Η νέα Κοινή Υπουργική Απόφαση για το επίδομα θέρμανσης, που υπεγράφη στα τέλη Οκτωβρίου από τα Υπουργεία Οικονομικών και Ενέργειας και δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ 5802/Β/31.10.2025, παρουσιάστηκε ως ακόμη ένα μέτρο στήριξης απέναντι στην ακρίβεια. Όμως πίσω από τη γλώσσα των υπουργικών δελτίων, αναδύεται η ψυχρή αλήθεια: δεν επιδοτείται η ανάγκη, αλλά η ακρίβεια της ανάγκης. Με άλλα λόγια, όταν επιδοτείς τα ευάλωτα νοικοκυριά για να πληρώνουν το ακριβό πετρέλαιο, δεν επιδοτείς τα νοικοκυριά, επιδοτείς το ακριβό πετρέλαιο για να παραμείνει ακριβό.
| Λευτέρης Τηλιγάδας |
Η ΚΥΑ καθορίζει το πλαίσιο επιδότησης για πετρέλαιο, φυσικό αέριο, υγραέριο, καυσόξυλα και βιομάζα. Οι δικαιούχοι ορίζονται από αυστηρά εισοδηματικά και περιουσιακά κριτήρια: έως 16.000 ευρώ για μονομελές νοικοκυριό και 24.000 για ζευγάρι, με προσαύξηση 5.000 ευρώ ανά παιδί. Στην πράξη, πρόκειται για ένα μέτρο «στοχευμένο» τόσο στενά, που αφήνει εκτός χιλιάδες νοικοκυριά της εργατικής και μικρομεσαίας τάξης — εκείνους δηλαδή που πληρώνουν φόρους και λογαριασμούς, αλλά δεν χωρούν σε καμία «ευάλωτη» κατηγορία.
Το επίδομα κυμαίνεται από 100 έως 800 ευρώ (με ανώτατο όριο 1.200 ευρώ για ψυχρές περιοχές), αλλά μόνο για όσους αγοράσουν καύσιμα διπλάσιας αξίας. Δηλαδή, για να πάρεις 200 ευρώ επίδομα, πρέπει πρώτα να ξοδέψεις τουλάχιστον 400. Είναι ένα παράδοξο μοντέλο κοινωνικής πολιτικής: «πλήρωσε για να επιδοτηθείς». Οι αγορές πρέπει να γίνουν μέσα στο εξάμηνο Οκτωβρίου – Μαρτίου, και η διαδικασία υποβάλλεται εξ ολοκλήρου στο ηλεκτρονικό σύμπαν του myΘέρμανση, της myAADE και των συστημάτων myDATA και e-send — ένα γραφειοκρατικό λαβύρινθο για ανθρώπους που απλώς θέλουν να ζεστάνουν το σπίτι τους.
Πίσω από τα νούμερα και τις ημερομηνίες, όμως, κρύβεται μια μεγάλη πολιτική επιλογή: η κυβέρνηση δεν αγγίζει τις αιτίες της ενεργειακής φτώχειας, αλλά διαχειρίζεται τα αποτελέσματά της. Το πετρέλαιο θέρμανσης παραμένει στα 1,16 με 1,18 ευρώ το λίτρο (σήμερα στο Αγρίνιο) και η τιμή του φυσικού αερίου παραμένει ασταθής, ενώ τα νοικοκυριά καλούνται να μπουν σε κλήρωση επιδότησης για να μη ξεπαγιάσουν. Οι ενεργειακές εταιρείες διατηρούν τα περιθώρια κέρδους τους, το κράτος δαπανά δημόσιο χρήμα για να καλύπτει τις αυξήσεις που το ίδιο αφήνει να εξελίσσονται, και το σύστημα συνεχίζει να «λειτουργεί» για όλους, εκτός από αυτούς που το χρειάζονται.
Το επίδομα θέρμανσης είναι, έτσι, μια ψευδαίσθηση κοινωνικής φροντίδας. Δεν ανακουφίζει — απλώς καθυστερεί το πρόβλημα. Και όσο το κράτος «επιδοτεί» την ακρίβεια αντί να τη μειώνει, η ενεργειακή φτώχεια παγιώνεται ως κανονικότητα. Ολόκληρες πολυκατοικίες στις πόλεις δεν ανάβουν καν καλοριφέρ, χωριά της ορεινής Ελλάδας κόβουν την κατανάλωση στο μισό, και χιλιάδες άνθρωποι εξαρτώνται κάθε χειμώνα από την «πλατφόρμα» για να δουν αν θα ζεσταθούν.
Το μέτρο συνοδεύεται, φυσικά, από τον συνηθισμένο διοικητικό μηχανισμό ελέγχου: υποχρεώσεις διαβίβασης δεδομένων από τις επιχειρήσεις πετρελαιοειδών, διαδικασίες ενστάσεων και ποινές για «αχρεωστήτως καταβληθέντα ποσά». Το κράτος επιδεικνύει έτσι τη γνωστή του αποτελεσματικότητα στο να επιτηρεί.
Αυτή η πολιτική επιλογή είναι βαθιά ιδεολογική: η αγορά παραμένει «ελεύθερη», οι τιμές ρυθμίζονται από τους νόμους του εμπορίου, κι όταν οι πολίτες δεν αντέχουν άλλο, το κράτος παρεμβαίνει όχι για να αλλάξει το πλαίσιο, αλλά για να τους ρίξει ένα σωσίβιο — ένα επίδομα 200 ευρώ μέσα σε έναν χειμώνα που κοστίζει πολλαπλάσια. Είναι η λογική της «ψηφιακής πρόνοιας»: τα πάντα περνούν μέσα από πλατφόρμες, αιτήσεις και ΑΦΜ, ώστε η φτώχεια να καταγράφεται με ακρίβεια, αλλά να μη θεραπεύεται ποτέ.
Το επίδομα θέρμανσης του 2025-2026, λοιπόν, είναι κάτι περισσότερο από οικονομικό μέτρο: είναι καθρέφτης μιας κοινωνίας που έχει αποδεχτεί ότι το δικαίωμα στη θέρμανση, στην ενέργεια, στη ζωή χωρίς το φόβο του λογαριασμού, δεν είναι δημόσιο αγαθό αλλά αντικείμενο «επιδοτούμενης κατανάλωσης». Ένα σύστημα που επιδοτεί το πρόβλημα για να μην αγγίξει την αιτία. Και όσο αυτό συνεχίζεται, το μόνο που «θερμαίνεται» πραγματικά θα είναι οι τσέπες των κερδοσκόπων και των διαχειριστών της ακρίβειας.









Σχόλια (0)