Πριν από 30 χρόνια ακριβώς ο ελληνικός και ο τουρκικός καπιταλισμός βρέθηκαν πιο κοντά από ποτέ σε πολεμική σύρραξη μετά το 1974.
Η λεγόμενη «κρίση των Ιμίων» αποτέλεσε την κορωνίδα των ελληνοτουρκικών ανταγωνισμών στο Αιγαίο πάνω στην οποία δομήθηκαν εκατέρωθεν εθνικισμοί για δεκαετίες. Μοναδικοί ζημιωμένοι αυτής της έντασης δεν ήταν άλλοι από τους λαούς και στις δύο πλευρές του Αιγαίου που παρά λίγο να γίνουν κρέας σε μια παρανοϊκή πολεμική μηχανή του κιμά. Μέχρι σήμερα, η κρίση των Ιμίων αποτελεί ένα μελανό σημείο στη σύγχρονη ιστορία και των δύο χωρών, που όμως προσφέρει χρήσιμες επισημάνσεις για το σήμερα και το αύριο.
Νικόλας Κολυτάς
Έναρξη της κρίσης
Όλα ξεκίνησαν όταν τα Χριστούγεννα του 1995, ένα τουρκικό φορτηγό πλοίο προσαράζει σε αβαθή ύδατα κοντά στα Ίμια. Ο πλοίαρχός του αρνείται τη βοήθεια του ελληνικού Λιμενικού ισχυριζόμενος ότι βρισκόταν σε τουρκική περιοχή. Όσο τρελό κι αν ακούγεται σήμερα, το γεγονός αυτό αποτέλεσε το έναυσμα μιας αντιπαράθεσης που έφτασε στα πρόθυρα του πολέμου. Δύο ημέρες αργότερα δύο ελληνικά ρυμουλκά τελικώς αποκολλούν το τουρκικό φορτηγό, όμως η κρίση έχει ήδη ξεκινήσει με την ανταλλαγή εκατέρωθεν ρηματικών διακοινώσεων των ΥΠΕΞ Ελλάδας και Τουρκίας σχετικά με την κυριότητα των νησίδων. Πρόκειται για μια περίοδο αστάθειας και στις δύο χώρες καθώς στην Ελλάδα η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ βιώνει κρίση αφενός λόγω των πολιτικών λιτότητας που εφάρμοζε, αφετέρου λόγω της επιδείνωσης της υγείας του Ανδρέα Παπανδρέου, και στην Τουρκία η κυρίαρχη τάξη βίωνε τις αντιφάσεις της αφενός λόγω των εργατικών αγώνων της περιόδου και του κουρδικού ζητήματος, αφετέρου λόγω της αδυναμίας της Τανσού Τσιλέρ επί τρεις μήνες να σχηματίσει κυβέρνηση.
Πολεμική απειλή
Το καλύτερο αποκούμπι και των δύο πλευρών αποδείχθηκε ο φθηνός εθνικισμός. Τις ταραγμένες ημέρες του Γενάρη του 1996 τελέστηκε μια φαρσοκωμωδία πάνω στις δύο ακατοίκητες βραχονησίδες. Χαρακτηριστικότερη στιγμή ήταν η πρωτοβουλία του δημάρχου Καλύμνου Δ.Διακομιχάλη συνοδεία του αστυνομικού διευθυντή Καλύμνου, ενός ιερέα και δύο κατοίκων του νησιού να τοποθετήσουν την ελληνική σημαία στη Μεγάλη Ίμια, σε μια κίνηση πατριωτικής αυτοεκπλήρωσης χωρίς κανένα απολύτως νόημα. Η στιγμή μάλιστα αποτέλεσε δημοσιογραφική επιτυχία του μετέπειτα βουλευτή της ΝΔ Αργύρη Ντινόπουλου, που κάλυψε το γεγονός. Γιατί πάνω στα «εθνικά ιδεώδη» χτίζονται οι «καλύτερες» καριέρες. Είναι χαρακτηριστικό ότι πολλά χρόνια αργότερα, όχι κάποιος αριστεριστής, αλλά ο αντιναύαρχος ε.α. Γιάννης Εγγολφόπουλος, που ήταν τότε κυβερνήτης της φρεγάτας Αδρίας, παραδέχθηκε σε τηλεοπτική συνέντευξη την «αυθαιρεσία» εκείνης της κίνησης, που αν δεν είχε γίνει θα μπορούσε να έχει αποφευχθεί ολόκληρη η κρίση των Ιμίων.
