Κατακτήσεις εντός και ενάντια στον καπιταλισμό: Πραγματικότητα ή αυταπάτη; του Βασίλη Γάτσιου

Κατακτήσεις εντός και ενάντια στον καπιταλισμό: Πραγματικότητα ή αυταπάτη; του Βασίλη Γάτσιου

  • |

Ακολουθεί το τελευταίο μέρος της ανάλυσης για το δημόσιο και το ιδιωτικό. Προηγήθηκαν τα άρθρα: Μια αναγκαία συζήτηση για το δημόσιο και το ιδιωτικό, τρία χρόνια μετά το έγκλημα των Τεμπών (22/2/2026) και Από τη δημόσια ιδιοκτησία με εργατικό, κοινωνικό και δημοκρατικό έλεγχο στην κοινωνικοποίηση όλων των μέσων παραγωγής (2/3/2026)

  1. Ιστορική εμπειρία μορφών εργατικού ελέγχου και κρατικοποιήσεων –εθνικοποιήσεων εντός του καπιταλισμού

Η ταξική πάλη προχωρά μέσα από αντιφάσεις, ήττες και νίκες. Κατακτήσεις των εργαζομένων μπορούν να επιβληθούν στην πράξη, ακόμη κι αν παραμένουν προσωρινές και αμφισβητούμενες όσο η αστική τάξη διατηρεί την εξουσία. Ταυτόχρονα, ενισχύουν την αυτοπεποίθησή τους και οξύνουν την ταξική πάλη.

Η ιστορία παρέχει χαρακτηριστικά παραδείγματα όπως:

Η Γαλλία 1936, όταν το απεργιακό κύμα με τις καταλήψεις εργοστασίων δημιούργησε εμπειρίες συλλογικού ελέγχου στους χώρους εργασίας.  Η Ιταλία (1943–1945), όπου εργατικά συμβούλια σε Μιλάνο και Τορίνο οργάνωσαν την παραγωγή και την επιτήρηση των εργοστασίων, αναγκάζοντας το κράτος να προχωρήσει σε κρατικοποίηση στρατηγικών βιομηχανιών. Η Ιταλία (1969–1973), η περίοδος του γνωστού εργατικού παρατεταμένου ιταλικού Μάη, όπου μετά το απεργιακό κύμα του «θερμού φθινοπώρου» δημιουργήθηκαν συμβούλια εργαζομένων που επηρέαζαν αποφάσεις για την παραγωγή και τις εργασιακές σχέσεις. Η Αργεντινή (2001-2), όταν με την οικονομική κρίση πολλές επιχειρήσεις χρεοκοπήσαν εγκαταλείφθηκαν από τους ιδιοκτήτες τους και οι εργαζόμενοι κατέλαβαν τα εργοστάσια και τα επαναλειτούργησαν μόνοι τους. Η Ισπανία τη δεκαετία (1970-1979), όπου οι εργατικοί αγώνες σε κρίσιμα εργοστάσια ανάγκασαν κράτος και εταιρείες να αναγνωρίσουν τη συμμετοχή των εργαζομένων στη λήψη αποφάσεων. Η Χιλή(1960–1971), όπου η μαζική πίεση των σωματείων μεταλλωρύχων οδήγησε στην εθνικοποίηση του χαλκού. Στην Πορτογαλία (1974–1975), η Επανάσταση των Γαριφάλων οδήγησε στη δημιουργία επιτροπών εργαζομένων που παρενέβαιναν στη λειτουργία των επιχειρήσεων, καθώς και στην εθνικοποίηση επιχειρήσεων βασικών τομέων της οικονομίας(τράπεζες, μεταφορές και ενέργεια κ.α.)

