τζαβέλλα, Μπότζαρη, Κουτσονίκα, Βέικου, Φωτομάρα.

Ο Αλβανός ποιητής Χατζή Σεχρέτης εξυμνεί την ασφάλεια του κράτους του Αλή: «έπαιζε ο λύκος με τα αρνί κι ο γκιώνης με τα αηδόνι». Η ασφάλεια αυτή στηρίζεται στο σύστημα των αρματολικίων: Γράφει ο Ι. Βλαχογιάννης:

«Η δημιουργία αρματολικίων δείχνει πως οι Τούρκοι κατέστρεψαν την κλεφτουριά με τα δικά της μέσα. Αν ένας καπετάνιος κλέφτης σήκωνε κεφάλι αναγνωριζόταν αρματολός κι η επαρχία ησύχαζε. «Ραγιαζόταν» (έμπαινε με μιστό στην υπηρεσία) στο αρματολίκι, με άλλους λόγους προσκυνούσε. Όποιος ήθελε να μείνει απροσκύνητος, είχε τέλος τραγικό… άμα πάλι κανένας αρματολός σήκωνε κεφάλι, τραγικό ήταν κι αυτουνού το τέλος. Στον τόπο του έμπαινε δυνατότερος κλέφτης.».

Όντως, οι απροσκύνητοι όπως ο Κατσαντώνης, ο Νικοτσάρας ή ο Βλαχάβας πέθαναν με φριχτό τρόπο. Όλοι οι υπόλοιποι υποτάχθηκαν στον Αλή διεκδικώντας ως «έπαθλο» το πλουσιότερο αρματολίκι.

Αυτή η πραγματικότητα, ελάχιστα ηρωική και πολύ διαφορετική από τα εθνικά αφηγήματα, διαμόρφωσε συνείδηση σε μια ολόκληρη γενιά αρματολών. Οι περισσότεροι πολεμούν στο πλευρό του Αλή Πασά στην ανταρσία του κατά του Σουλτάνου. Όταν τελειώνει στέκονται επιφυλακτικοί απέναντι στη νέα κατάσταση που διαμορφώνεται. Σημειώνει ο Κωστής Παπαγιώργης στο έργο του «Τα Καπάκια»:

«Αν και πανέτοιμοι στρατιωτικά, οι αρματολοί της Ρούμελης είναι λιγότερο αποφασισμένοι να προσχωρήσουν στην Επανάσταση… Δεν ήξεραν τι τους επιφύλασσε η ανατροπή, τι μπορούσε να σημαίνει η “εθνική ιδέα”, η κεντρική διοίκηση, ο τακτικός στρατός. Την εθνική επανάσταση μπορούσαν να τη δεχτούν ως εδραίωση των ήδη κεκτημένων τοπικών τους δικαιωμάτων. Ο Βαρνακιώτης με την εδραίωσή του στο Ξηρόμερο. Ο Καραϊσκάκης ποτέ δε λησμόνησε τη διεκδίκηση του αρματολικίου των Αγράφων. Ο Ανδρούτσος τον έλεγχο της Ανατολικής Στερεάς…».

Θα τάσσονταν με τους «ξενόφερτους καλαμαράδες» της Φιλικής και τους Φαναριώτες που δεν τους έδιναν καμία εγγύηση στρατιωτική ή προσωπική; Θα άλλαζαν τη εξουσία του Αλή με αυτήν του Σουλτάνου, διατηρώντας τα «αρματολίκια τους»; Τον Ιανουάριο του 1821 οι  αρματολοί κλήθηκαν σε σύσκεψη στην Αγία Μαύρα (Λευκάδα) κι έδωσαν όρκο να ξεσηκώσουν τις επαρχίες. Δεν τον τήρησαν. Για αρκετό χρονικό διάστημα θα παραμείνουν αναποφάσιστοι, «στραβοδίβουλοι», όπως τους χαρακτηρίζει ο Παπαγιώργης! Καταφεύγουν στα περίφημα «Καπάκια», μυστικές προσωρινές συμφωνίες με τους Τούρκους.