Όμως, το γαϊτανάκι της εθνικιστικής παραφροσύνης είχε ανοίξει και δεν φαινόταν στον ορίζοντα γυρισμός. Μία μόλις ημέρα αργότερα δημοσιογράφοι της Χουριέτ αποβιβάζονται με ελικόπτερο στα Ίμια για να υψώσουν την τουρκική σημαία. Πολεμικά πλοία ξεκινούν από τη Σαλαμίνα και τη Σμύρνη προς την επίμαχη περιοχή. Συνολικά εννιά ελληνικά και πέντε τουρκικά πλοία βρίσκονται σε απόσταση αναπνοής κοιτάζοντας το ένα το άλλο. Έλληνες και Τούρκοι κομάντος τις τελευταίες ημέρες του Γενάρη του 1996 ανεβοκατεβαίνουν στις βραχονησίδες σε μια μάχη εντυπώσεων που όμως ήταν ξεκάθαρα τα προεόρτια μιας επικείμενης σύρραξης. Ο τότε αρχηγός ΓΕΕΘΑ Χρήστος Λυμπέρης εισηγείται την έναρξη (!) του πολέμου ισχυριζόμενος ότι η Ελλάδα είχε το πλεονέκτημα από θαλάσσης. Ένα ελικόπτερο του Ελληνικού Πολεμικού Ναυτικού απογειώνεται για να επιβεβαιώσει την ύπαρξη Τούρκων κομάντος στη μία από τις δύο βραχονησίδες. Λόγω των δυσμενών καιρικών συνθηκών ο πιλότος χάνει τον έλεγχο και τα τρία μέλη του πληρώματος σκοτώνονται λόγω της πτώσης του ελικοπτέρου.
Το γεγονός σοκάρει τους πάντες και λειτουργεί ως συναγερμός κινδύνου κυρίως για τις ΗΠΑ που έβλεπαν δύο συμμαχικές τους δυνάμεις στη νοτιοανατολική Μεσόγειο να βρίσκονται στα πρόθυρα πολέμου. Δια του Υφυπουργού Εξωτερικών Ρίτσαρντ Χόλμπρουκ επιβάλλουν και στις δύο πλευρές τη θέλησή τους, χωρίς καμία αντίδραση. Το τριπλό δόγμα «no ships, no troops, no table-flags» εφαρμόζεται αμέσως με την απόσυρση των στρατιωτικών δυνάμεων και των δύο πλευρών. Ελλάδα και Τουρκία ως τοπικοί υποϊμπεριαλισμοί στην ευρύτερη περιοχή, που διεκδικούν για δεκαετίες το ρόλο του πιστού «φίλου» των ΗΠΑ υπακούν στα κελεύσματα του Χόλμπουρκ και του Κλίντον και η κρίση εκτονώνεται. Λίγες ημέρες αργότερα ο Κώστας Σημίτης έχοντας αναλάβει πλέον τα καθήκοντα του πρωθυπουργού στη θέση του Ανδρέα Παπανδρέου, θα ευχαριστήσει από το βήμα της Βουλής την κυβέρνηση των ΗΠΑ για την αποσόβηση του κινδύνου, δείχνοντας ότι τα περίφημα «εθνικά ιδεώδη» με τα οποία γαλουχούνται γενιές και γενιές τελειώνουν εκεί που αρχίζουν τα ιμπεριαλιστικά συμφέροντα.
