Κάθε φορά που ανοίγει η συζήτηση για τον έλεγχο των ενοικίων, οι εκμισθωτές, οι μεσίτες και οι κατασκευαστές αντιδρούν εν χορώ, επικαλούμενοι την «ελεύθερη αγορά» και τον περίφημο νόμο της. Κάθε παρέμβαση παρουσιάζεται ως βλασφημία απέναντι σε αυτό το θέσφατο.
Ο λεγόμενος «νόμος της ελεύθερης αγοράς» βασίζεται στην ιδέα μιας υποτιθέμενης ισορροπίας ανάμεσα στην προσφορά και τη ζήτηση. Σύμφωνα με αυτόν τον νόμο, όσο περισσότεροι καταναλωτές ζητούν ένα προϊόν και όσο η προσφορά του μένει σταθερή, τόσο ανεβαίνει η τιμή του. Η ισορροπία επανέρχεται όταν η υψηλή τιμή προσελκύσει νέους παραγωγούς που αυξάνουν την προσφορά, ρίχνοντας τις τιμές μέσω ανταγωνισμού. Ισορροπία, σύμφωνα με το ίδιο σχήμα, μπορεί να προκύψει και όταν η τιμή ανέβει τόσο ώστε ένα μέρος των αγοραστών αποσύρει το ενδιαφέρον του, οπότε με τη ζήτηση μειωμένη μειώνεται και η παραγωγή/προσφορά.
Νίκος Βράντσης
Ο νόμος της προσφοράς και της ζήτησης είναι μια ακαδημαϊκή σύμβαση που με την απλότητά της έχει μετατραπεί σε θεολογικό δόγμα και έχει αποκτήσει θρησκευτικό κύρος στον κοινό νου. Ωστόσο, ακόμα και στην πιο απλή μορφή του, αυτό το δόγμα προϋποθέτει συνθήκες που να προσεγγίζουν τον «τέλειο ανταγωνισμό». Αυτές οι συνθήκες σπάνια υπάρχουν, πόσο μάλλον σε αγαθά όπου κυριαρχούν φυσικά μονοπώλια.
Τώρα μπορούμε να δούμε γιατί ο νόμος της προσφοράς και της ζήτησης δεν μπορεί να εφαρμοστεί στην περίπτωση της αστικής γης και επομένως της κατοικίας.
Μια αγορά δεν μπορεί ούτε καν θεωρητικά να προσεγγίσει τις αρχές της «ελεύθερης αγοράς» όταν αφορά σε φυσικά μονοπώλια. Η κατοικία δεν είναι εμπόρευμα, ακριβώς γιατί στέκεται πάνω σε αστική γη, έναν πεπερασμένο πόρο που δεν παράγεται. Η γη απλώς υπάρχει, και κατανέμεται άνισα μέσω του θεσμού της ιδιωτικής ιδιοκτησίας. Αυτό κάνει τη γη και μαζί της και την κατοικία που στέκεται πάνω της, ένα μονοπώλιο.
Η πιο ενδεικτικά διαφορά ανάμεσα στα εμπορεύματα και τα φυσικά μονοπώλια είναι ακριβώς η δυνατότητα αποθήκευσης αξίας. Ένα αυτοκίνητο ή ένας υπολογιστής ως παραγόμενα εμπορεύματα, χάνουν αξία από τη στιγμή της αγοράς τους, ακόμη κι αν δεν τα χρησιμοποιεί ο αγοραστής τους. Μια κατοικία, αντίθετα, συχνά διατηρεί ή αυξάνει την αξία της ανεξάρτητα από τη χρήση της, ακριβώς επειδή η γη πάνω στην οποία στηρίζεται μπορεί να αποθηκεύει αξία.