Η εμπειρία αυτή δείχνει ότι οι συλλογικοί εργατικοί αγώνες μπορούν να αποσπούν σημαντικές υλικές κατακτήσεις. Ακόμη και μέσα στο πλαίσιο του καπιταλισμού, μπορούν να επιβάλλουν μορφές εργατικού ελέγχου στα εργοστάσια και, σε ορισμένες περιπτώσεις, να αναγκάζουν αστικές κυβερνήσεις να αναπροσαρμόζουν την πολιτική τους, προχωρώντας σε εθνικοποιήσεις και κρατικοποιήσεις επιχειρήσεων.

Ωστόσο, το αν αυτές οι κατακτήσεις θα μετατραπούν σε βήματα προς μια βαθύτερη κοινωνική ανατροπή ή θα ενσωματωθούν στο υπάρχον σύστημα εξαρτάται από τον συσχετισμό δύναμης μεταξύ της αστικής και της επαναστατικής εργατικής πολιτικής.

Στο σημείο αυτό αξίζει να τονίσουμε ότι πρέπει να αποφεύγονται απόλυτες γενικεύσεις. Χρειάζεται να αποκαταστήσουμε τα πράγματα σχετικά με την άποψη που υποστηρίζει ότι «μόνο επαναστατικές κυβερνήσεις προχωρούν σε εθνικοποιήσεις χωρίς αποζημίωση».

Η ιστορική εμπειρία δεν επιβεβαιώνει κάτι τέτοιο. Για παράδειγμα, και αστικές, δημοκρατικά εκλεγμένες κυβερνήσεις έχουν προβεί σε εθνικοποιήσεις χωρίς άμεση αποζημίωση, όπως συνέβη στο Μεξικό το 1938 υπό την ηγεσία του προέδρου Λάσαρο Κάρντενας, όταν το κράτος εθνικοποίησε ξένες πετρελαϊκές εταιρείες(ΗΠΑ, Βρετανία).

Αντίστοιχα, η εμπειρία της Οκτωβριανής, της κουβανικής και της κινέζικης επανάστασης, δείχνει ότι ακόμη και οι επαναστατικές κυβερνήσεις μπορούν να προβούν σε εθνικοποιήσεις και κρατικοποιήσεις προσφέροντας μόνο συμβολική ή μικρή αποζημίωση, μέσω ομολόγων, κρατικών χρεογράφων ή σημειωμάτων. Η απόφαση για αποζημίωση ή μη των καπιταλιστών δεν καθορίζεται αποκλειστικά από τις προθέσεις των επαναστατών, αλλά από πολλούς παράγοντες, με καθοριστικό κριτήριο την εδραίωση της επανάστασης, ιδιαίτερα κατά τα πρώτα μετεπαναστατικά  χρόνια.

Σε ό,τι αφορά τον εργατικό έλεγχο την περίοδο 1905–1917, η ρωσική ιστορία δείχνει ότι: Το 1905 εμφανίζονται πρωτόλειες, πειραματικές μορφές εργατικού ελέγχου μέσα από τα σοβιέτ και τις απεργίες. Μετά την ήττα του 1905, οι εργατικές οργανώσεις και τα σοβιέτ δέχτηκαν ισχυρό πλήγμα και οι μορφές εργατικού ελέγχου υποχώρησαν σημαντικά, χωρίς όμως να εξαφανιστούν. Συνεχίζουν να υπάρχουν και να ωριμάζουν μέσα στο εργατικό κίνημα, στα σοσιαλιστικά κόμματα, στις απεργίες και στα συνδικάτα.

Με τη Φεβρουαριανή επανάσταση του 1917 επανεμφανίζονται δυναμικά: δημιουργούνται οργανωμένες εργοστασιακές επιτροπές που αναλαμβάνουν τον έλεγχο της παραγωγής, των προσλήψεων και απολύσεων, καθώς και των αποθεμάτων των εργοστασίων.

Έτσι, η περίοδος 1905–1917 λειτούργησε ως σχολείο οργάνωσης και πολιτικής εμπειρίας για την εργατική τάξη, συμβάλλοντας ταυτόχρονα στη δημιουργία των όρων που επέτρεψαν τελικά το μεγάλο  άλμα.

