Το «κενό» της παραίτησης Τσίπρα

Το «κενό» της παραίτησης Τσίπρα

  • |

Η φύση απεχθάνεται το κενό, λένε. Ως κοινωνικός επιστήμονας, πιστεύω πως κάτι ανάλογο ισχύει με τα κοινωνικοπολιτικά φαινόμενα. Οπως και στη φύση, όπου προκύπτει ένα κενό, τούτο τείνει να καλύπτεται αυτομάτως, ούτως ειπείν. «Χάος», «ακυβερνησία», «φυσική κατάσταση» είναι όροι που συνήθως χρησιμοποιούνται για να αποδώσουν τις συνθήκες που επικρατούν όταν ξαφνικά και απότομα μένει «ακέφαλη» μια χώρα, ένας οργανισμός, ένα πολιτικό κόμμα. Οπως όμως γνωρίζουμε, τουλάχιστον στη νεωτερικότητα, μπορεί να προξενείται κάποια αναταραχή, αλλά κενό εξουσίας δεν προκύπτει. Θα έλεγα μάλιστα πως αν δεν συντρέξουν κάποιες γενικότερες αλλαγές, η προϋπάρχουσα εξουσία δεν ανατρέπεται καν όσον αφορά τη βαθύτερη δομή της.

Ας αναφερθούμε λοιπόν στη βαθύτερη δομή της εσωκομματικής εξουσίας στον ΣΥΡΙΖΑ πριν από την παραίτηση Τσίπρα. Οπως έχουμε εξηγήσει πολλαχώς και κατά κόρον, τούτη η δομή δεν ήταν σκέτα «ο Τσίπρας», αλλά ο αρχηγισμός. Συνοπτικά και με απλά λόγια, δεν ήταν ο Τσίπρας που αποφάσιζε από μόνος του χωρίς να ρωτάει κανέναν για όλα τα ζητήματα που αφορούσαν το κόμμα και τις πολιτικές του. Ολόκληρο το κόμμα ήταν θεσμικά και πρακτικά δομημένο έτσι ώστε οι αποφάσεις για όλα τα κρίσιμα θέματα να εξαρτώνται από το στενό περιβάλλον του προέδρου, το οποίο είχε προσλάβει την τρέχουσα ονομασία «πρωινός καφές». Ηδη από το 2ο Συνέδριο τον Οκτώβριο του 2016, το κόμμα είχε αποδεχτεί την αρχηγική δομή, δεχόμενο (κατά πλειοψηφία) τη λογική του «ενιαίου πολιτικού κέντρου» που επίμονα είχε υποστηρίξει ο Αλέξης Τσίπρας. Οπως χαρακτηριστικά είχα γράψει τότε σε άρθρο μου για το 2ο Συνέδριο: «[…] το αν είναι “αρχηγικό” ή όχι ένα κόμμα δεν εξαρτάται από τον αρχηγό, αλλά από το ίδιο το κόμμα».

Από τη στιγμή λοιπόν που ένα κόμμα της Αριστεράς έχει αποδεχτεί, ως συλλογικότητα, τον αρχηγισμό ως καθοριστικό χαρακτηριστικό της συνολικής δομής του, τούτο σημαίνει πως το εν λόγω χαρακτηριστικό δεν περιορίζεται στη λήψη αποφάσεων από το στενό προεδρικό περιβάλλον. Είναι βέβαιο πως τα μέλη και τα στελέχη ενός αριστερού κόμματος, και ειδικότερα του ΣΥΡΙΖΑ, δεν είναι άβουλα όντα που απλώς υπακούν στις εντολές του αρχηγού και των συμβούλων του. Ο αρχηγισμός επομένως αναπαράγεται στα διαφορετικά επίπεδα και στους επιμέρους τομείς του κόμματος. Σε ένα αρχηγικό κόμμα, διαφοροποιήσεις, διαφωνίες και αντιπαραθέσεις υπάρχουν – τόσο των μελών και στελεχών μεταξύ τους όσο και με τον αρχηγό. Απλώς προσλαμβάνουν και αυτές… αρχηγικό χαρακτήρα.