Γι΄ αυτό σε συνθήκες κρίσης, οι επενδυτές προτιμούν να επενδύουν όχι στην παραγωγή εμπορευμάτων αλλά σε ακίνητα, όπου με ασφάλεια μπορούν να αποθηκεύουν αξία μέχρι η αγορά να ανακάμψει. Όταν η ζήτηση για την παραγωγή εμπορευμάτων πέφτει, λόγω της μείωσης της ενεργού ζήτησης (δηλαδή λόγω μείωσης των μισθών, μαζικής ανεργίας κλπ) οι επενδύσεις φεύγουν από την βιομηχανική παραγωγή εμπορευμάτων και επενδύονται σε σημεία που μπορούν να αποθηκεύσουν αξία, κυρίως σε ακίνητη περιουσία. Για τον λόγο αυτό, σε αντίθεση με τα περισσότερα εμπορευματοποιημένα καταναλωτικά αγαθά, είναι συμφέρον να επενδύει κανείς όχι μόνο στην παραγωγή κατοικίας αλλά και στην ιδιοκτησία της. Αυτή η απλή πραγματικότητα, η κατοικία-μαζί-με-τη-γη-πάνω-στην-οποία-στέκεται, ως αποθήκη αξίας, είναι καθοριστική για να κατανοήσουμε την κυκλοφορία του κεφαλαίου στον σύγχρονο κόσμο.
Παρότι κατοικία και αστική γη πάνε μαζί, είναι σημαντικό να ξεχωρίσουμε το ενοίκιο της γης (γαιοπρόσοδο) από το ενοίκιο της κατοικίας (νοίκι). Στην Ελλάδα, μέσα στην κρίση, η αξία της γης υποχώρησε σημαντικά και η αξία των κτιρίων σχεδόν εξισώθηκε με αυτή της αστικής γης. Όσοι λίγοι, εγχώριοι ιδιοκτήτες κατάφεραν να διατηρήσουν τον τίτλο επί της γης, να μην πουλήσουν τις αποθηκευμένες στη γη αξία, για να αποπληρώσουν τα χρέη και τους φόρους, παρέμειναν στο παιχνίδι. Αυτοί ήταν που άρχισαν να κερδίζουν με την επάνοδο της κτηματαγοράς.
Ήταν περίοδος παγκόσμιας κρίσης και οι κάτοχοι κεφαλαίου παγκοσμίως απέφευγαν να επενδύσουν στη βιομηχανική παραγωγή και προτιμούσαν πεδία «αποθήκευσης αξίας». Η Ελλάδα, στην τότε συγκυρία, είχε γίνει αρκετά φτηνή ώστε να προσελκύσει τέτοιες επενδύσεις. Και όταν η μάζα αυτών των επενδύσεων έγινε κρίσιμη και συνοδεύθηκε και από εξωτερική ζήτηση (τουρίστες, expats, αγοράστες), οδήγησε σε επάνοδο των τιμών γης και τελικά στη σταδιακή αντικατάσταση των παλιών κτιρίων που στέκονται πάνω της. Αυτή είναι η αιτία της «ανοικοδόμησης» που βιώνουμε.
Πλέον οι ξένες επενδύσεις και οι εγχώριες οδηγούν σε επέκταση των ελληνικών μεγαλουπόλεων και προκαλούν σε ορισμένα, ιδίως κεντρικά, τμήματά τους μια τεχνητή, συχνά τεράστια, αύξηση της αξίας των οικοπέδων. Αντίθετα, η αξία των κτιρίων που βρίσκονται πάνω σε αυτά τα οικόπεδα τείνει να μειώνεται, επειδή δεν ανταποκρίνονται πλέον στις μεταβαλλόμενες συνθήκες. Έτσι γκρεμίζονται και αντικαθίστανται από νέα, κυρίως τουριστικής χρήσης, γραφειακών χώρων και πολυτελών κατοικιών. Όταν δεν γκρεμίζονται, απλά επανακτούν την αξία που αντιστοιχεί με την τεχνητά υψηλή αξία που αποκτά η γη στην οποία στέκονται, μέσα από την ανακαίνιση.