Ο εργατικός έλεγχος  πριν από την επανάσταση δεν αμφισβητεί συνολικά τον διευθυντικό ρόλο της κεφαλαιοκρατίας στο επίπεδο της οικονομίας ούτε, φυσικά, καταργεί τη μισθωτή εργασία.

Δεν πρόκειται για ένα γενικευμένο μέτρο ή μια ενιαία αρχή που ρυθμίζει την οικονομική ζωή, εφαρμόζεται στον κρατικό μηχανισμό και αγκαλιάζει εξ ολοκλήρου την οργάνωση της παραγωγής. Μια τέτοια κατάσταση μπορεί να υπάρξει μόνο μετά την  κατάκτηση της εξουσίας.

Σε αυτό το πλαίσιο, οι εργαζόμενοι διεκδικούν να παρεμβαίνουν στις αποφάσεις της διοίκησης, να έχουν πρόσβαση στα οικονομικά στοιχεία των επιχειρήσεων και να αμφισβητούν το λεγόμενο διευθυντικό δικαίωμα. Επίσης, να μπορούν να θέτουν “βέτο” σε αποφάσεις όπως απολύσεις, αλλαγές στις εργασιακές σχέσεις ή ακόμη και σε ζητήματα ιδιοκτησίας, τόσο στο επίπεδο της επιχείρησης όσο και σε  κλάδους της οικονομίας.

Η λειτουργία του εργατικού ελέγχου πριν από την επανάσταση είναι, επομένως, διαφορετική: δεν υποκαθιστά την αναγκαιότητα της επαναστατικής κατάκτησης της εξουσίας. Αντίθετα, συμβάλλει στην οργάνωση, τη συσπείρωση και την πολιτική προετοιμασία της εργατικής τάξης για αυτήν, μέσα από κατακτήσεις που αναπτύσσονται εντός, αλλά ταυτόχρονα εναντίον, του καπιταλισμού. 

  1. Διακριτά επίπεδα ρεφορμιστικής και επαναστατικής πολιτικής

Δυνάμεις κομμουνιστικής αναφοράς επισημαίνουν ότι η διεκδίκηση ενός δημόσιου σιδηροδρόμου υπό εργατικό, κοινωνικό και δημοκρατικό έλεγχο, ως βήμα προς τη μελλοντική κοινωνικοποίησή του, δημιουργεί ψευδαισθήσεις και αυταπάτες για τον ρόλο του αστικού κράτους, εγκλωβίζεται σε ρεφορμιστικές λογικές και μπορεί εύκολα να ενσωματωθεί στο υπάρχον σύστημα.

Οι παραπάνω αντιλήψεις έχουν κοινή αφετηρία την άποψη που κατανοεί με γραμμικό-εξελικτικό τρόπο την ταξική πάλη. Αντιμετωπίζουν τους οικονομικούς νόμους της αστικής κοινωνίας όχι ως ιστορικά καθορισμένους και πρόσκαιρους, αλλά σχεδόν ως αιώνιους και αμετάβλητους.

Αποδέχονται τη μη διαλεκτική  άποψη για το «σιδερένιο» χαρακτήρα των νόμων της καπιταλιστικής κυριαρχίας. Εξάλλου, το εργατικό κίνημα δεν προχωρά μόνο μέσα από ήττες, προχωρά και μέσα από νίκες, εμπειρίες συλλογικής δράσης και κατακτήσεις, οι οποίες ενισχύουν τη δυναμική και την αυτοπεποίθηση της τάξης.

Δεν κατανοούν με μαχόμενο διαλεκτικό υλιστικό τρόπο τη σχέση αλληλεπίδρασης αντικειμενικού-υποκειμενικού, τη μετατροπή του ενός στο άλλο. Δεν αντιλαμβάνονται ότι «οι συνθήκες φτιάχνουν τους ανθρώπους» όχι λιγότερο απ’ όσο «οι άνθρωποι τις συνθήκες».