Κοινωνικές αντιδράσεις
Τις δεκαετίες που ακολούθησαν, τα γεγονότα των Ιμίων, αξιοποιήθηκαν για την οικοδόμηση των πιο ακροδεξιών και εθνικιστικών αφηγημάτων. Οι νεκροί των Ιμίων, αντί για θύματα των εκατέρωθεν εθνικισμών και υποϊμπεριαλισμών στο Αιγαίο παρουσιάστηκαν ως ήρωες που έπεσαν γενναία για την πατρίδα. Γιατί πάντα τα εθνικά παράσημα είναι η πιο εύκολη παρηγοριά στους συγγενείς των νεκρών. Πλήθος ρεπορτάζ και αφιερωμάτων μιλάει για την αυταπάρνηση των Ελλήνων ναυτών στις φρεγάτες και τη θέλησή τους ακόμη και να πεθάνουν εκείνη τη νύχτα της 31ης Ιανουαρίου. Πάνω σε αυτά τα εθνικιστικά μυθεύματα δομήθηκαν τα επόμενα χρόνια πολιτικά τερατουργήματα. Από την πρώτη ανάδυση της θεσμικής ακροδεξιάς στη μεταπολίτευση με την είσοδο του ΛΑΟΣ του Καρατζαφέρη λίγα χρόνια αργότερα στη βουλή, μέχρι τις φασιστοσυνάξεις της Χρυσής Αυγής κάθε χρόνο στην επέτειο των Ιμίων. Η κυρίαρχη τάξη και η πολιτική της εκπροσώπηση θέλοντας να αποκρύψει τις εγκληματικές ευθύνες της για την κρίση των Ιμίων, επένδυσε στην πατριωτική ρητορική, δίνοντας άπλετο πολιτικό χώρο ανάπτυξης στην ακροδεξιά.
Η πραγματικότητα, όμως ήταν τελείως διαφορετική εκείνες τις ημέρες. Η πλειοψηφία της εργατικής τάξης και της νεολαίας παρακολουθούσε με αγωνία και φόβο τις εξελίξεις. Ήξερε ότι μια εκτροπή της κατάστασης θα οδηγούσε εκείνη στον πολεμικό ολετήρα και όχι όσους κρύβονταν στη βουλή και στο Υπουργείο Εθνικής Άμυνας. Είναι χαρακτηριστικό ότι σε πανελλαδική δημοσκόπηση της VPRC για λογαριασμό του ΕΛΙΑΜΕΠ δύο μόλις μήνες μετά την κρίση των Ιμίων, το 69,4% των ερωτηθέντων απαντούσε ΟΧΙ στον πόλεμο. Την ίδια στιγμή, πλήθος φαντάρων που υπηρετούσε εκείνη την περίοδο, έστελνε επιστολές σε Μέσα της εποχής δηλώνοντας το φόβο τους ότι δεν θα γύριζαν στις οικογένειές τους και ότι εκείνες τις στιγμές δεν σκεφτόντουσαν καμία βραχονησίδα, αλλά ποιους θα άφηναν πίσω τους. Εμβρόντητη η πλειοψηφία της κοινωνίας παρακολουθούσε δια τηλεοράσεως έναν πόλεμο εντυπώσεων ανάμεσα σε δαιμόνιους ρεπόρτερς, τοπικούς παράγοντες και στρατιωτικά στελέχη, που φλέρταραν με τον απόλυτα πραγματικό πόλεμο.
Όμως, αυτή η παγωμάρα δεν επικρατούσε, μόνο στην ελληνική εργατική τάξη, αλλά και στην τουρκική. Σε ρεπορτάζ του Νικόλα Βαφειάδη από την Κωνσταντινούπολη για τον ΑΝΤ1, ενός καναλιού που είχε πρωτοστατήσει στην όξυνση της κατάστασης μεταξύ των δύο χωρών δημοσιοποιώντας τις «απόρρητες» ρηματικές διακοινώσεις μεταξύ των δύο κρατών λίγες ημέρες νωρίτερα, τονίζεται ότι μεγάλη μερίδα των Τούρκων δεν συμμερίζεται τον εθνικιστικό παροξυσμό. Συγκεκριμένα, ο ίδιος δημοσιογράφος ανέφερε ότι η εφημερίδα της τουρκικής Αριστεράς «Γενί Γιουσγίλ» είχε τίτλο εκείνες τις ημέρες για την κρίση στο Αιγαίο «Πνιγόμαστε σε ένα ποτήρι νερό» δείχνοντας τα αδιέξοδα μιας στρατιωτικής εμπλοκής για ασήμαντη αφορμή, ενώ συνέχισε λέγοντας ότι σε βόλτα του στην πλατεία Ταξίμ στο κέντρο της πόλης ένα δισκοπωλείο έπαιζε ελληνικά τραγούδια σε ένδειξη αντίθεσης στις εξελίξεις εκείνων των ημερών.