Σε αυτό το πλαίσιο πρέπει να δούμε τα γεγονότα στη Στερεά Ελλάδα, τη σύγκρουση των αρματολών του Αλή, όπως ο Καραϊσκάκης, με τους φορείς των ιδεών της συγκρότησης κεντρικής Εξουσίας, τον Μαυροκορδάτο και τους άλλους «ξενόφερτους» πολιτικούς.

Το ξεκίνημα

Γιος της καλόγριας Ζωής Ντιμισκή και του οπλαρχηγού Δ. Καραΐσκου, σύμφωνα με την επικρατούσα εκδοχή για τον πατέρα του που υποστηρίζουν πειστικά ο Περραιβός, ο Γαζής, ο Βλαχογιάννης. 15 χρονών θα φτιάξει την πρώτη «κλέφτικη» ομάδα, γρήγορα θα συλληφθεί και θα οδηγηθεί στα Γιάννενα όπου θα φυλακιστεί και θα ενταχθεί στους «τζοχανταραίους» (προσωπική φρουρά) του Αλή.

Παράξενο; Όχι ακριβώς. Ο Αλή είπαμε πως αξιοποιούσε κάθε ικανό άνθρωπο κι ο Καραϊσκάκης ήταν ικανός. Τα πρώτα δείγματα θα φανούν το 1798 στην πολιορκία του Βιδινίου, του κάστρου του Πασβάντογλου στις όχθες του Δούναβη. Ο Αλή συμμετείχε στην εκστρατεία, δεν ήθελε όμως νίκη του Σουλτάνου. Θα χρησιμοποιήσει τον 18χρονο Καραϊσκάκη ως σύνδεσμο στις επαφές του με τον Πασβάντογλου.

Επιστρέφοντας, ο Καραϊσκάκης θα ενταχθεί στην κλέφτικη ομάδα (νταϊφά) του Κατσαντώνη. Μετά τον μαρτυρικό θάνατο του Κατσαντώνη θα προσκυνήσει πάλι τον Αλή και θα γίνει «μπουλούκμπασης». Γράφει το 1812 στον Βαρνακιώτη: «εχο να παγου στον αφεντη στα γιανινα τα μαθες για τιν ομολογία».

Στη σύγκρουση του Αλή με τον Σουλτάνο θα είναι αρχικά με τον Αλή. Θα περάσει με το μέρος του Σουλτάνου και στη συνέχεια θα αποσκιρτήσει κι από αυτόν, κατεβαίνοντας στα Άγραφα.

Το αρματολίκι των Αγράφων

Στη σύσκεψη της Αγίας Μαύρας έχει δώσει τον όρκο. Όμως ούτε πεισμένος για την Επανάσταση είναι ούτε έχει δικό του Αρματολίκι. Αρχικά πηγαίνει στη Βόνιτσα, στη συνέχεια στα Τζουμέρκα και στο Μακρυνόρος όπου θα πληγωθεί με έναν τρόπο που έμεινε στην ιστορία: «Επληγώθην κι ο Καραϊσκάκης εις την φύσιν (!). Περιπαίζοντας τους Τούρκους τους εγύρισε τον κώλον κι επληγώθη» γράφει  Δ. Αινιάν.

Τότε αποφασίζει να οικειοποιηθεί το αρματολίκι των Αγράφων, που περιελάβανε 180 κωμοπόλεις και χωριά, καθώς η φάρα των Μπουκουβαλαίων δεν ήταν ικανή να το ελέγξει. Μετατρέπει το αρματολίκι σε αυτόνομο κρατίδιο και πείθει τον  Χουρσίτ πασά και τον δερβέναγα των Τρικάλων Σούλτια Κόρτσια να του ανατεθεί το αρματολίκι με έγγραφους, πρωτοφανείς όρους όπως η συλλογή φόρων και η απαγόρευση διέλευσης στρατευμάτων, Τουρκικών αλλά και ελληνικών! Στις πρώτες επαναστατικές επιχειρήσεις ο Καραϊσκάκης δεν είχε συμμετοχή, θα είναι απών και στην πρώτη πολιορκία του Μεσολογγίου (25 Οκτώβρη 1822 – 31 Δεκέμβρη 1822).