Έχουν χρόνια αδυναμία να διακρίνουν τα κοινά στοιχεία αλλά και τις αντιθέσεις που υπάρχουν ανάμεσα σε τρία επίπεδα:

Πρώτο: Στο διαφορετικό χαρακτήρα των επιδιώξεων σε συνθήκες γενικής επαναστατικής κρίσης [i]και πολύ περισσότερο, σε συνθήκες εξουσίας, που αποτελεί το πρώτο στρατηγικό ρήγμα στην αστική κυριαρχία.

Δεύτερο: Στο χαρακτήρα των στόχων και των κατακτήσεων του ρεφορμισμού, που δεν αμφισβητούν την ηγεμονία της αστικής πολιτικής.

Τρίτο: Στο χαρακτήρα των βασικών διεκδικήσεων και των κατακτήσεων, στο πλαίσιο μιας επαναστατικής τακτικής στο έδαφος της αστικής κυριαρχίας. Οι κατακτήσεις αυτές αμφισβητούν και συγκρούονται με την αστική πολιτική και, κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις, μπορούν να κλονίζουν με υλικό τρόπο την ηγεμονία της, έστω για ένα διάστημα ή σε μια φάση της ταξικής πάλης, υπέρ των εργατικών συμφερόντων. Ταυτόχρονα ανατρέπουν την αλλοτριωμένη συνείδηση της εργατικής τάξης και δημιουργούν τις προϋποθέσεις για την ανάπτυξη επαναστατικής συνείδησης.

Η τρίτη διάσταση είναι ακριβώς εκείνη που αρνούνται υποστηρίζοντας ότι δεν μπορούν να υπάρξουν κατακτήσεις ταυτόχρονα εντός και ενάντια στον καπιταλισμό, στα ζητήματα του εργατικού ελέγχου  και της αστικής ιδιοκτησίας.

Γι’ αυτό αποφεύγουν να θέσουν ως στόχο πάλης σήμερα οποιοδήποτε αίτημα αμφισβητεί την καπιταλιστική ιδιοκτησία. Κάθε διεκδίκηση που διατυπώνεται εντός των ορίων της αστικής κυριαρχίας και στοχεύει στην αντιπαράθεση με την καπιταλιστική ιδιοκτησία θεωρείται αυταπάτη, αφού δεν οδηγεί στην άμεση κατάργησή της.

 

  1. Κατακτήσεις πανεθνικού χαρακτήρα κάτω από τη στρατηγική υπεροχή της αστικής κυριαρχίας, με επιδίωξη την προσέγγιση της επανάστασης.

Οι συγκεκριμένες κατακτήσεις ενσωματώνουν μια βασική αντίφαση: από τη μία αποτελούν μια σχετική και προσωρινή  ρωγμή, από την άλλη επιβεβαιώνουν τη διαρκή «στρατηγική υπεροχή» του αστικού μπλοκ σε επίπεδο εξουσίας και θεσμών. Παρά τον αντιφατικό και εύθραυστο χαρακτήρα τους, αυτές οι κατακτήσεις σηματοδοτούν μια ποιοτικά ανώτερη καμπή της ταξικής πάλης εντός των ορίων της αστικής κυριαρχίας.

 Μια τέτοια καμπή δεν ταυτίζεται με επαναστατική κατάσταση[ii] ούτε οδηγεί αυτόματα στην κατάκτηση της εξουσίας. Η ιστορία του εργατικού κινήματος δείχνει ότι ακόμη και μετά από νίκες, οι αστικές δυνάμεις σχεδιάζουν και επιχειρούν την αναίρεσή τους, γεγονός που αναδεικνύει την ανάγκη για σταθερότερες και μονιμότερες κατακτήσεις και, τελικά, για υπέρβαση των ορίων της αστικής πολιτικής.

