Ουδέν κακόν αμιγές καλού

Ουδέν κακόν αμιγές καλού

  • |

Πολλοί είναι αυτοί -μάλλον οι περισσότεροι- που εύχονται να παραμείνει ενωμένος ο ΣΥΡΙΖΑ. Αλλοι καλόπιστα, άλλοι με πονηρές προθέσεις μια που κανείς δεν μπορεί να είναι σίγουρος για την «προβλεψιμότητα» τυχόν θραυσμάτων που θα προκύψουν από μια πιθανή διάσπασή του.

Το ζήτημα, λοιπόν, της ενότητας ή της διάσπασης αναδεικνύεται με ευθύνη φίλων και εχθρών σε ένα νέο ψευδές διακύβευμα. Η εκλογή του νέου προέδρου έχει ως πρώτο στόχο τη διατήρηση της ενότητας -και αυτό σίγουρα δεν είναι κακό. Το πρόβλημα αρχίζει από το σημείο που η εκλογή προηγείται ενός ουσιαστικού διαλόγου αυτοκριτικής και επανεκκίνησης. Αυτός ο διάλογος, τουλάχιστον για τα κόμματα της Αριστεράς, συνήθως γίνεται μέσω συνεδρίων, που στην περίπτωση του ΣΥΡΙΖΑ του 17,8% θα έπρεπε να σημαίνει συνέδριο βαθιά δημοκρατικό, κατά συνέπεια βασανιστικό και εξαντλητικό. Δεν είναι βέβαια η πρώτη φορά που η Αριστερά βάζει το κάρο μπροστά από το μουλάρι.

Ο λόγος που επικαλείται είναι βέβαια «οι εξελίξεις που τρέχουν»… λες και υπάρχουν εποχές που δεν τρέχουν! Ο πραγματικός, όμως, λόγος είναι -με δεδομένους τους συσχετισμούς στο εσωτερικό της- η αδυναμία της να επεξεργαστεί μια ουσιαστικά εναλλακτική στρατηγική για τον τόπο και τον λαό. Η συγκρότηση μιας εναλλακτικής στρατηγικής προϋποθέτει καθαρές απαντήσεις σε σκληρά ερωτήματα, αυτά που η Αριστερά στην Ελλάδα μάλλον δεν θέλει να αναδείξει.

● Υπάρχει ζήτημα εξάρτησης και κυριαρχίας της χώρας;

● Μπορεί μια χώρα με προβλήματα εθνικής ανεξαρτησίας και κυριαρχίας να έχει ανεξάρτητη παραγωγική και οικονομική πολιτική;

● Το δημόσιο και ιδιωτικό χρέος είναι βιώσιμο;

● Τα μνημόνια έχουν τελειώσει;

● Μπορεί να υπάρξει μέλλον για τον ελληνικό λαό με καταβολές 10 δισ. τον χρόνο σε τοκοχρεολύσια;

● Υπάρχει διαφορά μεταξύ πατριωτισμού και εθνικισμού; Ποια είναι αυτή;

● Ο δημοκρατικός πατριωτισμός μπορεί να αντιταχθεί στον εθνικισμό και την πατριδοκαπηλία της Δεξιάς (νεοφιλελεύθερης, άκρας, σκοταδιστικής, ναζιστικής);

● Συμφέρει την Ελλάδα να είναι σε πόλεμο με τη Ρωσία, όπως λέει η κυβέρνηση;

● Ποιες είναι τελικά οι διαφορές μας με την Τουρκία και πού εδράζονται;

● Η αποστρατιωτικοποίηση των νησιών του Αιγαίου έχει αρχίσει; Πρέπει να συνεχιστεί;

● Να πάμε στη Χάγη ή όχι και με ποιες προϋποθέσεις;

● Ο νέος ΣΥΡΙΖΑ θα κατεβεί στην κοινωνία ή θα συνεχίσει να παρεμβαίνει πολιτικά μέσω μαζικών μηνυμάτων ηλεκτρονικού ταχυδρομείου;

Η δυσκολία με τις ζητούμενες απαντήσεις έγκειται στο ότι είναι αδύνατον να ικανοποιούν τους πάντες αδιακρίτως, εντός και εκτός συνόρων.

Μπορούν οι υποψήφιοι ηγέτες του, αλλά και ο νέος ΣΥΡΙΖΑ συνολικά να τοποθετηθεί με σαφήνεια σε αυτά τα θεμελιώδη ζητήματα;

Το πραγματικό διακύβευμα για την κοινωνία βρίσκεται στις απαντήσεις που θα δοθούν. Το δείγμα γραφής του ΣΥΡΙΖΑ από το δημοψήφισμα του 2015 μέχρι σήμερα, η στρογγυλεμένη συνθηματολογία από την Εφη Αχτσιόγλου, το κάλεσμα για άνοιγμα προς το προοδευτικό κέντρο από τον Νίκο Παππά, το προσκλητήριο για επιστροφή στις ρίζες (ποιες άραγε…) του αγαπημένου των δανειστών και «σοβαρού επιστήμονα» Ευκλείδη Τσακαλώτου, η υποψηφιότητα Τζουμάκα που από μόνη της καταδεικνύει τη χωρίς επιστροφή ένταξη του ΣΥΡΙΖΑ στις συστημικές και διαχειριστικές δυνάμεις, δεν αφήνουν και πολλά περιθώρια αισιοδοξίας για την κοινωνία.

Ο τόπος, όμως, δεν έχει ανάγκη από ένα νέο ΠΑΣΟΚ. Αν ο νέος ΣΥΡΙΖΑ αποφασίσει να πορευτεί οριστικά τον δρόμο που οδήγησε στον «παρασιτισμό» του Σημίτη και την εθνική τραγωδία του ΓΑΠ, κάτι που δυστυχώς φαντάζει αναπόδραστο με βάση τους σημερινούς του συσχετισμούς, μια διάσπαση μπορεί να είναι λυτρωτική και χρήσιμη. Ιδιαίτερα εν όψει τού –όπως φαίνεται οικειοθελούς από πλευράς της Ελλάδας- επικείμενου εθνικού μας ακρωτηριασμού μια διάσπασή του θα απελευθέρωνε δυνάμεις για τη συγκρότηση ενός δημοκρατικού πατριωτικού μετώπου που αποτελούσε ανέκαθεν πλειοψηφικό ρεύμα στην ελληνική κοινωνία.

*Φυσικός

efsyn.gr