Το διπλό παιχνίδι

Σύντομα θα κατανοήσει πως δεν είναι εύκολη η «ουδετερότητα». Μετά το Μεσολόγγι ο Ισμαήλ Πλιάσσας επιχειρεί να περάσει, με στράτευμα 3.000 ανδρών από τα Άγραφα. Ο Καραϊσκάκης ξέρει πως κάτι τέτοιο θα ήταν καταστροφικό: Το τουρκικό ασκέρι θα ρήμαζε την περιοχή, άρα σαν αρματολός θα είχε τελειώσει ενώ θα καταγραφόταν οριστικά ως προδότης στη συνείδηση των Ελλήνων. Αρνείται τη διέλευση στα τουρκικά  στρατεύματα χαρακτηρίζοντάς τους «ληστές και αχάριστους» έναντι του Σουλτάνου(!). Θα τους νικήσει στο Σοβολάκο και θα στείλει 11 κεφάλια Τούρκων στον Χουρσίτ(!) σαν απόδειξη πως μένει πιστός στις συμφωνίες!

Εμφανίζονται διεκδικητές του αρματολικίου: Ο Ράγκος, ο Στορνάρης ενώ κι η φάρα των Τζαβελαίων, διωγμένη από το Σούλι, το καλοβλέπει. Λόγω έχθρας με τον Μ. Μπότζαρη, που ορίστηκε αρχιστράτηγος, θα κατευθυνθούν προς τα Άγραφα. Ο Καραϊσκάκης τους «υποδέχεται» με αυτήν την επιστολή:

«Κίτσο Τζαβέλλα και λοιποί… Πού πάτε κλέφτες, λησταί της πατρίδας και προδότες, παληοτσάρουχα; 300 άνθρωποι θα μας φέρετε την ελευθερίαν; Ή νομίζετε πως δεν ηξεύρομεν τους σκοπούς σας;  Επουλήσατε την πατρίδαν σας και τώρα τρέχετε από δω και από εκεί…».

Στη σύγκρουση ένας Σουλιώτης θα σκοτωθεί καθώς και 5 άντρες του Καραϊσκάκη. Θα κόψει το κεφάλι του Σουλιώτη και θα το στείλει στη Λάρισα ως απόδειξη της αφοσίωσής του!

Το τέλος του ονείρου να κρατήσει το αρματολίκι των Αγράφων θα έρθει όταν το 1823 ο Μουσταή πασά της Σκόρδας ετοιμάστηκε να χτυπήσει τη Ρούμελη. Ο Καραϊσκάκης θα στείλει στον Μουσταή, ως σημάδι υποταγής, ένα πολεμικό άλογο κι ένα μουλάρι, όμως η επιστολή που θα λάβει από τον Μουσταή είναι ξεκάθαρη: «Όποιος θέλει να είναι με μένα πρέπει να είναι πλησίον μου»! Πλέον δεν υπήρχαν περιθώρια, η απάντηση του Καραϊσκάκη γράφτηκε σε στίχους από τον γραμματικό του, τον Γαζή:

«Μου γράφεις ένα μπουγιουρντί λέγεις να προσκυνήσω, κι εγώ πασά μου ερώτησα τον πούτσον μου τον ίδιο

κι αυτός μου αποκρίθηκε να μη σε προσκυνήσω, κι αν έρθεις καταπάνω μου ευθύς να πολεμήσω»

Ο Καραϊσκάκης δε θα πολεμήσει, η φυματίωσή του τον αναγκάζει να αποτραβηχτεί στην Κεφαλονιά όπου θα μείνει για 6 μήνες.

