Τι κόμμα είναι, πλέον, ο ΣΥΡΙΖΑ;

Τι κόμμα είναι, πλέον, ο ΣΥΡΙΖΑ;

  • |

Το κόμμα του Αλ. Τσίπρα θα μπορούσε να έχει στη διάθεσή του ένα μεγάλο όπλο: την αγανάκτηση και την εχθρότητα ενός σημαντικού τμήματος της εργατικής τάξης και των λαϊκών δυνάμεων απέναντι στην πολιτική του Μητσοτάκη. Όμως, όπως αποδεικνύουν όλες οι δημοσκοπήσεις, η ηγετική ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ έχει αποδειχθεί ανίκανη να αξιοποιήσει αυτό το όπλο, να δημιουργήσει συνεκτικό και ανερχόμενο πολιτικό ρεύμα, που θα απειλεί με ανατροπή την κυβέρνηση των πιο αδίστακτων νεοφιλελεύθερων αντιμεταρρυθμίσεων.

Αντώνης Νταβανέλος

Ο ευ­ρω­βου­λευ­τής του ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ, Στέ­λιος Κού­λο­γλου, σε πρό­σφα­το άρθρο του, χα­ρα­κτή­ρι­σε την πο­λι­τι­κή του Τσί­πρα σαν «την πιο ήπια αντι­πο­λί­τευ­ση στη σύγ­χρο­νη ελ­λη­νι­κή ιστο­ρία». Αντί­στοι­χα, οι πιο πο­λι­τι­κο­ποι­η­μέ­νοι αρ­θρο­γρά­φοι της Δε­ξιάς, κά­νουν φα­νε­ρά πλέον προ­σε­κτι­κή διά­κρι­ση με­τα­ξύ του Τσί­πρα και των «βα­ρι­διών» του πα­λιού ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ, εν­θαρ­ρύ­νο­ντας τον πρώτο και κα­τα­κε­ραυ­νώ­νο­ντας τους δεύ­τε­ρους. Όπως έγρα­ψε το iefimerida, την επο­μέ­νη της Προ­γραμ­μα­τι­κής Διά­σκε­ψης: «ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ χωρίς Τσί­πρα δεν υπάρ­χει. Αντι­θέ­τως, Τσί­πρας χωρίς ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ απο­τε­λεί ένα πολύ εν­δια­φέ­ρον πο­λι­τι­κό πρό­τζεκτ». Ίσως αμέ­σως μετά τις επό­με­νες εκλο­γές…

Τέ­τοιες φρά­σεις απο­τυ­πώ­νουν πλευ­ρές της πραγ­μα­τι­κό­τη­τας και των διερ­γα­σιών στο κόμμα της αξιω­μα­τι­κής αντι­πο­λί­τευ­σης. Όμως για τη δια­μόρ­φω­ση μιας συ­νο­λι­κής άπο­ψης, και πε­ρισ­σό­τε­ρο μιας συ­γκρο­τη­μέ­νης τα­κτι­κής απέ­να­ντί του, είναι χρή­σι­μο να προ­σπα­θεί κα­νείς να «δει» τις εξε­λί­ξεις στον ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ ενταγ­μέ­νες μέσα στη συ­γκυ­ρία, να δει τις με­ταλ­λά­ξεις στη στρα­τη­γι­κή και στην τα­κτι­κή του, για να απα­ντή­σει τε­λι­κά στο ερώ­τη­μα «τι τύπου κόμμα είναι, πλέον, ο ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ;».

Η κομ­μα­τι­κή συ­γκυ­ρία

Μετά την επει­σο­δια­κή συ­νε­δρί­α­ση του Πο­λι­τι­κού Συμ­βου­λί­ου και την άχρω­μη Προ­γραμ­μα­τι­κή Συν­διά­σκε­ψη (με κε­ντρι­κή ιδέα τη φού­σκα που αμό­λη­σε ο Τσί­πρας: «στρο­φή αρι­στε­ρά… για να κερ­δί­σου­με το κέ­ντρο»!), ο ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ έθεσε τον εαυτό του μπρο­στά στο εξής πο­λι­τι­κό χρο­νο­διά­γραμ­μα: Συ­νέ­δριο μέσα στο 2021, προ­ε­τοι­μα­σία για εκλο­γές μέσα στο 2022. Η εκτί­μη­ση ότι απο­μα­κρύ­νε­ται το εν­δε­χό­με­νο εκλο­γών το φθι­νό­πω­ρο του 2021 είναι φα­νε­ρή, αν και δεν απα­ντή­θη­κε το εν­δια­φέ­ρον ερώ­τη­μα αν ο Μη­τσο­τά­κης θα απο­μα­κρύ­νει τις εκλο­γές επει­δή αι­σθά­νε­ται σί­γου­ρος για τον έλεγ­χο των πο­λι­τι­κών εξε­λί­ξε­ων, ή αντί­θε­τα, επει­δή δίνει προ­τε­ραιό­τη­τα στο να πε­ρά­σει εδώ και τώρα ένα πλή­ρες πλέγ­μα αντι­με­ταρ­ρυθ­μί­σε­ων, πριν ορ­θω­θεί απέ­να­ντί του ένα απει­λη­τι­κό αντι­πο­λι­τευ­τι­κό ρεύμα.

Πα­ρό­λα αυτά είναι φα­νε­ρό ότι το στε­λε­χι­κό δυ­να­μι­κό του ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ αντι­με­τω­πί­ζει αυτό το χρο­νο­διά­γραμ­μα μέσα σε κλίμα ητ­το­πά­θειας. Έχουν από καιρό τη συ­ναί­σθη­ση ότι βα­δί­ζουν προς μια νέα πο­λι­τι­κή/εκλο­γι­κή ήττα από τον Μη­τσο­τά­κη. Σή­με­ρα, η συ­ναί­σθη­ση αυτή οδη­γεί σε μια πιο ανοι­χτή αντι­πα­ρά­θε­ση της λε­γό­με­νης «αρι­στε­ρής πτέ­ρυ­γας» με τον Τσί­πρα και το πε­ρι­βάλ­λον του. Η σύ­γκρου­ση στο ΠΣ (με αφορ­μή την έγκρι­ση της επι­χο­ρή­γη­σης στην ανα­ξιο­πα­θού­σα Frapportγια δια­φυ­γό­ντα κέρδη λόγω παν­δη­μί­ας), που υπο­γραμ­μί­στη­κε μέσω της απο­χώ­ρι­σης από τη συ­νε­δρί­α­ση του Ν. Βού­τση, απλώς δη­μο­σιο­ποί­η­σε το γε­γο­νός και προ­α­νήγ­γει­λε την έντα­σή του στο ερ­χό­με­νο διά­στη­μα.