Τα μέλη της ΠΟΜΙΔΑ που επικαλούνται τον νόμο της προσφοράς και της ζήτησης, δηλαδή οι λίγοι εκμισθωτές κατοικιών που δεν χρειάστηκε να πουλήσουν μέσα στην κρίση, δεν εμπλέκονται σε καμία παραγωγική δραστηριότητα εμπορευμάτων. Τα εισοδήματά τους είναι ολωσδιόλου παθητικά και προκύπτουν από την παρακράτηση του μισθού των ενοικιαστριών μόνο και μόνο επειδή έχουν στην ιδιοκτησία έναν αναγκαίο πόρο. Τα εισοδήματά τους δεν προκύπτουν από την εργασία τους, αλλά από τον ολιγοπωλιακό έλεγχο ενός αγαθού απαραίτητου για τη ζωή, ενός αγαθού που ακριβώς επειδή είναι αναγκαίος για τη ζωή, δεν θα έπρεπε να θεωρείται εμπόρευμα.
Οι «αγοραστές» αυτού του πόρου, δηλαδή οι ενοικιαστριες, δεν μπορούν να αποφύγουν την χρήση του, όπως θα μπορούσαμε να κάνουμε με άλλα εμπορεύματα, χωρίς να υποβαθμίζουμε σημαντικά όχι μόνο την ποιότητα αλλά τη δυνατότητα ζωής. Γι΄ αυτό λέμε ότι η ζήτηση για κατοικία είναι ανελαστική.
Η Ελληνική Ένωση Εκμισθωτών (ΠΟΜΙΔΑ) επικαλείται διαρκώς τον «νόμο της προσφοράς και της ζήτησης», άλλοτε γνωρίζοντας ότι παραβιάζει τις ίδιες τις προϋποθέσεις του θεωρήματος, άλλοτε από μια σχεδόν θρησκευτική πίστη στο θέσφατο.
Είναι όμως χαρακτηριστικό ότι η αποστροφή της για τις «παρεμβάσεις στην ελεύθερη αγορά» εμφανίζεται μόνο όταν συζητιούνται μέτρα που θίγουν τα συμφέροντά της, όπως ο έλεγχος των ενοικίων. Την ίδια στιγμή αποσιωπά ότι όλες οι κυβερνητικές ρυθμίσεις των τελευταίων ετών αποτελούν παρεμβάσεις στην «ελεύθερη αγορά». Oι διαρκείς φοροαπαλλαγές στους εκμισθωτές, οι δημόσιες χρηματοδοτήσεις για ιδιωτικές ανακαινίσεις και κατασκευές, ο επερχόμενος «Τειρεσίας Ενοικιαστριών», όλα αυτά είναι παρεμβάσεις στην αγορά, απλώς ευνοούν αποκλειστικά τους «πωλητές». Γι’ αυτό και δεν προκαλούν καμία αντίρρηση από μεριάς τους.
Είναι λοιπόν σαφές ότι η επίκληση στην «ελεύθερη αγορά» λειτουργεί ως στρατήγημα. Είναι μια πρώτη, ισχυρή ιδεολογική γραμμή άμυνας των εκμισθωτών για να διατηρήσουν το δικαίωμα στα παθητικά τους εισοδήματα.
Στην θεωρητικά ελεύθερη αγορά, οι πωλητές που προσφέρουν ένα προϊόν αναλαμβάνουν κάποιο ρίσκο που είναι κομμάτι της διαδικασίας εύρεσης της θεωρρητικά «δίκαιης τιμής». Στην πραγματική ζωή, οι εκμισθωτές λειτουργούν υπό τη συνεχή προστασία της κρατικής παρέμβασης υπέρ τους και απαιτούν το ρίσκο να μεταφέρεται εξ ολοκλήρου στους ενοικιαστές.
Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το «πιστοποιητικό φερεγγυότητας» που απαιτεί η ΠΟΜΙΔΑ. Επικαλούμενη έναν κατά πάσα πιθανότητα ανύπαρκτο «στρατό ενοικιαστριών» που υποτίθεται πως καταστρέφουν σπίτια εκμισθωτών, ζητά ένα καθολικό σύστημα επιτήρησης που θα της επιτρέπει να τιμωρεί τους «κακοπληρωτές».
Ένα τέτοιο μέτρο βρίσκεται σε πλήρη αντίθεση με τη λογική της ελεύθερης αγοράς, γιατί με αυτό το καθεστώς, οι εκμισθωτές δεν θα συνεχίσουν απλώς να κερδίζουν χωρίς να εργάζονται, εισπράττοντας τον μισθό των ενοικιαστριών ως δικό τους παθητικό εισόδημα, αλλά θα μπορούν να εκβιάζουν ανενόχλητοι ζητώντας ακόμη υψηλότερα μισθώματα. Ο Τειρεσίας ως πιθανότητα, θα ενισχύσει τον έλεγχο επί της ζωής. Ο εκβιασμός που θα μπορούν να κάνουν είναι ξεκάθαρος. Όποιος ενοικιαστής δεν μπορεί να συνεχίσει να κόβει από τροφή, ρουχισμό και άλλες βασικές ανάγκες για να πληρώνει παράλογα ποσά για ενοίκια, θα καταγγέλλεται, θα καταγράφεται στο μητρώο φερεγγυότητας και θα αποκλείεται από «την αγορά».
Με άλλα λόγια, οι εκμισθωτές διεκδικούν απόλυτη ισχύ και μηδενική ευθύνη. Με τον απόλυτο έλεγχο στα χέρια τους, θα συνεχίσουν να απαιτούν ενοίκια που υπερβαίνουν κατά πολύ τις πραγματικές δυνατότητες πληρωμής των ενοικιαστριών. Η «λύση» τους είναι ο στιγματισμός και η καταστολή. Όμως η καταστολή δεν αυξάνει τους μισθούς ούτε διευκολύνει την αποπληρωμή του ενοικίου, απλώς σπρώχνει όλο και περισσότερους ανθρώπους στην αόρατη αστεγία, πίσω στα παιδικά δωμάτια, σε γονεϊκές κατοικίες και σε καθεστώτα κατοίκησης απόλυτης εξάρτησης.
Η στεγαστική κρίση δεν μπορεί να λυθεί μοιράζοντας όλο και περισσότερα προνόμια στους εκμισθωτές. Όσο και αν επικαλούνται τον νόμο της ελεύθερης αγοράς, η κατοικία δεν γίνεται να είναι ταυτόχρονα εμπόρευμα της «ελεύθερης αγοράς» και «ανθρώπινο δικαίωμα». Η «ελεύθερη αγορά» κατοικίας, το καλύτερο που μπορεί να κάνει, είναι να εξασφαλίσει πρόσβαση σε κατοικία μόνο στους λίγους που μπορούν να πληρώσουν και όχι στους πολλούς που έχουν ανάγκη.
Όσο η πρόσβαση στην κατοικία μεσολαβείται από την αγορά, δηλαδή από τα συμφέροντα των εκμισθωτών μέσα σε ένα όλο και πιο σκληρό περιβάλλον, το «δικαίωμα στην κατοικία» μέσω της αγοράς, θα γίνεται όλο και περισσότερο προνόμιο όλο και λιγότερων.
Για ένα πραγματικά καθολικό δικαίωμα στην κατοικία, η κατοικία πρέπει να απο-εμπορευματοποιηθεί. Οπωσδήποτε στη διανομή της και αν θέλουμε να είμαστε ουσιαστικοί και στην παραγωγή της. Χρειαζόμαστε ένα στιβαρό, μόνιμο απόθεμα μη κερδοσκοπικής κατοικίας, θωρακισμένο από τις ορέξεις της «αγοράς».
https://thepressproject.gr/giati-i-katoikia-den-einai-zitima-tis-eleftheris-agoras/









Σχόλια (0)