Ελληνοτουρκικά στο σήμερα
Η συμπλήρωση 30 χρόνων από την κρίση των Ιμίων είναι μια πολύ σημαντική υπενθύμιση για την επικίνδυνη τροπή που έχουν πάρει οι ελληνοτουρκικές σχέσεις στο σήμερα. Βιώνουμε μια περίοδο παρατεταμένης αντιπαράθεσης μεταξύ των δύο κρατών τόσο σε διπλωματικό, όσο και σε στρατιωτικό επίπεδο. Αφορμή μπορεί να είναι τα λεγόμενα «εθνικά συμφέροντα» όπως προβάλλονταν άλλωστε και το 1996, όμως βαθύτερη αιτία είναι τα συμφέροντα των εκατέρωθεν κυρίαρχων τάξεων και των διεθνών τους συμμάχων. Αυτά στην παρούσα χρονική συγκυρία αποτυπώνονται στον έλεγχο των ενεργειακών πόρων της νοτιοανατολικής Μεσογείου και στις γεωπολιτικές συμμαχίες που διαμορφώνονται στην ευρύτερη περιοχή.
Αυτό φάνηκε εξόφθαλμα κατά τη 10η Τριμερή Σύνοδο Ελλάδας-Κύπρου-Ισραήλ στην Ιερουσαλήμ στα τέλη Δεκεμβρίου. Τα τρία κράτη αφού δήλωσαν πλήρη πίστη στον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό στη συνέχεια προχώρησαν σε μια επίδειξη δύναμη εις βάρος της Τουρκίας. Η ατάκα του γενοκτόνου Νετανιάχου ότι δεν θα επιτρέψει στην Τουρκία να «επαναφέρει την αυτοκρατορία της» ήταν πραγματικά κωμικοτραγική. Στην Τριμερή αποφασίστηκε η εμβάθυνση των σχέσεων των τριών κρατών σε θέματα ασφάλειας, ενέργειας και τεχνολογίας, ενώ την επομένη της Τριμερούς έγινε γνωστό ότι υπεγράφη το «Κοινό Σχέδιο Δράσης Ελλάδας-Κύπρου-Ισραήλ» και το «Πρόγραμμα Αμυντικής Συνεργασίας Ελλάδας-Ισραήλ» για το έτος 2026. Με βάση το τελευταίο προβλέπεται διεξαγωγή διακλαδικών ασκήσεων, συνεκπαιδεύσεις Δυνάμεων Ειδικών Επιχειρήσεων, επιτελικές συναντήσεις, καθώς και συνομιλίες σε θέματα αμοιβαίου ενδιαφέροντος με το κράτος-τρομοκράτη του Ισραήλ. Με την υπογραφή των νέων μνημονίων άμυνας ενισχύεται δηλαδή ακόμη περισσότερο η στρατιωτική συνεργασία μεταξύ των τριών κρατών και ο ρόλος τους αποκτά νέα δυναμική.
Ο ελληνικός καπιταλισμός λειτουργώντας ως εμπροσθοφυλακή των επιδιώξεων του δυτικού ιμπεριαλισμού στην Ανατολική Μεσόγειο, επιδιώκει να επιβάλει τετελεσμένα θεωρώντας πως στην παρούσα συγκυρία έχει την εύνοια των ΗΠΑ. Η ανακοίνωση των ενεργειακών συμφωνιών το Νοέμβριο με τη συμμετοχή διεθνών ενεργειακών κολοσσών, η προσπάθεια μετατροπής της ελληνικής επικράτειας ως ενεργειακού διαδρόμου για το αμερικάνικο LNG στα Βαλκάνια, η ντροπιαστική συμμαχία με το κράτος-τρομοκράτη του Ισραήλ, οι εξωφρενικές δαπάνες επανεξοπλισμού των Ενόπλων Δυνάμεων και οι επαναλαμβανόμενες εμπρηστικές δηλώσεις του Νίκου Δένδια, ρίχνουν διαρκώς λάδι στη φωτιά, που δεν θέλει πολύ για να μπουρλωτιάσει την ευρύτερη περιοχή. Η ελληνική εξωτερική πολιτική νομίζοντας πως έχει το πάνω χέρι επιχειρεί να αναδιατάξει το διεθνές status quo στο Αιγαίο και ευρύτερα στην ανατολική Μεσόγειο.