Η δίκη για προδοσία

Επιστρέφει το 1824 στην Ρούμελη. Πληροφορείται πως ο Μαυροκορδάτος ετοιμάζει εκστρατεία προς την Άρτα και τα Άγραφα. Θα δεχτεί στο Αιτωλικό την επίσκεψη του Μπότζαρη και του Στορνάρη, ο διάλογος διασώζεται από τον Κασομούλη:

Καραϊσκάκης: «Εκστρατεύετε, δεν ερωτώ για πού…»

Μπότζαρης: «Όπου μας διορίσει η κυβερνηση..»

Καραϊσκάκης: «Ποια κυβέρνηση; Το τσιογλάνι του Ρειζ Εφεντη, ο τεσσαρομάτης; (εννοεί τον Μαυροκορδάτο). Εγώ και πολλοί άλλοι δεν τον γνωρίζομεν… Δεν την υπόγραψεν ο πούτζος μου την εκστρατείαν σας… Πηγαίνετε και γω σας βάζω το ντουφέκι στις πλάτες»

Στορνάρης: «… Ήξευρε πως κανενός δεν εγάμησες το κέρατον, εμείς σου το γαμήσαμεν και πάλι θα σου το γαμήσουμε».

Κι όμως… η αντιπαράθεση ήταν ιδιαίτερα σοβαρή. Ο Καραϊσκάκης αρνείται να αναγνωρίσει την κυβέρνηση και απειλεί ανοιχτά να τους χτυπήσει πισώπλατα. Ο Στορνάρης τον απειλεί πως πάλι θα του «γαμήσουν το κέρατο». Ο Καραϊσκάκης θα καταλάβει το Βασιλάδι, νησάκι στη λιμνοθάλασσα και θα διώξει τη φρουρά. Αμέσως θα εμφανιστούν τουρκικά καράβια και θα φουντώσουν οι φήμες για συνεννοήσεις του Καραϊσκάκη με τον Ομέρ Βρυώνη. Τις ίδιες μέρες συλλαμβάνεται ο Κ. Βουλπιώτης, ένα ύποπτο πρόσωπο που κινούνταν με άνεση και στα δύο στρατόπεδα, ο οποίος πήγε στα Γιάννενα και συναντήθηκε με τον Ομέρ Βρυώνη με διαβατήριο που του χορήγησε ο Καραϊσκάκης. Ο Μαυροκορδάτος στις 30 Μάρτη 1824 θα κατηγορήσει τον Καραϊσκάκη για προδοσία και θα οδηγηθεί σε στρατοδικείο.

Η δίκη ήταν παρωδία. Ο εξαγορασμένος από τον Μαυροκορδάτο Βουλπιώτης άλλαξε τρεις καταθέσεις χωρίς να καταφέρει να ενοχοποιήσει τον Καραϊσκάκη. Ο διάλογος που διέλυσε το δικαστήριο είναι αποκαλυπτικός (και απολαυστικός…):

Στορνάρης: «Αν έχουμε κάτι σίγουρο να τον δικάσουμε, όχι για τα λόγια που είπε…»

Καραϊσκάκης: «Αν βάλετε θεμέλιο τα λόγια που λέω, εκατό ζωές να χω δε γλυτώνω»

Μεγαπάνου: «Βρε γιατί τα λες; Το έχεις χουι που είσαι πια 50 χρονών;»

Καραϊσκάκης: «Και συ είσαι 80 χρονών μα το χούι να γαμείς δεν το αφήνεις…».