Η «Ομπρέ­λα», ο πο­λυ­συλ­λε­κτι­κός συ­να­σπι­σμός των αντι­πο­λι­τευό­με­νων στον Τσί­πρα και στους «προ­ε­δρι­κούς» του, έχει υιο­θε­τή­σει τις δια­πι­στώ­σεις του άρ­θρου των Αντώ­νη Λιά­κου και Μυρ­σί­νης Ζορ­μπά, που λει­τούρ­γη­σε ως πέτρα στα βαλ­τω­μέ­να νερά της συ­ζή­τη­σης στον ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ. Σε αυτό, οι Α.Λ. και Μ.Ζ. προει­δο­ποί­η­σαν ότι ο Μη­τσο­τά­κης δεν θα πέσει εύ­κο­λα, γιατί εκ­φρά­ζει πο­λι­τι­κά την τάση ανα­σύ­ντα­ξης του αστι­σμού στην Ελ­λά­δα μετά από 10 χρό­νια κρί­σης, γιατί πίσω του στοι­χί­ζε­ται ένα «κοι­νω­νι­κό μπλοκ», με στρα­τη­γι­κή-τα­κτι­κή-συμ­μα­χί­ες και επι­κοι­νω­νια­κή δύ­να­μη. Βέ­βαια, οι ΑΛ και ΜΖ (αμ­φό­τε­ροι σο­σιαλ­δη­μο­κρά­τες, «νε­ο­φερ­μέ­νοι» στον ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ, με εκ­συγ­χρο­νι­στι­κή προ­ϋ­πη­ρε­σία…), στη βάση αυτών των σω­στών δια­πι­στώ­σε­ων, πρό­τει­ναν μια βα­θύ­τε­ρη προ­σαρ­μο­γή στη συ­στη­μι­κή πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, μια τα­χύ­τε­ρη ευ­θυ­γράμ­μι­ση με το σο­σιαλ­φι­λε­λευ­θε­ρι­σμό, και την «απε­λευ­θέ­ρω­ση» του κό­σμου της Αρι­στε­ράς από τις δου­λειές στην έν­νοια «κόμμα». Θα πε­ρί­με­νε κα­νείς ότι η Ομπρέ­λα και ει­δι­κό­τε­ρα οι 53+ (με μακρά προ­ϋ­πη­ρε­σία στην ευ­ρω­κομ­μου­νι­σμό και κά­ποιοι στην αρι­στε­ρή πτέ­ρυ­γά του) θα έβγα­ζαν τα αντί­στρο­φα συ­μπε­ρά­σμα­τα από αυτά των ΑΛ και ΜΖ: ότι η επί­θε­ση του «αστι­κού μπλοκ» δεν μπο­ρεί να ητ­τη­θεί εκλο­γι­κά αν δεν αντι­με­τω­πι­στεί κι­νη­μα­τι­κά με την ανα­τρο­πή -ή έστω το μπλο­κά­ρι­σμα- των αντι­με­ταρ­ρυθ­μί­σε­ων με τη μέ­θο­δο του δρό­μου και της απερ­γί­ας. Και γι’ αυτό, ότι η έν­νοια του συλ­λο­γι­κού-δη­μο­κρα­τι­κού και πα­ρεμ­βα­τι­κού κόμ­μα­τος, πα­ρα­μέ­νει ανα­ντι­κα­τά­στα­της αξίας για την Αρι­στε­ρά. Όμως όποιος πε­ρι­μέ­νει να ακού­σει από το εσω­τε­ρι­κό του ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ να ση­κώ­νο­νται φωνές που θα ζη­τούν να αντι­τα­χθεί στο «ρι­ζο­σπα­στι­σμό της Δε­ξιάς» ένας απο­τε­λε­σμα­τι­κός «ρι­ζο­σπα­στι­σμός της Αρι­στε­ράς», θα κου­ρα­στεί να πε­ρι­μέ­νει. Η υπο­τα­γή στην απο­λύ­τως εκλο­γο­κε­ντρι­κή στρα­τη­γι­κή του Τσί­πρα επι­βά­λει σε όλους και όλες την πλήρη αφω­νία σχε­τι­κά με το ποιος-πώς-πό­τε θα μπο­ρού­σε να ανα­λά­βει αυτά τα κρί­σι­μα κα­θή­κο­ντα κι­νη­μα­τι­κής ανά­τα­ξης, που είναι προ­ϋ­πό­θε­ση για την εκλο­γι­κή αντι­με­τώ­πι­ση του Μη­τσο­τά­κη. Εί­κο­σι χρό­νια μετά τη Γέ­νο­βα, μοιά­ζει ότι όλοι και όλες στο εσω­τε­ρι­κό του ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ έχουν ξε­χά­σει ότι η ανο­δι­κή πο­ρεία τους άρ­χι­σε με την «αρι­στε­ρή στρο­φή», που ήταν ταυ­τό­χρο­να η ήττα άλλων που υπο­στή­ρι­ζαν τη στρο­φή προς τη σο­σιαλ­δη­μο­κρα­τία και προς το κέ­ντρο (και που βύ­θι­ζαν τον τότε Συ­να­σπι­σμό στα όρια του 3%).

Πα­ρό­λα αυτά, η συ­ζή­τη­ση έχει μια έντα­ση και αξί­ζει να δούμε πώς απο­τυ­πώ­νε­ται συν­θη­μα­το­λο­γι­κά:

-Το «συμ­βι­βα­σμό» του 2015, τον αφή­νου­με πίσω ή τον κου­βα­λά­με στη ση­με­ρι­νή πο­λι­τι­κή πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, «τι­μώ­ντας» διαρ­κώς τις μνη­μο­νια­κές δε­σμεύ­σεις που τότε ανέ­λα­βε ο ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ (Frapport, Ελ­λη­νι­κό, Ραφάλ κ.ά.);

-Ένα κόμμα της Αρι­στε­ράς μπο­ρεί να διεκ­δι­κή­σει την εμπι­στο­σύ­νη των ερ­γα­τι­κών και λαϊ­κών μαζών, χωρίς να εντάσ­σει την πο­λι­τι­κή του σε κά­ποια «συ­νο­λι­κή αφή­γη­ση», σε κά­ποια δέ­σμευ­ση γε­νι­κό­τε­ρης «αλ­λα­γής»; Πόσο πει­στι­κή μπο­ρεί να είναι μια γε­νι­κό­λο­γη κρι­τι­κή στη ΝΔ περί «δι­χα­σμού», περί «διά­λυ­σης της κοι­νω­νί­ας», περί «θε­σμι­κής εκτρο­πής» και οι πα­ρό­λες για «επι­στρο­φή της δι­καιο­σύ­νης στη χώρα»;

-Ο ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ θα επι­χει­ρή­σει «αμ­φί­πλευ­ρη διεύ­ρυν­ση» ή μο­νο­με­ρή «ανοίγ­μα­τα» προς τους σο­σιαλ­δη­μο­κρά­τες; Το ερώ­τη­μα τυ­πι­κά πα­ρα­μέ­νει ανοι­χτό («ας απο­φα­σί­σει η ζωή» απά­ντη­σε, λέει, ο Τσί­πρας), αλλά η πραγ­μα­τι­κό­τη­τα των Κε­δί­κο­γλου, των διαρ­ρο­ών για τη Μπα­τζε­λή και στο βάθος για τον Γ.Α. Πα­παν­δρέ­ου, είναι μια κατά πολύ πιο πει­στι­κή απά­ντη­ση.