Εξοπλισμοί-Νησιά
Βασικός μοχλός σε μια τέτοια επικίνδυνη κατεύθυνση είναι οι εξοπλισμοί. Οι δηλώσεις Δένδια είναι ενδεικτικές. Κατά τη συζήτηση για τον προϋπολογισμό, ο ΥΕΘΑ αναφέρθηκε διεξοδικά από το βήμα της Βουλής στα νέα εξοπλιστικά προγράμματα που περιλαμβάνονται στον 20ετη Μακροπρόθεσμο Προγραμματισμό Αμυντικών Εξοπλισμών. Σημείωσε ότι οι αμυντικές δαπάνες ύψους 7 δισεκατομμυρίων ευρώ (!) «είναι το τίμημα απέναντι σε υπαρκτή απειλή». Ο ελληνικός καπιταλισμός δαπανά δυσθεώρητα ποσά σε εξοπλισμούς όχι αμυντικής, αλλά επιθετικής ισχύος, όμως για τον ΥΕΘΑ αυτό συνιστά «αμυντική στρατηγική». Η στοχευμένη απόκτηση από την Ελλάδα των 3+1 Belharra – πλωτών στρατηγείων, με δυνατότητα ηλεκτρονικού ελέγχου ακτίνας ραντάρ και πυραυλικής άμυνας 1000 χιλιομέτρων γύρω από κάθε φρεγάτα σε συνδυασμό με την «Ασπίδα του Αχιλλέα» δεν θα έλεγε κανείς ότι συνιστούν απλώς αμυντική θωράκιση, αλλά μάλλον επιθετική ενδυνάμωση.
Από κοντά σαν τα κοράκια βρίσκονται και οι Έλληνες καπιταλιστές που πρόκειται να λάβουν μια σημαντική μερίδα της ανακοινωθείσας πολεμικής δαπάνης συμμετέχοντας σε ποσοστό τουλάχιστον 25% στα νέα εξοπλιστικά προγράμματα. Ήδη το Ελληνικό Κέντρο Αμυντικής Καινοτομίας έχει προκηρύξει 18 προγράμματα ύψους 88 εκατ. ευρώ, ενώ για το 2026 έχουν προβλεφθεί άλλα 75 εκατ. ευρώ. Πρόκειται κυριολεκτικά για μια ασύλληπτη οικονομική αφαίμαξη προς όφελος της στρατιωτικής βιομηχανίας. Όλα τα παραπάνω όμως, σύμφωνα με τον Δένδια δεν αποτελούν κατασπατάληση του υστερήματος του ελληνικού λαού αλλά «επένδυση στην ασφάλειά του» και «νέο υπόδειγμα οικονομικής διαχείρισης». Είναι ασύλληπτο το πώς οι από πάνω μπορούν να ντύνουν με βαρύγδουπες λέξεις τα πιο φιλοπόλεμα και εγκληματικά πολιτικά τους σχέδια. Η περίφημη Ατζέντα 2030 στην πραγματικότητα επιχειρεί να αναδιατάξει τα επίπεδα διεθνούς ισχύος, να στείλει μηνύματα πολεμικής ετοιμότητας και να καταρρίψει κάθε έννοια ειρηνικού διαλόγου στην ανατολική Μεσόγειο.