Ο Μαυροκορδάτος παρακάμπτει το δικαστήριο και βάζει τους οπλαρχηγούς να υπογράψουν ένα κείμενο με τον τίτλο «Προκήρυξις των εγκλημάτων του Καραϊσκάκη». Όπως παρατηρεί ο Κ. Παπαρρηγόπουλος δεν είναι πράξη δικαστηρίου αλλά «πράξις καθαρώς διοικητική ης το περιεχόμενον επ ουδένα δύναται να θεωρηθή ως δικαστική και ιστορική εξέλεγξις και απόδειξις της περί εσχάτης προδοσίας ενοχής του Καραϊσκάκη». Ο στόχος όμως του Μαυροκορδάτου είχε επιτευχθεί, πλέον ο Καραϊσκάκης είχε το στίγμα του «προδότη».

Την κατηγορία κανείς δεν την έπαιρνε σοβαρά, απόδειξη πως ο Καραισκάκης έφυγε σαν κύριος με τους άντρες του. Στο ερώτημα αν είχε επαφές με Τουρκαλβανούς αξιωματούχους η απάντηση είναι προφανώς καταφατική, όλοι οι οπλαρχηγοί είχαν. Ο ίδιος ο Μαυροκορδάτος λίγες μέρες πριν τη δίκη, στις 12 Μάρτη 1824, του έστειλε επιστολή: «Ο Ομέρ Βρυώνης ας στείλει δύο ανθρώπους, στέλλομεν κι εμείς άλλους δύο και κουβεντιάζουν»!  Ο δε Στορνάρης που ήταν «στρατοδίκης» του, λίγες μέρες μετά τη δίκη του στέλνει επιστολή όπου τον αποκαλεί «αδερφό» του και τον καλεί να επιτεθούν στα Τρίκαλα! Ο Καραϊσκάκης, ακόμα δίβουλος, απαντά:

«Αδελφέ… έχει και τουμπλέκια ο πούτζος μου, έχει και τρουμπέταις, όποια θέλω θα μεταχειριστώ».

Τα «τουμπλέκια» ήταν όργανα του τουρκικού ιππικού, οι «τρουμπέτες» του ελληνικού. Σαφές το μήνυμα…

Ο Καραϊσκάκης στον 2ο Εμφύλιο

Εδώ λοιπόν, στον δεύτερο Εμφύλιο πόλεμο, ο Καραϊσκάκης σχεδόν εξαφανίζεται από τους ιστορικούς! Ο Κ. Παπαρρηγόπουλος αρνείται ανοιχτά να ιστορήσει τον ρόλο του: «Η εποχή είναι μία εξ ων ο ιστορικός της νεωτέρας Ελλάδας δυσκολεύεται να εκφέρη την πρέπουσα κρίσιν». Ο Αινιάν καταφεύγει σε υπεκφυγές και γενικότητες, το ίδιο κι ο Κασομούλης κι ο Βλαχογιάννης. Ο Φωτιάδης, στην μονογραφία «Καραϊσκάκης», ένα από τα πιο σπουδαία νεοελληνικά κείμενα, αναφέρει πως όταν τα ρουμελιώτικα στρατεύματα ξεκίνησαν τον Νοέμβρη του 1824 για την εισβολή στον Μοριά «μαζί τους ήταν κι ο Καραϊσκάκης». Αυτό! Τίποτε άλλο!

Η πραγματικότητα είναι πως μετά την «καταδίκη» ο Καραϊσκάκης έχει δύο επιλογές: Είτε θα περνούσε ανοιχτά με το μέρος των Τούρκων είτε θα έπρεπε να υποταχθεί στην ελληνική κυβέρνηση. Επιλέγει το δεύτερο, πηγαίνει στο Ναύπλιο ζητώντας «συγχώρεση». Είναι ακριβώς η περίοδος που ετοιμάζεται ο 2ος εμφύλιος. Ο Καραϊσκάκης τάσσεται με τους «κυβερνητικούς», γράφει μάλιστα στον Κουντουριώτη:

«Εκλαμπρότατε, πολλάκις έσφαλα εις πολλά πράγματα. Να ειπώ όμως λόγον κατά της σεβαστής διοικήσεως δεν θέλει το δεχτή η ψυχή μου ποτέ…».