-Αρ­χη­γι­κό κόμμα ή κόμμα; Σε αυτό το ερώ­τη­μα που είναι πάντα κρί­σι­μο (όπως δεί­χνει πχ η ιστο­ρία του ΠΑΣΟΚ…) θα κερ­δί­σει όποιος κάνει σα­φείς επι­λο­γές. Ο Σπίρ­τζης, ως βα­ρό­νος πλέον των «προ­ε­δρι­κών», προει­δο­ποί­η­σε τους πά­ντες: Χωρίς Αλέξη δεν υπάρ­χει ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ, δεν υπάρ­χει προ­ο­δευ­τι­κή πα­ρά­τα­ξη, δεν υπάρ­χει προ­ο­πτι­κή κυ­βερ­νη­σι­μό­τη­τας. Απέ­να­ντι σε αυτόν τον κυ­νι­σμό, η υπο­χώ­ρη­ση των «επι­φα­νών» της Ομπρέ­λας είναι κυ­ριο­λε­κτι­κά εντυ­πω­σια­κή. Με τη με­τα­τό­πι­σή τους προς τις με­τα­μο­ντερ­νιές του e-κόμ­μα­τος, ως ανα­γκα­στι­κής προ­σαρ­μο­γής σε τάχα αντι­κει­με­νι­κές αλ­λα­γές μέσα στην κοι­νω­νία, δεν προ­ε­τοι­μά­ζουν την άμυνά τους αλλά την εκλο­γί­κευ­ση της ήττας τους, και απ’ ό,τι φαί­νε­ται χωρίς μάχη.

Σε αυτό το τοπίο, το συ­νέ­δριο (εάν και όταν γίνει) δεν πρό­κει­ται παρά να κα­τα­γρά­ψει την πλήρη κυ­ριαρ­χία του Τσί­πρα και των «προ­ε­δρι­κών» του, υπο­βαθ­μί­ζο­ντας πλή­ρως το ρόλο όσων πι­στεύ­ουν ότι μπο­ρούν να συ­νυ­πάρ­ξουν μαζί του λει­τουρ­γώ­ντας ως αρι­στε­ρή πτέ­ρυ­γα. Αν γι’ αυτό χρεια­στούν «υπερ­βο­λές» (όπως η εκλο­γή του προ­έ­δρου κατ’ ευ­θεί­αν από τη βάση) αυτές είναι πλέον εφι­κτές, ενώ οι εκ­συγ­χρο­νι­στές δη­μο­σιο­γρά­φοι που έχουν πλαι­σιώ­σει την προ­ε­δρι­κή φρου­ρά δεν χά­νουν ευ­και­ρία να δεί­χνουν στους βε­τε­ρά­νους του ευ­ρω­κομ­μου­νι­σμού την πόρτα εξό­δου από τον ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ. Και οι πιο δη­λη­τη­ριώ­δεις από αυ­τούς θυ­μί­ζουν το 2015, υπο­γραμ­μί­ζο­ντας ότι όποιος δεν μί­λη­σε τότε, οφεί­λει να σιω­πή­σει για πάντα.

Στρα­τη­γι­κή και πο­λι­τι­κή

Η πα­ρου­σία του Αλ. Τσί­πρα στη σύ­νο­δο των Ευ­ρω­παϊ­κών Σο­σια­λι­στι­κών Κομ­μά­των ήταν μια εμ­βλη­μα­τι­κή πράξη. Από μόνη της αρ­κού­σε για να δη­λώ­σει ότι έχει τε­λειώ­σει η εποχή που στον ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ εξα­κο­λου­θού­σαν να είναι ζω­ντα­νά κά­ποια στοι­χεία διά­κρι­σής τους από τα εκ­φυ­λι­σμέ­να σο­σιαλ­δη­μο­κρα­τι­κά κόμ­μα­τα της Δυ­τι­κής Ευ­ρώ­πης. Αυτό έγινε κα­θα­ρό­τε­ρο αν συ­νυ­πο­λο­γί­σει κα­νείς το πε­ριε­χό­με­νο της εκεί το­πο­θέ­τη­σής του: δή­λω­σε ότι η κυ­βέρ­νη­σή του, το 2015, σώ­θη­κε κυ­ρί­ως λόγω της «βο­ή­θειας» της ευ­ρω­παϊ­κής σο­σιαλ­δη­μο­κρα­τί­ας (ευ­χα­ρι­στώ­ντας γλοιω­δώς την ηγε­σία του SPD και του Σο­σια­λι­στι­κού Κόμ­μα­τος Γαλ­λί­ας), ενώ πρό­τει­νε μια «στρα­τη­γι­κή συμ­μα­χία» με τους σο­σιαλ­δη­μο­κρά­τες και τους Πρά­σι­νους, με στόχο την ανά­δει­ξη κυ­βερ­νή­σε­ων που θα αντι­με­τω­πί­σουν, λέει, την κλι­μα­τι­κή κρίση και θα με­τριά­σουν τις επι­πτώ­σεις της νε­ο­φι­λε­λεύ­θε­ρης επί­θε­σης πάνω στους λαούς.