Τριάντα χρόνια ακριβώς μετά τα Χριστούγεννα του 1995, όπου ξεκίνησε η κρίση των Ιμίων, ο Νίκος Δένδιας, στις 25 Δεκεμβρίου του 2025, σε μια κίνηση ιδιαίτερου συμβολισμού, απέστειλε μήνυμα από τη Σάμο δηλώνοντας ότι η Ελλάδα «είναι αποφασισμένη να υπερασπιστεί την κυριαρχία και τα κυριαρχικά δικαιώματά της όπως είναι η συνταγματική υποχρέωση των Ενόπλων Δυνάμεων» συμπληρώνοντας ότι η χώρα δεν έχει εκπέμψει αναθεωρητικό λόγο. Είναι αρκετά αντιφατική μια τέτοια δήλωση θα έλεγε κανείς, όταν γίνεται από ένα νησί που θεωρητικά σύμφωνα με τις συνθήκες της Λοζάνης και του Παρισιού θα έπρεπε να είναι αποστρατιωτικοποιημένο, ή όταν η ελληνική κυβέρνηση αναθεώρησε μόλις λίγες ημέρες πριν μονομερώς τον Θαλάσσιο Χωροταξικό Σχεδιασμό, δημιουργώντας στην πραγματικότητα τετελεσμένα στο Αιγαίο.
Κινηματική απάντηση
Είναι σαφές ότι οι ελληνοτουρκικές σχέσεις εισέρχονται σε μια επικίνδυνη κλιμάκωση. Η κρίση των Ιμίων αποτελεί μια ζοφερή προειδοποίηση για το που μπορούν να φτάσουν τα πράγματα ακόμη και από μια ασήμαντη αφορμή, ή ένα «ατύχημα». Ο ελληνικός καπιταλισμός μέσω του προγράμματος Ατζέντα 2030, ετοιμάζεται να δαπανήσει δυσθεώρητα ποσά δισεκατομμυρίων για την αναμόρφωση και τον επανεξοπλισμό των ενόπλων δυνάμεων. Οι συνολικές δαπάνες που έχουν ανακοινωθεί ισούνται με τη διοργάνωση τριών Ολυμπιάδων. Σε αυτό το μεγαλεπίβολο και άκρως επικίνδυνο πλάνο, το ελληνικό κεφάλαιο ακονίζει τα νύχια του, καθώς έχει πολύ σημαντικό λαμβάνειν από τις στρατιωτικές δαπάνες. Την ίδια στιγμή, οι ντροπιαστικές συμμαχίες με το Ισραήλ και η αναβαθμισμένη σχέση με τις ΗΠΑ, είναι βέβαιο ότι δεν θα επιτρέψουν στην Τουρκία να έχει για πολύ καιρό ακόμη το ρόλο του παθητικού θεατή.
Απέναντι σε όλα αυτά, το εργατικό κίνημα και η Αριστερά, οφείλουν να βγουν μπροστά και να βάλουν φρένο στα πολεμοκάπηλα σχέδια των κυρίαρχων τάξεων. Η ανάπτυξη ενός ισχυρού και δυναμικού αντιπολεμικού-διεθνιστικού κινήματος δείχνει πιο αναγκαία από ποτέ. Τόσο στη μία, όσο και στην άλλη πλευρά του Αιγαίου το αίτημα για ειρήνη, αλληλεγγύη και κοινούς αγώνες πρέπει να γίνει κυρίαρχο. Από τη σκοπιά των εργαζομένων και της κοινωνικής πλειοψηφίας, οι συνεχείς λεονταρισμοί και οι αντιπαραθέσεις των ΥΠΕΞ για τα μάτια των αμερικάνικων πολυεθνικών και των κοιτασμάτων υδρογονανθράκων δεν έχουν κανένα απολύτως νόημα. Είναι ένα ακόμη τυράκι στην εξάπλωση του μισαλλόδοξου, εθνικιστικού λόγου, που θα αξιοποιηθεί καταλλήλως όταν το σύστημα απαιτήσει αναλώσιμους σε ένα γενικευμένο πόλεμο. Αυτόν τον τελευταίο πρέπει να αποφύγουμε με κάθε κόστος προτάσσοντας τις αξίες της ταξικής πάλης και του διεθνισμού απέναντι στο σοβινισμό και το μιλιταρισμό των κυρίαρχων τάξεων.









Σχόλια (0)