Θα επιστρέψει στα «εθνικά στρατεύματα» που οργανώνει ο Κωλέττης, ο ιθύνων νους του Εμφυλίου, στο στρατόπεδο των Σαλώνων (Άμφισσα). Η εισβολή των Ρουμελιωτών γίνεται στις 23 Νοέμβρη 1824. Ουσιαστικά επρόκειτο για ορδές κατακτητών που ρήμαξαν κυριολεκτικά τον Μοριά. Ο Καραϊσκάκης «ανέλαβε» τον Ανδρέα Ζαΐμη, κοτζάμπαση των Καλαβρύτων και Κερπίνης. Η λεηλασία της περιουσίας του κοτζάμπαση αλλά και όλης της περιοχής άφησε εποχή:

«οι άντρες του Καραϊσκάκη δεν άφησαν ούτε στάχτες μέσα» γράφει ο Μακρυγιάννης, διόλου αθώος κι ο ίδιος καθώς συμμετείχε ως σωματοφύλακας του Κωλέττη! Ο μωραΐτης Φωτάκος συμπληρώνει: «οι στρατιώται του Καραϊσκάκη ελαφυραγώγησαν την οικίαν του Ζαΐμη τα δε πράγματα και τα ενδύματα τα έβγαλαν σε δημοπρασίαν»! Μάλιστα συνεπλάκησαν και μεταξύ τους για τη μοιρασιά της λείας.

Τα ίδια θα συμβούν στην Κόρινθο, στην Ηλεία κ.α. Οι «αντικυβερνητικοί», με πρώτον τον Κολοκοτρώνη θα συλληφθούν και θα οδηγηθούν σε φυλακή στην Ύδρα. Κι όλα αυτά τη στιγμή που στη Μεσσηνία αποβιβάζονταν τα πρώτα στρατεύματα του Ιμπραήμ! Η «Κυβέρνηση», μεθυσμένη από τις λίρες των Δανείων και την επικράτησή της στον Εμφύλιο θεωρεί πως οι Ρουμελιώτες πλιατσικολόγοι αρκούσαν για να νικήσει τον Ιμπραήμ. Τυπικά δεν είχε άδικο. Υπήρχαν περίπου 3.500 έμπειροι πολεμιστές, αντίστοιχες ήταν εκείνη τη στιγμή οι δυνάμεις του Ιμπραήμ. Η διαφορά ήταν πως το στράτευμα του Ιμπραήμ το διοικούσαν αξιωματικοί του Ναπολέοντα με επιτελάρχη τον συνταγματάρχη Ντε Σεβ. Στο ελληνικό στράτευμα υπήρχαν εξίσου σπουδαίοι οπλαρχηγοί όπως ο Καραϊσκάκης, Τζαβέλας, Καρατάσος, Μπότζαρης. Αντί αυτών η κυβέρνηση θα διορίσει αρχιστράτηγο τον …πλοίαρχο του ναυτικού Σκούρτη! Οι εξωφρενικές επιλογές του Σκούρτη θα οδηγήσουν στη συντριβή των Ελλήνων στο Κρεμμύδι και πλέον ο Ιμπραήμ θα κυριαρχήσει στην Πελοπόννησο.

Η αρχή της «αγγελικής περιόδου»

Μετά από όλα αυτά ο Καραϊσκάκης κι ο Τζαβέλας εγκαταλείπουν και επιστρέφουν στη Ρούμελη προκαλώντας την οργή της Κυβέρνησης, ο δε Μαυροκορδάτος διαδίδει φήμες για «προδοσία». Ο Καραϊσκάκης κατευθύνεται προς την Αν. Στερεά επιδιώκοντας να σώσει τον Ανδρούτσο που είχε συλληφθεί από τον Γκούρα. Δεν θα προλάβει, ο Ανδρούτσος θα δολοφονηθεί στην Ακρόπολη από όργανα του Γκούρα κι ο Καραϊσκάκης θα κατευθυνθεί προς το Μεσολόγγι όπου κορυφωνόταν η μεγάλη πολιορκία.