Αυτή η το­πο­θέ­τη­ση έχει ση­μα­σία, γιατί ανα­δει­κνύ­ει τις αλή­θειες για το πε­ριε­χό­με­νο της πο­λι­τι­κής πρό­τα­σης του ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ εδώ: η πρό­τα­ση για «προ­ο­δευ­τι­κή κυ­βέρ­νη­ση συ­νερ­γα­σί­ας» ση­μαί­νει, στη βάση των αριθ­μη­τι­κών προ­βλέ­ψε­ων της απλής ανα­λο­γι­κής, μια πρό­τα­ση συ­γκυ­βέρ­νη­σης ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ-ΚΙ­ΝΑΛ (εάν μέσα σε αυτό απορ­ρι­φθούν οι «σει­ρή­νες» της συ­νερ­γα­σί­ας με τη ΝΔ…), με πρό­γραμ­μα την ευ­θυ­γράμ­μι­ση με τις ευ­ρω­παϊ­κές κα­τευ­θύν­σεις της «πρά­σι­νης ανά­πτυ­ξης» και μια προ­σπά­θεια τή­ρη­σης των μνη­μο­νια­κών δε­σμεύ­σε­ων (που ο Τσί­πρας ανέ­λα­βε το 2018) αλλά «με αν­θρώ­πι­νο πρό­σω­πο» και όχι χωρίς αναι­σθη­τι­κό, όπως επι­χει­ρεί ο Μη­τσο­τά­κης. Γι’ αυτό και οι πραγ­μα­τι­κές επι­λο­γές του Τσί­πρα στο ζή­τη­μα της «διεύ­ρυν­σης» και των συμ­μα­χιών, αφο­ρούν μο­νο­με­ρώς τη σο­σιαλ­δη­μο­κρα­τία. Οι πρό­σφα­τες λε­κτι­κές ανα­φο­ρές προς το ΜΕ­ΡΑ­25 και το ΚΚΕ, είναι απο­λύ­τως υπο­κρι­τι­κές: απο­σκο­πούν απο­κλει­στι­κά στο να «φω­τί­σουν» κά­ποιες αδυ­να­μί­ες στη δική τους στρα­τη­γι­κή και κυ­ρί­ως στο να με­γε­θύ­νουν εκλο­γι­κά δι­λήμ­μα­τα στη βάση των ψη­φο­φό­ρων τους.

Σή­με­ρα πολ­λοί στον ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ ομο­λο­γούν ότι η συ­γκυ­βέρ­νη­ση με τους ΑΝΕΛ ήταν λάθος. Όμως, ισχυ­ρί­ζο­νται, το λάθος αυτό ήταν «υπο­χρε­ω­τι­κό». Δεν είναι ακρι­βές. Στα τέλη του 2014, αν ο ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ σκό­πευε πραγ­μα­τι­κά να επι­χει­ρή­σει να επι­βά­λει ένα πρό­γραμ­μα αντι­λι­τό­τη­τας και την ανα­τρο­πή των μνη­μο­νί­ων στην πράξη, είχε ως εναλ­λα­κτι­κή να πάει στη Βουλή και να ζη­τή­σει να συ­γκρο­τή­σει κυ­βέρ­νη­ση στη­ρι­ζό­με­νος στη ψήφο ανο­χής του ΚΚΕ. Η πο­λι­τι­κή αυτή (που προ­τά­θη­κε από μειο­ψη­φι­κές, αλλά υπαρ­κτές δυ­νά­μεις στο εσω­τε­ρι­κό του ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ) όφει­λε ασφα­λώς να προ­ε­τοι­μά­σει το έδα­φος για την υλο­ποί­η­σή της, να αφιε­ρώ­σει χρόνο και ενέρ­γεια προς την κα­τεύ­θυν­ση αυτή. Δεν θα μά­θου­με ποτέ αν ήταν ή δεν ήταν «ρε­α­λι­στι­κή», γιατί η πο­λι­τι­κή αυτή απορ­ρί­φθη­κε από την ηγε­τι­κή πλειο­ψη­φία, που προ­τί­μη­σε να ανα­ζη­τή­σει «στη­ρίγ­μα­τα» στον Καμ­μέ­νο και στην κα­ρα­μαν­λι­κή πτέ­ρυ­γα της ΝΔ. Αυτό όμως που μά­θα­με, με τον πιο σκλη­ρό τρόπο, είναι ότι αυτές οι επι­λο­γές συμ­μα­χιών ήταν άρ­ρη­κτα συν­δε­δε­μέ­νες με την «προ­γραμ­μα­τι­κή» από­φα­ση για τη νε­ο­μνη­μο­νια­κή στρο­φή και την ανα­ζή­τη­ση συμ­βι­βα­σμού με τους δα­νει­στές, τους «θε­σμούς» και την ντό­πια κυ­ρί­αρ­χη τάξη. Αυτή η τρα­γω­δία πάει σή­με­ρα να επα­να­λη­φθεί, η αλή­θεια είναι ως φάρσα. Η ισχύς κάθε αλυ­σί­δας, είναι η ισχύς του πιο αδύ­να­μου κρί­κου της. Η πραγ­μα­τι­κή πο­λι­τι­κή μιας συ­γκυ­βέρ­νη­σης ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ-ΚΙ­ΝΑΛ δεν μπο­ρεί να είναι μα­κριά από την πο­λι­τι­κή της… Φώφης Γεν­νη­μα­τά. Όσοι πι­στεύ­ουν ότι αυτό είναι μια φρα­στι­κή υπερ­βο­λή, ας ξα­να­σκε­φτούν τα θερμά χει­ρο­κρο­τή­μα­τα με τα οποία ει­ση­γή­θη­καν την ει­σή­γη­ση του Τσί­πρα οι ευ­ρω­παί­οι σο­σιαλ­δη­μο­κρά­τες. Αυτή η απο­λύ­τως εκλο­γο­κε­ντρι­κή προ­ο­πτι­κή, απο­δει­κνύ­ει το προ­ω­θη­μέ­νο επί­πε­δο εμπέ­δω­σης στο εσω­τε­ρι­κή του ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ της σο­σιαλ­δη­μο­κρα­τι­κής στρα­τη­γι­κής, και μά­λι­στα της σο­σιαλ­δη­μο­κρα­τι­κής στρα­τη­γι­κής στην εποχή του σο­σιαλ­φι­λε­λεύ­θε­ρου εκ­φυ­λι­σμού της.

Αυτή η κα­τεύ­θυν­ση κα­θο­ρί­ζει από τώρα τις προ­γραμ­μα­τι­κές επε­ξερ­γα­σί­ες του ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ. Το πρό­γραμ­μα που πα­ρου­σί­α­σε ο Γ. Στα­θά­κης έγινε δεκτό από τον Τύπο με βαθιά χα­σμου­ρη­τά. Η υπό­σχε­ση για αύ­ξη­ση του κα­τώ­τα­του μι­σθού στα 800 ευρώ δεν προ­κά­λε­σε ούτε αντι­δρά­σεις στους ερ­γο­δό­τες, ούτε ικα­νο­ποί­η­ση στους ερ­γα­ζό­με­νους, γιατί απλώς δεν γί­νε­ται πι­στευ­τή. Για να γίνει πει­στι­κή μια στρο­φή προς πο­λι­τι­κή αυ­ξή­σε­ων στους μι­σθούς (μετά την τρα­γι­κή εμπει­ρία του 2015-19, όπου το με­ρί­διο των μι­σθών και των συ­ντά­ξε­ων μειώ­θη­κε ως πο­σο­στό του ΑΕΠ), θα όφει­λε να συ­νο­δεύ­ε­ται και με άλλα μέτρα, τα οποία ο ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ δεν τόλ­μη­σε να υπο­σχε­θεί. Η σύ­γκρι­ση με το πρό­γραμ­μα του… Μπάι­ντεν είναι κα­τα­θλι­πτι­κή σε βάρος του ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ. Για πα­ρά­δειγ­μα, ο Γ. Στα­θά­κης μας ανα­κοί­νω­σε ότι η φο­ρο­δια­φυ­γή και η ει­σφο­ρο­κλο­πή­των επι­χει­ρή­σε­ων στην Ελ­λά­δα είναι η κο­ρυ­φαία στην ΕΕ, όμως όχι μόνο δεν τόλ­μη­σε να προ­τεί­νει κά­ποιο έστω αστι­κο­δη­μο­κρα­τι­κό μέτρο ελέγ­χου αυτής της λη­στεί­ας, αλλά αντί­θε­τα υπο­σχέ­θη­κε συ­νέ­χεια της κρα­τι­κής επι­χο­ρή­γη­σης των ερ­γο­δο­τι­κών ει­σφο­ρών, μετά την παν­δη­μία, για να… μη χα­θούν θέ­σεις ερ­γα­σί­ας. Όπως έλε­γαν οι Λα­τι­νο­α­με­ρι­κά­νοι ακτι­βι­στές στην εποχή των Φό­ρουμ, η αρι­στε­ρή πο­λι­τι­κή δια­κρί­νε­ται από την αστι­κή πο­λι­τι­κή όχι μόνο γιατί υπο­στη­ρί­ζει τους φτω­χούς, αλλά επί­σης γιατί αντι­πα­ρα­τί­θε­ται στους πλού­σιους.