Καθοριστικό ρόλο σε αυτή την πορεία παίζει η αυτοτελής συγκρότηση μιας ευρύτερης κομμουνιστικής πρωτοπορίας μέσα στο ενωτικό αντικαπιταλιστικό κοινωνικοπολιτικό μέτωπο. Η τάση για συνολική επιβολή της εργατικής πολιτικής θα είναι σύνθετη και αντιφατική, με κομβικά σημεία, ελιγμούς, προσωρινές υποχωρήσεις και διαδοχικές επανεξορμήσεις.

Όσο αυτή η τάση αποκτά υλική δύναμη και μορφή μαζικού αντικαπιταλιστικού κοινωνικού και πολιτικού μετώπου, διαμορφώνονται, έστω και εμβρυακά, όργανα άσκησης της εργατικής πολιτικής σε αντίθεση και σύγκρουση με τους θεσμούς του αστικού κράτους, προπλάσματα της μελλοντικής εργατικής-λαϊκής εξουσίας.

Το μαζικό αντικαπιταλιστικό μέτωπο, αξιοποιώντας μεθόδους μαζικού πολιτικού εκβιασμού, θα προωθεί την εξέλιξη της ταξικής πάλης σε ανώτερα επίπεδα. Σε συνθήκες γενικευμένης επαναστατικής κρίσης, το αντικαπιταλιστικό μέτωπο μετασχηματίζεται σε επαναστατικό και το ζήτημα της εξουσίας —το «ποιος ποιον»— ανοίγει το δρόμο για  την επιβολή της  εργατικής-λαϊκής εξουσίας.

Σε όλη αυτή τη διαδικασία, καθοριστικό ρόλο παίζει η «σύνδεση» της τακτικής με τη στρατηγική. Η προσπάθεια αυτή δεν αποτελεί μια αφηρημένη ιδέα και επιδιώκει να ενώσει το σκληρό αντεπαναστατικό παρόν με την επανάσταση. Το πρόγραμμα της τακτικής δεν ταυτίζεται με κυβερνητικό σχέδιο διαχείρισης ενός ενδιάμεσου καθεστώτος ανάμεσα στον καπιταλισμό και την επανάσταση, μέσω μιας «αριστερής» ή «εργατικής» κυβέρνησης.

Στοχεύει στη διαμόρφωση ποιοτικά ανώτερης καμπής της ταξικής πάλης, όπου η όξυνση της αντιπαράθεσης ανάμεσα στην εργατική και την αστική τάξη, μαζί με τους συμμάχους τους, φέρνει στο προσκήνιο το στρατηγικό δίλημμα: επανάσταση ή αντεπανάσταση.

Σ’ αυτή την καμπή, η δυναμική της σύγκρουσης θα καθορίσει αν η πορεία θα οδηγήσει σε επαναστατική κατάσταση, στη δυαδική εξουσία και στην επανάσταση, ή αν θα επιφέρει την αντεπίθεση του αστικού μπλοκ για τη συντριβή των κατακτήσεων του εργατικού και λαϊκού κινήματος.

  1. Το εύρος των στόχων πάλης δεν ταυτίζεται με το εύρος των κατακτήσεων εντός της αστικής κυριαρχίας.

Δεν μπορεί να προβλεφθεί εκ των προτέρων ποιο συγκεκριμένο αίτημα θα προκαλέσει την πρώτη, έστω προσωρινή, υλική ρήξη με την αστική κυριαρχία. Η δυναμική κάθε στόχου εξαρτάται από τις αντιφάσεις του συστήματος, τον συσχετισμό δύναμης και τη συνείδηση των μαζών.

Για αυτό η τακτική δεν περιορίζεται σε αποσπασματικά αιτήματα, αλλά διαμορφώνει ένα ευρύ φάσμα στόχων που αμφισβητεί όλες τις βασικές πλευρές της αστικής εξουσίας. Κάθε πρακτικό, αντιφατικό ή προσωρινό ρήγμα αποτελεί σχετική υπονόμευση της στρατηγικής του κεφαλαίου και μπορεί να έχει ευρύτερη αποσταθεροποιητική επίδραση στην αστική πολιτική.