Ο Κ. Παπαρρηγόπουλος εκτιμά πως «από της εποχής ταύτης άρχεται το αληθές κατά την Επανάστασιν στρατιωτικόν στάδιον του αντρός». Βρισκόμαστε πια στο καλοκαίρι του 1825! Ακόμα και τώρα, η παρατήρηση του Παπαρρηγόπουλου δεν είναι ολότελα σωστή. Φτάνοντας έξω από το Μεσολόγγι ο Καραϊσκάκης θα παρενοχλήσει όντως τον ανεφοδιασμό των Τουρκικών στρατευμάτων όμως περισσότερο θα ασχοληθεί με τις αντιπαραθέσεις με τον Στ. Γάτσο που οι Τούρκοι είχαν διορίσει αρματολό στα Άγραφα.

Τελικά, θα συγκροτηθεί το στρατόπεδο στη Δερβέκιστα, πάνω από τη λίμνη Τριχωνίδα. Στο στρατόπεδο θα συγκεντρωθεί ισχυρή δύναμη σχεδόν 5.000 ανδρών που θα μπορούσε να αλλάξει τη μοίρα του Μεσολογγίου.  Ο διορισμός όμως από την Κυβέρνηση του Σουλιώτη Μπότζαρη ως αρχιστράτηγου όξυνε τις εσωτερικές αντιπαραθέσεις και ουσιαστικά παρέλυσε την ισχυρή αυτή δύναμη. Γράφει ο στρατηγός Σπυρομήλιος: «Έφερε τη διαίρεση εις το στράτευμα και τούτη το αποτέλεσμα να μην επιχειρισθή τίποτα προς ωφέλειαν του Μεσολογγίου». Όταν τον Απρίλη του 1826 οι «ελεύθεροι πολιορκημένοι» θα επιχειρήσουν την Έξοδο, οι χιλιάδες αυτοί άνδρες θα μείνουν αδρανείς, ο Καραϊσκάκης απλά θα περιθάλψει όσους επέζησαν. Για  το στρατόπεδο της Δερβέκιστας υπάρχει πέπλο σιωπής που έσπασε με το εξαιρετικό του έργο «Το στρατόπεδο της Δερβέκιστας» ο Κ. Καρακόιδας.

Ο «άγγελος»

«Η πτώση της ηρωικής πόλης του Μεσολογγίου έγινε αιτία να ερημώσει η Ρούμελη είχε όμως και ένα ευεργετικό αποτέλεσμα: να βρει τον αληθινό του δρόμο ο Γεώργιος Καραϊσκάκης». Η εκτίμηση αυτή του Κ. Παπαγιώργη είναι απόλυτα σωστή. Από το Μεσολόγγι και ύστερα, σαν να έγινε μία έκρηξη και ο κατσαπλιάς με το αληπασαλίδικο φρόνημα και νοοτροπία μετατρέπεται σε έναν αληθινό εθνικό και λαϊκό ηγέτη, μια μεγαλοφυία όχι μόνο στρατιωτική αλλά και πολιτική.

Στις αρχές του καλοκαιριού του 1826 η Επανάσταση έχει ουσιαστικά ηττηθεί. Ο Καραϊσκάκης με μια θυελλώδη πορεία, όχι απλά θα αντιστρέψει την κατάσταση συντρίβοντας σε αλλεπάλληλες μάχες τα στρατεύματα των Τούρκων (με κορυφαία στιγμή την Αράχοβα), αλλά μέσα σε λίγους μήνες, στην αρχή της άνοιξης του 1827, θα ενώσει όλες τις ελληνικές δυνάμεις και θα βρίσκεται στα πρόθυρα της αποφασιστικής νίκης κατά του Κιουταχή στην Αττική, νίκη που θα έδινε την ελευθερία στην Ελλάδα με τις δικές της δυνάμεις.

