Η μελέτη των προοπτικών του δημόσιου χρέους στην χώρα μας αναδεικνύει τους κινδύνους βιωσιμότητας, ιδιαίτερα σε μεσοπρόθεσμο και μακροπρόθεσμο επίπεδο, που εκτιμάται ότι θα αντιμετωπίσει. Κι’ αυτό λόγω, μεταξύ άλλων, της επιβράδυνσης αύξησης του ΑΕΠ μετά την λήξη της εισροής πόρων στην ελληνική οικονομία από το Ταμείο Ανάκαμψης, της αύξησης του κόστους δανεισμού στην ευρωζώνη και την χώρα μας, των τάσεων στασιμοπληθωρισμού, ακρίβειας και εύθραυστης ανάπτυξης που θα επιφέρει η παράταση των πολεμικών συγκρούσεων στην Μέση Ανατολή και της μακράς χρονικής διάρκειας των μελλοντικών δανειακών υποχρεώσεων και αποπληρωμών του χρέους της χώρα μας προς τους ESM και ΕFSF.
Στο περιβάλλον αυτό ο Κρατικός Προϋπολογισμός του 2026, όπως και ο Πολυετής Δημοσιονομικός Προγραμματισμός 2026-2029 (ΠΔΠ 2026-2029) παρουσιάζουν την βραχυπρόθεσμη τάση(2025-2029) μείωσης του δημοσίου χρέους στην χώρα μας. Συγκεκριμένα, παρουσιάζεται ότι στο τέλος του 2025 το χρέος της Γενικής Κυβέρνησης θα μειωθεί στο 145,4% του ΑΕΠ (362,8 δις ευρώ) από 364,9 δις ευρώ το 2024 (153,6% του ΑΕΠ) με το ΑΕΠ να εκτιμάται ότι θα αυξηθεί στα 249,5 δις ευρώ το 2025 από 237,5 δις ευρώ που ήταν το 2024, ενώ για το 2026 εκτιμάται ότι το ΑΕΠ θα αυξηθεί κατά 2,1% στα 260 δις ευρώ. Θα πρέπει να σημειώσουμε ότι στα στοιχεία του ΟΔΔΗΧ παρατηρείται ότι μέχρι τις 30/6/2025 το δημόσιο χρέος ήταν 403,205 δις ευρώ. Το χρέος που παρουσιάζεται στον ΟΔΔΗΧ, αποτελεί το χρονοδιάγραμμα λήξεως του χρέους της Κεντρικής Διοίκησης (Διάγραμμα 1).
Διάγραμμα 1: Χρονοδιάγραμμα αποπληρωμής χρέους κεντρικής διοίκησης

Πηγή: ΟΔΔΗΧ, 2025
Η διαφορά μεταξύ του χρέους της Κεντρικής Διοίκησης και της Γενικής Κυβέρνησης είναι ότι στο δεύτερο δεν περιλαμβάνονται 25 δις ευρώ που χρωστάει το Κράτος στους ΟΤΑ και τα Ασφαλιστικά Ταμεία και το χρέος των ΝΠΔΔ ύψους περίπου 13 δις ευρώ. Αν λάβουμε υπόψη το χρέος της Κεντρικής Διοίκησης τότε αυτό το 2024 ήταν στο 170% του ΑΕΠ και εκτιμάται ότι το 2025 θα μειωθεί στο 159,6% του ΑΕΠ. Από τα 403 δις ευρώ του χρέους της Κεντρικής Κυβέρνησης το μεγαλύτερο μέρος (126 δις ευρώ ή 27,6% του χρέους) αποτελούν τα δάνεια του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (EFSF) η αποπληρωμή του οποίου επιμηκύνθηκε μέχρι το 2070 με τη συμφωνία στο Eurogroup στις 22/6/2018, μεταφέροντας έτσι το 37% (περίπου 47 δις ευρώ) της αποπληρωμής την περίοδο 2060-2070.