Αυτή η φτώ­χεια προ­γραμ­μα­τι­κών αιχ­μών είναι επί­σης απο­τέ­λε­σμα της εκλο­γο­κε­ντρι­κής στρα­τη­γι­κής και της επι­δί­ω­ξης πάση θυσία της «κυ­βερ­νη­σι­μό­τη­τας». Είναι μια πο­λι­τι­κή που προ­σπα­θεί να κρα­τή­σει αλώ­βη­τες τις σχέ­σεις με την κυ­ρί­αρ­χη τάξη και να αμυν­θεί απέ­να­ντι στον Μη­τσο­τά­κη δια­τη­ρώ­ντας την επαφή με το με­τριο­πα­θές «κε­ντρώο» στρώ­μα των ψη­φο­φό­ρων. Αυτή η πο­λι­τι­κή θα έχει απώ­λειες προς τα αρι­στε­ρά, που στην Κου­μουν­δού­ρου όμως θε­ω­ρούν ότι θα είναι ελεγ­χό­με­νες. Για την ώρα πά­ντως, οι δη­μο­σκο­πή­σεις δεί­χνουν ότι ο ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ, πα­ρό­τι είναι ο «κορ­μός» της αντι­πο­λί­τευ­σης, συ­νε­χί­ζει να έχει απώ­λειες προς το ΜΕ­ΡΑ­25, προς το ΚΚΕ και κυ­ρί­ως προς την αποχή.

Στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα το επι­τε­λείο του Τσί­πρα ελ­πί­ζει ότι προ­χω­ρώ­ντας στην έξοδο από την παν­δη­μία (εάν και όταν…), η υπο­χώ­ρη­ση του φόβου θα ενι­σχύ­σει τα τα­ξι­κά ανα­κλα­στι­κά του κό­σμου, πολ­λα­πλα­σιά­ζο­ντας τις πο­λι­τι­κές δυ­σκο­λί­ες της κυ­βέρ­νη­σης. Το φαι­νό­με­νο ήδη έχει εμ­φα­νι­στεί στις δη­μο­σκο­πή­σεις, όπου τα ζη­τή­μα­τα των μι­σθών, των συ­ντά­ξε­ων, των κοι­νω­νι­κών δα­πα­νών κ.ο.κ. «ανε­βαί­νουν» ξανά και μά­λι­στα με γοργό ρυθμό, στα εν­δια­φέ­ρο­ντα του κό­σμου.

Όμως δεν εί­μα­στε πια σε «ομα­λές» συν­θή­κες, όπου οι εξε­λί­ξεις κι­νού­νται ευ­θύ­γραμ­μα. Στο «δι­κομ­μα­τι­σμό» που εγκα­τα­στά­θη­κε στη Με­τα­πο­λί­τευ­ση, ίσχυε ως πε­ρί­που νόμος ότι όταν αυ­ξά­νο­νται οι πο­λι­τι­κές δυ­σκο­λί­ες της κυ­βέρ­νη­σης, αυ­γα­τί­ζουν οι πο­λι­τι­κές ευ­και­ρί­ες της αξιω­μα­τι­κής αντι­πο­λί­τευ­σης. Αυτό το κα­θε­στώς το τσά­κι­σε το κί­νη­μα του 2010-12 και η υπερ­δε­κα­ε­τής κρίση. Οι «νόμοι» του και οι συ­νή­θειες δεν ισχύ­ουν πια. Στη γει­το­νι­κή Ιτα­λία, που διέ­θε­τε κά­πο­τε θη­ριώ­δη πο­λι­τι­κά κόμ­μα­τα, κατά πολύ ισχυ­ρό­τε­ρα της ΝΔ, του ΠΑΣΟΚ ή του ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ, κλή­θη­καν να κυ­βερ­νή­σουν κάτι τύποι σαν τον Πρό­ντι ή τον Ντρά­γκι. Η τάση της «ιτα­λο­ποί­η­σης» δεν αφορά μόνο την Αρι­στε­ρά και τον κα­τα­κερ­μα­τι­σμό της, αλλά και το σύ­νο­λο του πο­λι­τι­κού σκη­νι­κού, ακόμα και των δυ­νά­με­ων της «κυ­βερ­νη­σι­μό­τη­τας». Που ση­μαί­νει ότι δεν πρέ­πει να θε­ω­ρεί­ται ως δε­δο­μέ­νο ότι η αύ­ξη­ση των προ­βλη­μά­των του Μη­τσο­τά­κη, ακόμα και μια συ­νο­λι­κή απο­τυ­χία του, οδη­γεί ευ­θύ­γραμ­μα στο ότι θα κλη­θεί να κυ­βερ­νή­σει ο Τσί­πρας. Από τη σκο­πιά των ερ­γα­ζο­μέ­νων και των λαϊ­κών δυ­νά­με­ων, το ερώ­τη­μα των μελ­λο­ντι­κών πο­λι­τι­κών εξε­λί­ξε­ων ταυ­τί­ζε­ται με το ερώ­τη­μα του αν θα γίνει κα­τορ­θω­τό να αντι­τα­χτεί στο «ρι­ζο­σπα­στι­σμό της Δε­ξιάς» ένας αρι­στε­ρός ρι­ζο­σπα­στι­σμός που θα έχει στο κέ­ντρο του τα αι­τή­μα­τα και τα συμ­φέ­ρο­ντα της ερ­γα­τι­κής τάξης.