Ωστόσο, είναι σημαντικό να διαχωρίζεται σαφώς το εύρος των στόχων πάλης από το εύρος των κατακτήσεων που είναι δυνατό να αποσπαστούν προσωρινά μέσα στο πλαίσιο της αστικής κυριαρχίας. Τα δύο αυτά δεν ταυτίζονται. Οι στόχοι αυτοί επιδιώκονται μέσα από μαζική αντικαπιταλιστική δράση, με τη συμμετοχή της εργατικής τάξης, της νεολαίας και των λαϊκών στρωμάτων, ενώ το πού θα προκύψουν ρωγμές ή υποχωρήσεις του αστικού μπλοκ εξουσίας καθορίζεται από τον ταξικό συσχετισμό δύναμης.

Όμως το σύνολο των στόχων της  τακτικής μπορεί να υλοποιηθεί ολοκληρωμένα μόνο από την επαναστατική εξουσία και κυβέρνηση της εργατικής τάξης και των κοινωνικών συμμάχων της.

  1. Η πάλη για κατακτήσεις αναγκαία προϋπόθεση για την επαναστατική διαπαιδαγώγηση της εργατικής τάξης.

Η τακτική εμπεριέχει πάντοτε κινδύνους αυταπάτης, καθήλωσης και οπισθοδρόμησης. Κάποιες δυνάμεις των εργαζομένων επαναπαύονται στο «καλά ως εδώ», ενώ άλλες επιδιώκουν το επαναστατικό άλμα. Αυτό δεν μας φοβίζει, μας κρατά σε εγρήγορση, καθώς κάθε κατάκτηση ή επαναστατικό άλμα συνοδεύεται από τέτοιους κινδύνους, όπως δείχνει η ιστορία των επαναστάσεων. Η ταξική πάλη είναι περίπλοκη και απρόβλεπτη, οι κατακτήσεις δεν αποτελούν νομοτέλεια, και συνθήκες επαναστατικής κατάστασης ή δυαδικής εξουσίας μπορούν να εμφανιστούν χωρίς να έχουν προηγηθεί.

Η πάλη για την επιβολή κατακτήσεων εντός του καπιταλισμού αποτελεί αναγκαία προετοιμασία καθώς οργανώνει την εργατική τάξη, αυξάνει τη συνειδητοποίησή της και μετασχηματίζει τις ευρύτερες λαϊκές μάζες από παθητικά υποκείμενα σε ενεργούς φορείς της επανάστασης.

Η άρνηση ότι «δεν υπάρχουν επαναστατικές συνθήκες» μεταθέτει τη σύγκρουση σε ένα αόριστο μέλλον και αντικατοπτρίζει υποκειμενικές αδυναμίες, κυρίως την υποτίμηση των συνολικών αντικαπιταλιστικών διεκδικήσεων στη συγκρότηση του προγράμματος πάλης.

Η μακροχρόνια ηγεμονία ρεφορμιστικών και μη επαναστατικών αντιλήψεων στο κομμουνιστικό κίνημα, οδήγησε στο να μετριέται η δύναμη της εργατικής πολιτικής όχι με τα πραγματικά εργατικά κριτήρια —όπως συμμετοχή, πρόγραμμα, όργανα, μορφές πάλης και κατακτήσεις— αλλά σχεδόν αποκλειστικά με τα ποσοστά αριστερών και κομμουνιστικών κομμάτων σε συνδικάτα και εκλογές.