Έτσι, με την επιμήκυνση αυτή το 36% των δανείων του EFSF θα καταβληθεί στην μέχρι το 2050, το 27% την δεκαετία 2050 – 2060, και το υπόλοιπο 37% την δεκαετία 2060-2070. Από την ανάλυση των αναμενόμενων μελλοντικών πληρωμών του χρέους το πρώτο που παρατηρούμε είναι πως η αποπληρωμή του χρέους είναι εμπροσθοβαρής αφού σχεδόν το μισό χρέος (48,3%) πρέπει να αποπληρωθεί στα επόμενα 15 έτη μέχρι το 2040, ενώ το υπόλοιπο μισό στο διπλάσιο διάστημα των 30 ετών μέχρι το 2070. Αυτό μας δείχνει ότι τα δύσκολα αναφορικά με την πληρωμή του χρέους είναι μπροστά μας, την περίοδο 2025 – 2040, και δεν έχουν μετατοπιστεί για το μακρινό μέλλον.
Πράγματι, στο Διάγραμμα 1, διακρίνουμε ότι η μέση ετήσια πληρωμή για τα 15 επόμενα έτη θα είναι 11 δις ευρώ ενώ από το 2040 μέχρι το 2070 η μέση ετήσια πληρωμή μειώνεται σχεδόν στο μισό στα 6 δις ευρώ. Εστιάζοντας την ανάλυση στην 15-ετία 2025 – 2040, παρατηρούμε ότι η μέση πληρωμή μέχρι το 2032 είναι στα 10,4 δις ευρώ και την περίοδο 2033 – 2040 αυξάνεται στα 12,5 δις ευρώ, δηλαδή οι ετήσιες πληρωμές την περίοδο αυτή αυξάνονται κατά 19%. Έτσι, εάν σκεφτούμε ότι τα τελευταία 4 έτη η μείωση του χρέους ως ποσοστό του ΑΕΠ και τα πλεονάσματα του Κρατικού Προϋπολογισμού, κατά βάση, έχουν στηριχτεί στα υψηλά έσοδα κυρίως των έμμεσων φόρων και την βοήθεια από τον υψηλό πληθωρισμό, ο οποίος όμως διαβρώνει την αγοραστική δύναμη των πολιτών, γίνεται αντιληπτό ότι για την περίοδο 2033 – 2040 θα απαιτηθεί ένας μέσος ρυθμός πραγματικής ανάπτυξης που να υπερβαίνει το 3% ετησίως.
Όμως, η προοπτική αυτή είναι εξαιρετικά δύσκολο να επιτευχθεί εάν λάβουμε υπόψη ότι η ανεργία ήδη έχει μειωθεί στο 8% προσεγγίζοντας στα όρια της διαρθρωτικής ανεργίας. Όπως, επίσης δεν θα μπορεί να στηριχτεί η μείωση του χρέους στον πληθωρισμό αφού ένας συνεχόμενος πληθωρισμός στο επίπεδο του 2,5%-3% μέχρι το 2040, θα ήταν οδυνηρός για την αγοραστική δύναμη και το επίπεδο διαβίωσης των πολιτών. Σε αυτό το μακρο-οικονομικό περιβάλλον δύο πρόσφατες μελέτες του ΔΝΤ (Μάρτιος 2026) και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (Debt Sustainability Monitor 2025, Φεβρουάριος 2026) παρουσιάζουν αντικρουόμενες προοπτικές για την βιωσιμότητα του δημοσίου χρέους της Ελλάδας.