Τι κόμμα είναι ο ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ;

Μέσα στη μακρά εμπει­ρία του ερ­γα­τι­κού κι­νή­μα­τος δια­μορ­φώ­θη­κε μια πο­λι­τι­κή πα­ρά­δο­ση για την ερ­μη­νεία και την αντι­με­τώ­πι­ση του φαι­νο­μέ­νου των ρε­φορ­μι­στι­κών κομ­μά­των. Που έχει ως κε­ντρι­κή έν­νοια, τον ορι­σμό τους ως αντι­φα­τι­κά, ως «αστι­κά-ερ­γα­τι­κά» κόμ­μα­τα. «Αστι­κά» ως προς τη στρα­τη­γι­κή και την πο­λι­τι­κή τους, «ερ­γα­τι­κά» ως προς την τα­ξι­κή σύν­θε­ση της βάσης τους, ως προς τη σύν­θε­ση των μελών τους ή του πο­λι­τι­κού ακρο­α­τη­ρί­ου τους. Αυτή η προ­σπά­θεια πε­ρι­γρα­φής και ερ­μη­νεί­ας ξε­κι­νά από το βα­σι­κό πο­λι­τι­κό ερώ­τη­μα του ποιους και πώς δια­χει­ρί­ζε­ται τις ρε­φορ­μι­στι­κές αυ­τα­πά­τες, δη­λα­δή τις ελ­πί­δες μέσα στην ερ­γα­τι­κή τάξη για βελ­τί­ω­ση της θέσης της μέσα στα όρια ανο­χής του κα­πι­τα­λι­σμού. Σε αυτήν τη βάση, ο Ερ­νέστ Μα­ντέλ πα­ρο­μοί­ω­σε τα ρε­φορ­μι­στι­κά κόμ­μα­τα με αστι­κά εστια­τό­ρια που σερ­βί­ρουν ερ­γα­τι­κή κου­ζί­να. Αυτός ο ορι­σμός είναι χρή­σι­μος, αλλά όχι αρ­κε­τός. Το ερώ­τη­μα του πιο από τα αντι­φα­τι­κά στοι­χεία του ρε­φορ­μι­σμού (Πόσο αστι­κό; Πόσο ερ­γα­τι­κό;)παίρ­νει κάθε φορά το πάνω χέρι, το ερώ­τη­μα του πώς δια­χει­ρί­ζε­ται πο­λι­τι­κά ο ρε­φορ­μι­σμός τις ελ­πί­δες της ερ­γα­τι­κής τάξης, είναι ερω­τή­μα­τα που απα­ντώ­νται από τη συ­γκυ­ρία της τα­ξι­κής πάλης. Η ιστο­ρι­κή διά­σπα­ση με τη σο­σιαλ­δη­μο­κρα­τία, η δη­μιουρ­γία των ΚΚ και της Τρί­της Διε­θνούς, ήταν απο­τέ­λε­σμα της διε­θνούς συ­γκυ­ρί­ας που εξα­πέ­λυ­σε η Οκτω­βρια­νή Επα­νά­στα­ση. Στα τέλη της δε­κα­ε­τί­ας του ’60, η εμ­φά­νι­ση των (σχε­τι­κά) μα­ζι­κών ορ­γα­νώ­σε­ων της επα­να­στα­τι­κής Αρι­στε­ράς, που αμ­φι­σβη­τού­σαν από τα αρι­στε­ρά τόσο τη σο­σιαλ­δη­μο­κρα­τία όσο και τα ΚΚ, ήταν απο­τέ­λε­σμα της συ­γκυ­ρί­ας που εξα­πέ­λυ­σε ο Μάης του ’68. Αυτές οι ιστο­ρι­κές εμπει­ρί­ες υπο­δει­κνύ­ουν μια βα­σι­κή θέση, που δια­τη­ρεί αμεί­ω­τη την αξία της: η «ορι­στι­κή» απά­ντη­ση στο φαι­νό­με­νο του ρε­φορ­μι­σμού μπο­ρεί να δοθεί μόνο με την οι­κο­δό­μη­ση επα­να­στα­τι­κού ερ­γα­τι­κού κόμ­μα­τος, που διεκ­δι­κεί και απο­σπά από αυτόν την ερ­γα­τι­κή του βάση ή, έστω, ση­μα­ντι­κά τμή­μα­τά της (και εδώ η λέξη «ορι­στι­κή» πρέ­πει να γί­νε­ται κα­τα­νοη­τή ως στοι­χείο μιας ιστο­ρι­κής πε­ριό­δου, σχε­τι­κά μα­κράς διάρ­κειας, και όχι ασφα­λώς σαν μια μό­νι­μη κα­τά­κτη­ση… γιατί η ιστο­ρία έχει ανα­δεί­ξει τα πιο ανα­πά­ντε­χα πι­σω­γυ­ρί­σμα­τα, όπως και τα άλ­μα­τα και τις ανα­τρο­πές).

Όμως τι μπο­ρεί να συμ­βεί στο με­τα­ξύ και μέχρι η τα­ξι­κή πάλη να κάνει εφι­κτή τη συ­γκρό­τη­ση μα­ζι­κών (ή σχε­τι­κά μα­ζι­κών) επα­να­στα­τι­κών κομ­μά­των; Η νε­ό­τε­ρη πο­λι­τι­κή ιστο­ρία ανέ­δει­ξε πιο σύν­θε­τα προ­βλή­μα­τα: Μετά το 1989 και την κα­τάρ­ρευ­ση του κα­θε­στώ­τος στην ΕΣΣΔ, τα ΚΚ στη συ­ντρι­πτι­κή πλειο­ψη­φία τους αυ­το­δια­λύ­θη­καν, με­τα­φέ­ρο­ντας φρέ­σκο αίμα στις γε­ρα­σμέ­νες φλέ­βες της σο­σιαλ­δη­μο­κρα­τί­ας. Την ίδια στιγ­μή, τα σο­σιαλ­δη­μο­κρα­τι­κά κόμ­μα­τα προ­σχω­ρώ­ντας στο νε­ο­φι­λε­λευ­θε­ρι­σμό, εξα­σθέ­νη­σαν ποιο­τι­κά τις σχέ­σεις τους με την ορ­γα­νω­μέ­νη ερ­γα­τι­κή τάξη, με­τα­τρά­πη­καν σε πολύ πιο αδύ­να­μη και αστα­θή κόμ­μα­τα. Το ση­με­ρι­νό SPDδεν μπο­ρεί να συ­γκρι­θεί ούτε με τη σκιά του θη­ριώ­δους κόμ­μα­τος του πα­ρελ­θό­ντος, το ση­με­ρι­νό Σο­σια­λι­στι­κό Κόμμα Γαλ­λί­ας δεν μπο­ρεί ούτε να ονει­ρευ­τεί το κύρος και την απο­τε­λε­σμα­τι­κό­τη­τα του κόμ­μα­τος του Μι­τε­ράν.