Ταυτόχρονα, είχε την πολιτική οξυδέρκεια να αντιληφθεί πως η πλήρης υποταγή στην Αγγλία θα ήταν καταστροφική και μαζί με τον Κολοκοτρώνη θα πρωταγωνιστήσουν στην επιλογή του Καποδίστρια. Ας συνυπολογίσουμε πως το 1824 στην Κεφαλονιά οι γιατροί του έδιναν 6 μήνες ζωής και πως στο μεγαλύτερο διάστημα της εκστρατείας στα χιονισμένα βουνά της Ρούμελης οι άντρες του τον μετέφεραν άρρωστο σε ένα ξυλοκρέβατο.  Όλα αυτά μέσα σε έναν χρόνο, από τον Απρίλη του 1826 ως τις 23 Απρίλη του 1827, όταν θα δολοφονηθεί στο Φάληρο. Έναν χρόνο ουσιαστικά συμμετείχε στην Επανάσταση και ήταν αρκετός για να γίνει θρύλος!

Επίλογος

Σπάνια στην ιστορία, όχι μόνο την ελληνική, συναντάμε τέτοια περίπτωση. Κι ας το πούμε ξανά, είναι σοβαρό λάθος να αποσιωπάται η συνολική παρουσία του, γιατί τελικά αποσιωπάται η δύναμη που έχει η επαναστατική διαδικασία να μεταβάλλει τις συνειδήσεις. Η δύναμη που μετέτρεψε τον Καραϊσκάκη από αρματολό που έκοβε κεφάλια και τα έστελνε στην τουρκική εξουσία ως σημάδι αφοσίωσης στον Αρχιστράτηγο που στον Άγιο Σπυρίδωνα του Πειραιά την άνοιξη του 1827 εκφώνησε μπροστά σε 10.000 στρατιώτες την πιο εμπνευσμένη ομιλία για τον αγώνα των λαών κατά της τυραννίας και της αγγλικής και γαλλικής αποικιοκρατίας.

Αυτό το λάθος είναι των προοδευτικών ιστορικών. Η επίσημη ιστορία, αυτή η τσούλα, δεν κάνει λάθος, έχει κάθε λόγο να μην το λέει…

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Αινιάνα Δ. «Η βιογραφία του στρατηγού Καραϊσκάκη»

Αραβαντινού Σπ. «Η ιστορία του Αλή Πασά του Τεπενενλή»

Βλαχογιάννη Ι. «Καραισκάκης, βιογραφική αρχειακή μελέτη»

Γαζή Γ. «Βιογραφία Μπότζαρη και Καραϊσκάκη»

Ζεμπέλιου Ι. «Γεώργιος Καραϊσκάκης»

Καρακόιδα Κ. «Το στρατόπεδο της Δερβέκιστας»

Κασομούλη Ν. «Ενθυμήματα στρατιωτικά της Επανάστασης των Ελλήνων»

Κόκκινου Δ. «Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως»

Μακρυγιάννη Ι. «Απομνημονεύματα»

Παπαγιώργη Κ. «Τα Καπάκια»

Παπαρρηγόπουλου Κ. «Γεώργιος Καραϊσκάκης»

Σεχρέτη Χατζή «Αληπασαλιάδα»

Σπυρομήλιου «Απομνημονεύματα της 2ης πολιορκίας του Μεσολογγίου»

Τρικούπη Σπ. «Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως»

Φωτάκου «Απομνημονεύματα περί της Ελληνικής Επαναστάσεως»

Φωτιάδη Δ. «Καραϊσκάκης»

.kommon.gr/

Σχόλια (0)

Το email σας δεν θα δημοσιευθεί.