Η ύπαρξη εσωκομματικών τάσεων, όταν ένα κόμμα λειτουργεί δημοκρατικά, είναι απαραίτητο συμπλήρωμα της εσωκομματικής δημοκρατίας. Οι τάσεις φανερώνουν τις ιδεολογικές διαφοροποιήσεις που αφορούν ζητήματα πρακτικών πολιτικών επιλογών του κόμματος, σε επίπεδο τακτικής αλλά και στρατηγικής – μέσα στο κοινό ευρύτερο πλαίσιο των αρχών της δημοκρατικής ριζοσπαστικής Αριστεράς, εννοείται. Ετσι, όσον αφορά τη λήψη αποφάσεων και τη χάραξη πολιτικής, οι τάσεις λειτουργούν ταυτόχρονα και συμπληρωματικά με τις οργανώσεις μελών και με τα όργανα του κόμματος, δεν τα υποκαθιστούν.

Χωρίς να σχηματοποιούμε υπερβολικά, θα μπορούσαμε να πούμε πως σε ένα αρχηγικό κόμμα η ύπαρξη τάσεων υποκαθιστά ολόκληρη τη δημοκρατική δομή και λειτουργία του αριστερού κόμματος. Και τούτο ισχύει για συγκεκριμένους λόγους. Πρώτα απ’ όλα, ο όρος «τάσεις» και μόνο επενεργεί ως ένα τεράστιο –επίπλαστο– άλλοθι δημοκρατικότητας. Σου λέει «τάσεις», άρα διαφοροποιήσεις και διαφωνίες, άρα υπάρχει εσωκομματική δημοκρατία.

Από την άλλη όμως, οι τάσεις κατέχουν κι ένα χαρακτηριστικό που τις διακρίνει ριζικά από τις οργανώσεις μελών και τα όργανα. Ακριβώς επειδή είναι άτυπες, χωρίς επίσημη θεσμοποίηση, «άτυπες» –και κατά τούτο ανεξέλεγκτες– είναι και οι ηγεσίες τους. Οι τάσεις κατά συνέπεια σε ένα αρχηγικό κόμμα μετατρέπονται σε επιμέρους, μικρότερης κλίμακας, «αρχηγισμούς». Και το κόμμα στο σύνολό του λειτουργεί ως ένα άθροισμα τάσεων/αρχηγισμών, όπου τον τελικό λόγο κατά κανόνα τον έχει ο ένας αρχηγός, ο επίσημος – ο πρόεδρος του κόμματος. Ο μεγάλος χαμένος βέβαια είναι το καθαυτό (επίσημο) κόμμα – οι οργανώσεις μελών και τα εκλεγμένα όργανα.

Το ερώτημα τώρα είναι τι γίνεται σε ένα τέτοιο –αρχηγικό– κόμμα, όταν ο ένας επίσημος αρχηγός ξαφνικά παραιτείται. Η αμηχανία που αισθάνονται τώρα πολλά μέλη και φίλοι/ες του ΣΥΡΙΖΑ συνίσταται στο ότι δεν υπάρχει έτοιμη εξήγηση για τις (τουλάχιστον) αμφιλεγόμενες αποφάσεις σε κρίσιμα θέματα – όπως ποιοι υποψήφιοι θα στηριχτούν από το κόμμα στις εκλογές της τοπικής αυτοδιοίκησης. Πριν ξέραμε – έτσι αποφάσισε ο Τσίπρας με τους συμβούλους του. Τώρα; Ποια τάση ή ισορροπία τάσεων –που σημαίνει άτυπων ηγεσιών– αποφάσισε; Μένουμε με την απορία.

*Ομότιμος καθηγητής της Κοινωνικής Θεωρίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών

efsyn.gr/