Πα­ρό­λα αυτά, η πο­λι­τι­κή και εκλο­γι­κή δια­χεί­ρι­ση των αυ­τα­πα­τών της ερ­γα­τι­κής τάξης, δίνει δυ­να­τό­τη­τες επι­βί­ω­σης, ακόμα και ανα­βί­ω­σης στα σο­σιαλ­δη­μο­κρα­τι­κά κόμ­μα­τα όσο αυτά μέ­νουν χωρίς σο­βα­ρό αντί­πα­λο. Το ΣΚ Γαλ­λί­ας, που πριν λίγα χρό­νια έμοια­ζε να αντι­με­τω­πί­ζει υπαρ­ξια­κή κρίση, στις πρό­σφα­τες πε­ρι­φε­ρεια­κές εκλο­γές στη Γαλ­λία έδει­ξε δό­ντια σε όλους τους αντι­πά­λους του. Τα ΣΚ στην Ισπα­νία και στην Πορ­το­γα­λία έχουν ανα­κάμ­ψει ως προς την εκλο­γι­κή επιρ­ροή τους, συ­γκρο­τώ­ντας κορμό κυ­βερ­νη­σι­μό­τη­τας. Υπάρ­χουν όρια στην πο­ρεία ρευ­στο­ποί­η­σής ενός βα­θιού ιστο­ρι­κά ρεύ­μα­τος όπως η σο­σιαλ­δη­μο­κρα­τία, και αυτή η δια­πί­στω­ση κάνει τη με­τα­τό­πι­ση του Τσί­πρα προς τα εκεί ακόμα πιο προ­κλη­τι­κή κι επι­κίν­δυ­νη.

Στις ΗΠΑ ανα­δει­κνύ­ε­ται ένα ακραίο πα­ρά­δειγ­μα της ποι­κι­λί­ας των πο­λι­τι­κών μορ­φών που μπο­ρεί να πάρει η πο­λι­τι­κή έκ­φρα­ση των ρε­φορ­μι­στι­κών αυ­τα­πα­τών της ερ­γα­τι­κής τάξης. Η με­γά­λη ιδε­ο­λο­γι­κή και πο­λι­τι­κή ισχύς των κα­πι­τα­λι­στών, αλλά και μια μακρά κα­τα­σταλ­τι­κή πα­ρά­δο­ση, απέ­τρε­ψαν τη δη­μιουρ­γία σο­σιαλ­δη­μο­κρα­τι­κού κόμ­μα­τος ή μα­ζι­κού ΚΚ. Το κενό ανέ­λα­βε να δια­χει­ρί­ζε­ται το Δη­μο­κρα­τι­κό Κόμμα, ένα κόμμα που ιστο­ρι­κά υπήρ­ξε κόμμα πλου­σί­ων, ρα­τσι­στών και πάντα στην πρώτη γραμ­μή υπε­ρά­σπι­σης των συμ­φε­ρό­ντων του αμε­ρι­κα­νι­κού ιμπε­ρια­λι­σμού. Το σύγ­χρο­νο ΔΚ «επέ­τρε­ψε» το φαι­νό­με­νο Σά­ντερς, ανέ­χθη­κε τη συ­γκρό­τη­ση των «σο­σια­λι­στών» του DSAστο εσω­τε­ρι­κό του και τώρα «σερ­βί­ρει» το πρό­γραμ­μα Μπάι­ντεν σαν να είναι η «ερ­γα­τι­κή» κου­ζί­να της πο­λι­τι­κής που προ­σπα­θεί να ξα­να­κά­νει ισχυ­ρή την Αμε­ρι­κή. Και αυτά τα κάνει με την αυ­το­πε­ποί­θη­ση ενός ισχυ­ρού αστι­κού κόμ­μα­τος, που έχει την τε­χνο­γνω­σία και τη δύ­να­μη για να κα­να­λι­ζά­ρει και να αφο­μοιώ­νει δια­δο­χι­κά κύ­μα­τα ρι­ζο­σπα­στι­σμού και γε­νιές ακτι­βι­στών. Αυτός ο πα­ρά­γο­ντας της ιστο­ρι­κό­τη­τας, της πεί­ρας και της δύ­να­μης, είναι κρί­σι­μος. Κατά και­ρούς, πολ­λοί στην Ευ­ρώ­πη έβα­λαν στόχο να συ­γκρο­τή­σουν κόμμα ανά­λο­γο με το αμε­ρι­κα­νι­κό ΔΚ, και όλοι ανε­ξαι­ρέ­τως απέ­τυ­χαν.

Όλα αυτά τα κρι­τή­ρια πρέ­πει να αξιο­ποι­ή­σου­με για να χτί­σου­με την απά­ντη­σή μας απέ­να­ντι στον ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ.

Συ­ζη­τώ­ντας ιδε­ο­λο­γι­κά και αφη­ρη­μέ­να, ο ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ πα­ρα­μέ­νει ένα ρε­φορ­μι­στι­κό, ένα αστι­κό/ερ­γα­τι­κό κόμμα. Η εν­σω­μα­τω­μέ­νη στο κα­θε­στώς στρα­τη­γι­κή και πο­λι­τι­κή του Τσί­πρα, συ­νυ­πάρ­χει με ένα «ακρο­α­τή­ριο» και μια εκλο­γι­κή βάση κυ­ρί­ως ερ­γα­τι­κής-λαϊ­κής σύν­θε­σης. Όμως όποιος βγά­λει όλα του τα πο­λι­τι­κά συ­μπε­ρά­σμα­τα από αυτό το γε­νι­κό χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό, είναι κα­τα­δι­κα­σμέ­νος σε σο­βα­ρά πο­λι­τι­κά λάθη.

Ο ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ είναι, επί­σης, ένα κόμμα που ζει σε «ει­δι­κές συν­θή­κες».Η πρό­σφα­τη εμπει­ρία από την απο­τυ­χη­μέ­νη κυ­βερ­νη­τι­κή πε­ρί­ο­δο του 2015-19, δεν μπο­ρεί και δεν πρέ­πει να υπο­τι­μη­θεί (εκεί άλ­λω­στε εδρά­ζε­ται το πρό­βλη­μα «εμπι­στο­σύ­νης» που απο­τυ­πώ­νουν οι δη­μο­σκο­πή­σεις). Στα αρι­στε­ρά του ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ, παρά τα προ­βλή­μα­τα, δεν υπάρ­χει κενό, αλλά το ΚΚΕ, το ΜΕ­ΡΑ­25 (του­λά­χι­στον όπως το κα­τα­νο­εί ο κό­σμος), οι ορ­γα­νώ­σεις της ρι­ζο­σπα­στι­κής-αντι­κα­πι­τα­λι­στι­κής Αρι­στε­ράς.