Ειδικότερα, στην Έκθεση του ΔΝΤ παρόλο που η εκτίμηση για την ανάπτυξη το 2026 παρουσιάζεται χαμηλότερα στο 1,8% λόγω του πολέμου στο Ιράν σε σχέση με την εκτίμηση του Κρατικού Προϋπολογισμού και του ΠΔΠ 2026-2029 (2%), για την πορεία του δημοσίου χρέους υιοθετεί τις προβλέψεις του ΠΔΠ 2026-2029 και εκτιμά ότι το χρέος θα μειωθεί στο 110% του ΑΕΠ μέχρι το 2031 αφού υιοθετεί πλήρως τις εκτιμήσεις για την αύξηση του ΑΕΠ μέχρι το 2031. Η αισιόδοξη αυτή εκτίμηση βασίζεται στην θεώρηση ότι ο ρυθμός ανάπτυξης θα διαμορφωθεί μεσοπρόθεσμα και μέχρι το 2032 στο 1,5%, λόγω της μείωσης του πληθυσμού σε ηλικία εργασίας, της γήρανσης του πληθυσμού και της εκτίμησης ότι τα πλεονάσματα θα συνεχίσουν να είναι στο επίπεδο του 2,5%, παρά το γεγονός της διακοπής της χρηματοδότησης της ελληνικής οικονομίας από το Ταμείο Ανάκαμψης.
Σε αντίθεση με την Έκθεση του ΔΝΤ, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν υιοθετεί αυτές τις προβλέψεις και παρουσιάζει μια δυσμενέστερη εικόνα για την μεσοπρόθεση πορεία του δημοσίου χρέους. Συγκεκριμένα, στην Έκθεση της η Ευρωπαϊκή Επιτροπή παρόλο που θεωρεί ότι η ανάπτυξη θα παραμείνει στο 2% για το 2026, στην συνέχεια θεωρεί πως ο ετήσιος ρυθμός μεταβολής του ΑΕΠ θα μειωθεί σημαντικά στο 1% και όχι στο 1,5% που θεωρεί το ΔΝΤ, για το χρονικό διάστημα μέχρι το 2036. Κι’ αυτό επειδή λαμβάνει υπόψη τις εκτιμήσεις του Ageing Report 2024 για την γήρανση του πληθυσμού. Επίσης, λαμβάνει υπόψη την τέλος της χρηματοδότησης από το Ταμείο Ανάκαμψης και το γεγονός ότι θα πρέπει να συνεχίσουν να εμφανίζονται πλεονάσμα της τάξης του 1,8%. Λαμβάνοντας υπόψη αυτές τις παραμέτρους η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εκτιμά ότι το δημόσιο χρέος μέχρι το 2031 θα μειωθεί στο 127% του ΑΕΠ και όχι στο 110% του ΑΕΠ που θεωρεί το ΔΝΤ και ο Πολυετής Δημοσιονομικός Προγραμματισμός που κατέθεσε η κυβέρνηση στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή και μέχρι το 2036 θα προσεγγίσει το επίπεδο του 123% ΑΕΠ (Διάγραμμα 2).
Διάγραμμα 2

Πηγή: ΜΔΣ 2025-2028, ΠΔΠ 2026-2029, Debt Sustainability Monitor 2025.
Στο Διάγραμμα 2, παρατηρούμε τις προβλέψεις για την προοπτική του δημόσιου χρέους της Ελλάδας σε τρεις διαφορετικές εκτιμήσεις με βάση το Μεσοπρόθεσμο Δημοσιονομικό Σχέδιο, τον Πολυετή Δημοσιονομικό Προγραμματισμό και την Έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Από την σύγκριση των τριών εκτιμήσεων για την μεσοπρόθεση πορεία του δημοσίου χρέους παρατηρούμε ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προβλέπει δυσμενέστερη πορεία σε σχέση με τις εκτιμήσεις της χώρας μας.
Στην προοπτική αυτή η Ευρωπαϊκή Επιτροπή χαρακτηρίζοντας την περίοδο 2027-2036 ως περίοδο «υψηλού κινδύνου» για την δημοσιονομική ισορροπία της ελληνικής οικονομίας, σηματοδοτεί ότι η διασφάλιση των προοπτικών βιωσιμότητας του δημόσιου χρέους στην χώρα μας θα επιτευχθεί, σε συνθήκες αναιμικής ανάπτυξης και πρωτογενών πλεονασμάτων της τάξης του 1,8% του ΑΕΠ, με περιοριστικούς όρους και επιδείνωσης του βιοτικού επιπέδου του πληθυσμού.









Σχόλια (0)