 Αυτή η λογική έκρυβε και κρύβει ότι οι πραγματικοί συσχετισμοί είναι πολύ δυσμενέστεροι για την εργατική τάξη και ότι η δυναμική των αντικαπιταλιστικών τάσεων των εργαζομένων, ειδικά σε περιόδους δομικών κρίσεων, έχει πολύ μεγαλύτερες δυνατότητες. Καταδικάζει το εργατικό κίνημα σε αναμονή και παθητικότητα. Αποκόπτει την πάλη για άμεσες υλικές κατακτήσεις από τον στρατηγικό στόχο της επανάστασης

«Υποβιβάζει» και «διαστρέφει» το περιεχόμενο και τις μορφές βασικών αντικαπιταλιστικών στόχων, εμφανίζοντάς τους σαν στόχους προσαρμογής στον αστικό κυβερνητισμό, κι όχι σαν στόχους πάλης που ωριμάζουν τις υλικές και πολιτικές προϋποθέσεις για δράση και επιβολή υλικών κατακτήσεων.

Η τραγική εμπειρία των Τεμπών, όπου στο βωμό των ιδιωτικοποιήσεων και του καπιταλιστικού κέρδους θυσιάστηκαν 57 ανθρώπινες ζωές, δείχνει την επείγουσα ανάγκη. Αν δεν τεθεί τώρα — τρία χρόνια μετά, ενώ το ζήτημα παραμένει ανοιχτό — ως άμεσος στόχος πάλης η δημόσια ιδιοκτησία των σιδηροδρόμων (και συνολικά των μεταφορών) με εργατικό, κοινωνικό και δημοκρατικό έλεγχο, χωρίς αποζημίωση στην Hellenic Train και με προοπτική κοινωνικοποίησης, πότε θα γίνει αυτό;

  1. Η πολιτική μας πρόταση

Κλείνοντας αναδεικνύουμε την πολιτική μας πρόταση όπως αναπτύχθηκε στο Α μέρος του άρθρου:

« Οι σιδηρόδρομοι και όλα τα κοινωνικά αναγκαία αγαθά πρέπει να περάσουν αποκλειστικά στο δημόσιο. Όχι με τη μορφή των αποτυχημένων και γραφειοκρατικών κρατικοποιήσεων του παρελθόντος, αλλά με νέους κοινωνικούς όρους: με εργατικό, κοινωνικό και δημοκρατικό έλεγχο. Οτιδήποτε λιγότερο αναπαράγει την κυριαρχία του κεφαλαίου. Η επιλογή αυτή δεν αποτελεί ιδεολογική εμμονή, αλλά υλική και κοινωνική αναγκαιότητα.

Στην ουσία, πρόκειται για εργατικού τύπου κρατικοποιήσεις, που συγκροτούνται εντός και εναντίον του καπιταλισμού.

Γι’ αυτό, έως ότου —και προκειμένου να— ωριμάσουν οι συνθήκες για την επαναστατική κατάκτηση της εξουσίας από την εργατική τάξη και τους συμμάχους της, δηλαδή μέχρι τη στιγμή που θα ανοίξει ο δρόμος για την κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής και τη δωρεάν πρόσβαση στα δημόσια αγαθά, είναι αναγκαίο, από σήμερα, να διεξάγεται ένας σαφής και συνεπής πολιτικός αγώνας για δημόσιες επιχειρήσεις σε όλους τους στρατηγικά κρίσιμους τομείς.

Ως δημόσιες επιχειρήσεις ορίζουμε εκείνες που βρίσκονται υπό κρατική ιδιοκτησία σε όλες τις μορφές της (κυβέρνηση, υπουργεία, περιφέρειες, δήμοι, κοινότητες) ή υπό συνεταιριστικά σχήματα διαφορετικών τύπων, στα οποία ασκείται εργατικός, κοινωνικός και δημοκρατικός έλεγχος.

Αγωνιζόμαστε ώστε οι επιχειρήσεις αυτές να παράγουν δημόσια αγαθά με κριτήριο την κάλυψη των κοινωνικών αναγκών και να υπηρετούν τα συμφέροντα της εργατικής τάξης και των μικροαστικών στρωμάτων της πόλης και της υπαίθρου, λειτουργώντας ως μέσα υπεράσπισης και διεύρυνσης του συλλογικού κοινωνικού πλούτου απέναντι στην καπιταλιστική εκμετάλλευση.