Ο ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ πα­ρα­μέ­νει ένα «ελα­φρύ» κόμμα: με πε­ριο­ρι­σμέ­νη ιστο­ρι­κό­τη­τα, με πε­ριο­ρι­σμέ­νες ορ­γα­νω­μέ­νες σχέ­σεις με την τάξη, με αντι­φά­σεις στο εσω­τε­ρι­κό του στε­λε­χι­κού δυ­να­μι­κού του. Είναι ένα κόμμα εξα­σθε­νη­μέ­νο και αστα­θές, παρά το εκλο­γι­κό του μέ­γε­θος, που θα πε­ρά­σει δο­κι­μα­σία αν βιώ­σει μια νέα εκλο­γι­κή ήττα από τον Μη­τσο­τά­κη.

Αυτά τα στοι­χεία, η ηγε­σία του προ­σπα­θεί να τα χει­ρι­στεί με μια επι­τα­χυ­νό­με­νη πο­ρεία προς τα δεξιά, που σπέρ­νει συ­ντη­ρη­τι­κά αντα­να­κλα­στι­κά στον κόσμο. Ο προ­ω­θη­μέ­νος «αρ­χη­γι­σμός» δεν πρέ­πει να υπο­τι­μά­ται. Στην πο­ρεία εκ­φυ­λι­σμού του ΚΚ Ιτα­λί­ας, υπήρ­ξε του­λά­χι­στον η ευαι­σθη­σία μετά από κάθε πα­τα­γώ­δη απο­τυ­χία να ακο­λου­θεί αλ­λα­γή ηγε­σί­ας, έστω και αν αυτή αφο­ρού­σε στε­λέ­χη «με­γά­λης κλί­μα­κας». Ο Τσί­πρας «κα­τά­πιε» την κω­λο­τού­μπα του 2015-19, χρέ­ω­σε σε άλ­λους την ήττα του 2019 και απει­λεί να με­τα­τρέ­ψει τη δια­φαι­νό­με­νη επό­με­νη ήττα σε εφαλ­τή­ριο για τη με­τά­βα­ση σε «κόμμα Τσί­πρα». Όσοι «παί­ζουν» με τέ­τοια φαι­νό­με­να, ή έστω τα ανέ­χο­νται, ανα­λαμ­βά­νουν ευ­θύ­νες για επι­κίν­δυ­να σε­νά­ρια.

Αν συ­νυ­πο­λο­γί­σει κα­νείς όλα αυτά τα στοι­χεία οδη­γεί­ται σε μια τα­κτι­κή, που αντι­κει­με­νι­κά θα είναι αντι­φα­τι­κή, μπρο­στά σε ένα αντι­φα­τι­κό φαι­νό­με­νο.

Ο κό­σμος του ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ πα­ρα­μέ­νει πο­λύ­τι­μος για την κι­νη­μα­τι­κή ανά­τα­ξη και θα πρέ­πει να διεκ­δι­κη­θεί στα­θε­ρά, με τη μέ­θο­δο της ενιαιο­με­τω­πι­κής πο­λι­τι­κής από τα κάτω.

Όμως δεν ισχύ­ει το ίδιο για την ηγε­σία του και την κε­ντρι­κή στε­λε­χι­κή δομή του. Όχι ασφα­λώς με την έν­νοια των προ­σώ­πων, αλλά με την έν­νοια της έντα­ξής τους σε μια στρα­τη­γι­κή, σε μια πο­λι­τι­κή, σε μια ορ­γα­νω­τι­κή προ­ο­πτι­κή, που δεν είναι απλώς λα­θε­μέ­νη, αλλά είναι επι­κίν­δυ­νη και δια­βρω­τι­κή για τον κόσμο της ερ­γα­σί­ας και πρέ­πει να ητ­τη­θεί.

Κατά συ­νέ­πεια δεν μπο­ρούν και δεν πρέ­πει να υπάρ­ξουν ούτε «μέ­τω­πα» με το κόμμα του ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ, ούτε ψήφος σε αυτό, παρά τα επερ­χό­με­να δι­λήμ­μα­τα της κάλ­πης. Για να γίνει κα­θα­ρό το ζή­τη­μα της ψήφου, χρειά­ζε­ται μια προ­κλη­τι­κή σύ­γκρι­ση με το εν­δε­χό­με­νο της ψήφου στο ρεύμα Σά­ντερς ή Κόρ­μπινκ.ο.κ. Οι σύ­ντρο­φοί μας στις ΗΠΑ αντι­στά­θη­καν στην πίεση για ψήφο στον Σά­ντερς, και είχαν δίκιο. Όμως η πίεση ήταν σο­βα­ρή γιατί το «ρεύμα» Σά­ντερς (όπως και του Κόρ­μπιν στη Βρε­τα­νία) ήταν το­πο­θε­τη­μέ­νο στα αρι­στε­ρά του μέσου όρου πο­λι­τι­κο­ποί­η­σης και προ­κα­λού­σε μια αύ­ξη­ση του ρι­ζο­σπα­στι­σμού σε πολλά πεδία. Αντί­θε­τα η πο­λι­τι­κή Τσί­πρα λει­τουρ­γεί κα­τευ­να­στι­κά και απο­προ­σα­να­το­λι­στι­κά για τον κόσμο, βρί­σκε­ται στα δεξιά των προ­θέ­σε­ων της βάσης του, ενώ η στα­θε­ρο­ποί­η­σή της οδη­γεί σε ενί­σχυ­ση του συ­ντη­ρη­τι­σμού που πα­ρα­πέ­μπει όλες τις κρί­σι­μες μάχες στην ατζέ­ντα της «δεύ­τε­ρης φοράς». Μια γραμ­μή που με τη στάση της στη Frapport, στο Ελ­λη­νι­κό, στα Ραφάλ, στα 12 μίλια στο Αι­γαίο κ.ο.κ.έχτι­σε «την πιο ήπια αντι­πο­λί­τευ­ση στη σύγ­χρο­νη πο­λι­τι­κή ιστο­ρία», προει­δο­ποιεί ότι αν βρε­θεί στην κυ­βέρ­νη­ση θα κάνει, ξανά, μόνο μια σειρά κω­λο­τού­μπες.

Αυτή τη διπλή τα­κτι­κή, της σχέ­σης διεκ­δί­κη­σης του κό­σμου της βάσης, μαζί με την απόρ­ρι­ψη του ηγε­τι­κού κορ­μού και της πο­λι­τι­κής του, θα πρέ­πει να κρα­τή­σου­με στο επό­με­νο μακρό διά­στη­μα.

rproject.gr/

Σχόλια (0)

Το email σας δεν θα δημοσιευθεί.