Έχουμε επίγνωση ότι, στο έδαφος του καπιταλισμού, οι νόμοι της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας παραμένουν. Ωστόσο, μέσα από την πάλη για κατακτήσεις εργατικού τύπου, από τη μια αναδεικνύουμε τα όρια και τις αντιφάσεις του καπιταλισμού και κλονίζουμε την κυριαρχία της αγοράς, και από την άλλη, ενισχύουμε τη δύναμη και την αυτοπεποίθηση της εργατικής τάξης στην πάλη για την ανατροπή της επίθεσης του κεφαλαίου, σήμερα, και την επαναστατική εξουσία, αύριο.

Με αυτή την πολιτική και κοινωνική πρόταση, το εργατικό-λαϊκό κίνημα και η Αριστερά στρέφονται ευθέως και με αυτοπεποίθηση ενάντια στη σημερινή στρατηγική του κεφαλαίου, που προωθεί καθολική ιδιωτικοποίηση και εμπορευματοποίηση. Η γραμμή της σοσιαλδημοκρατίας και τμημάτων της ρεφορμιστικής Αριστεράς, που προτείνουν «καλύτερες ιδιωτικοποιήσεις» ή δήθεν «δημόσιο έλεγχο» των ιδιωτικοποιημένων επιχειρήσεων, ενισχύει στην πράξη την αστική στρατηγική. Παρόμοια, η θέση ορισμένων τμημάτων του κομμουνιστικού κινήματος, ότι «δεν ενδιαφέρει το εργατικό κίνημα αν οι επιχειρήσεις είναι δημόσιες ή ιδιωτικές, οι κρατικοποιήσεις αφορούν μόνο μετά την επανάσταση», οδηγεί τελικά στο ίδιο αποτέλεσμα: την ενίσχυση της στρατηγικής επιλογής του κεφαλαίου για ιδιωτικοποιήσεις».

[i] Επαναστατική κρίση: Όπως διαπιστώνεται από την εμπειρία των επαναστάσεων του 20ου αιώνα είναι μια κατάσταση εύθραυστης ισορροπίας μεταξύ της επίσημης  αστικής εξουσίας και της ανεπίσημης  εμβρυακής επαναστατικής εξουσίας την οποία προωθεί ο επαναστατημένος και ένοπλος λαός. Μια κατάσταση «δυαδικής εξουσίας» κατά την οποία το ζήτημα της επαναστατικής εξουσίας και κυβέρνησης «τίθεται επί τάπητος».

[ii] Επαναστατική κατάσταση: Σύμφωνα με τον Λένιν, είναι μια κατάσταση στην οποία οι μάζες δεν θέλουν να κυβερνώνται όπως πριν και όπως συνήθως, και οι κυβερνώντες δεν μπορούν να κυβερνούν όπως πριν. Υπάρχει μεγαλύτερη από τη συνηθισμένη επιδείνωση της ανέχειας των καταπιεσμένων τάξεων και, για τους παραπάνω λόγους, σημαντική άνοδος της δραστηριότητας των μαζών, που οδηγούνται σε αυτοτελή ιστορική δράση. Χωρίς αυτές τις αντικειμενικές αλλαγές, η επανάσταση δεν μπορεί, κατά κανόνα, να γίνει. Ωστόσο, η ύπαρξη της επαναστατικής κατάστασης δεν οδηγεί κατ’ ανάγκη στην εκδήλωση και την επιβολή της επανάστασης.

https://kommon.gr/theoria/item/28865-kataktiseis-entos-kai-enantia-ston-kapitalismo-pragmatikotita-i-aftapati-tou-vasili-gatsiou

Εκτρωφείο Λαγων Καρφής Ευαγγελος

Σχόλια (0)

Το email σας δεν θα δημοσιευθεί.