Οι σύνθετες αντιφάσεις της πολεμικής εξόρμησης του Τραμπ και του Νετανιάχου στο Ιράν φέρνουν στην επιφάνεια σκοτεινές προοπτικές για τον καπιταλισμό διεθνώς.
Η απώλεια του ελέγχου στις τιμές των καυσίμων και της ενέργειας, κατά τις εκτιμήσεις της Κομισιόν, μπορεί να οδηγήσει τις χώρες-μέλη της ΕΕ σε πληθωρισμό στα αγαθά-προϊόντα μεγαλύτερο του 14% και στις υπηρεσίες πάνω από 4%. Στον συστημικό Τύπο, παγκόσμια, πληθαίνουν οι αναφορές στο μακρινό 1973. Τότε, καθώς είχε εξαντληθεί η δυναμική των προηγούμενων «30 ένδοξων χρόνων» καπιταλιστικής ανάπτυξης, η πετρελαϊκή κρίση αποδείχθηκε ένα κάθε άλλο παρά «προσωρινό» και ανώδυνο επεισόδιο, αφού οδήγησε το σύστημα σε μια μακρά περίοδο στασιμοπληθωρισμού.
Αντώνης Νταβανέλος
Για την έξοδο από αυτήν την παρακμιακή στασιμότητα χρειάστηκε η αντιδραστική «στρατηγική τομή» της επιβολής του νεοφιλελευθερισμού, στα χρόνια που ακολούθησαν την άνοδο του Ρίγκαν και της Θάτσερ στην εξουσία. Σήμερα οι καπιταλιστές οφείλουν να οργανώσουν τις απαντήσεις τους απέναντι στις διεθνείς επιπτώσεις του πολέμου στη Μέση Ανατολή, ξεκινώντας από κατώτερη βάση: Αυτό που έχει προηγηθεί είναι η 20ετία αναιμικής «ανάκαμψης» μετά τη μεγάλη συστημική κρίση του 2008, ενώ οι τρανταγμοί από την πολεμική επίθεση στο Ιράν μπορεί να αποδειχθούν πολύ εντονότεροι και καταστρεπτικοί από τους ανάλογους της πετρελαϊκής κρίσης του 1973.
Μέσα σε αυτές τις συνθήκες άγριας επικινδυνότητας, η κυβέρνηση Μητσοτάκη συζητά, λέει, τις πιθανότητές της για έναν εκλογικό «αιφνιδιασμό», με τα σενάρια που κυκλοφορούν να κάνουν λόγο για εκλογές ακόμα και πριν τη ΔΕΘ του 2026. Η πραγματική απάντηση που θα δώσει η ηγετική ομάδα της ΝΔ θα εξαρτηθεί από αντιφατικές και ισχυρές πιέσεις: Αφενός, μέσα στις συνθήκες διεθνούς αστάθειας και αυξανόμενης επικινδυνότητας, η κυρίαρχη τάξη απαιτεί από το πολιτικό προσωπικό τη διασφάλιση ισχυρού κυβερνητικού πόλου. Στο μέτρο που όλες οι δημοσκοπήσεις προειδοποιούν ότι η προοπτική αυτοδυναμίας της ΝΔ έχει εξαερωθεί, αλλά και που οι πολιτικές σχέσεις μεταξύ των κομμάτων δείχνουν ότι η προοπτική μιας κυβέρνησης «συνεργασίας» είναι –για την ώρα τουλάχιστον…– ανέφικτη, ο παράγοντας αυτός μετατρέπεται σε πίεση πάνω στον Μητσοτάκη για να εξαντλήσει την κυβερνητική θητεία του, να «συνεχίσει να κάνει τη δουλειά», ανεξάρτητα από τον κίνδυνο μιας εκλογικής αποτυχίας του σε εκλογές την άνοιξη του 2027.
Αφετέρου, όμως, οι πολιτικές εξελίξεις δείχνουν πλέον καθαρά το ενδεχόμενο να χάσει ο Μητσοτάκης άμεσα τον πολιτικό έλεγχο και η κυβέρνησή του να αποδειχθεί ανίκανη να επιβιώσει για έναν ακόμα χρόνο στην εξουσία.
Τα κυβερνητικά μέτρα απέναντι στην επιτάχυνση της ακρίβειας υπήρξαν απολύτως κατώτερα του αναμενομένου, του εφικτού και κυρίως του αναγκαίου. Η «αύξηση» στον κατώτατο μισθό κατά 40 ευρώ (μικτά!) μηνιαίως, εξαερώνεται αμέσως μπροστά και μόνο στις σαρωτικές ανατιμήσεις στα τρόφιμα. Όμως η πραγματικότητα είναι κατά πολύ χειρότερη. Τα στοιχεία για την εκτέλεση του κυβερνητικού/κρατικού προϋπολογισμού, στο δίμηνο Γενάρης-Φλεβάρης 2026, δείχνουν ότι η κυβέρνηση έχει επιλέξει (μέσα σε αυτές τις συνθήκες!) να πατήσει γκάζι στην πολιτική γενίκευσης της λιτότητας, κινούμενη στην αντίστροφη κατεύθυνση από αυτήν που επιλέγουν οι (αστικές) κυβερνήσεις πχ της Ισπανίας ή της Κύπρου κ.ά.
Το πρωτογενές πλεόνασμα του διμήνου (συνολικά έσοδα, μείον δαπάνες) κατέγραψε αύξηση κατά 2,99 δισ. ευρώ, ξεπερνώντας κατά πολύ τον στόχο-πρόβλεψη για αύξηση 1,957 δισ. ευρώ. Η ίδια και ακόμα χειρότερη εικόνα προκύπτει και στο πεδίο όπου η κυβέρνηση κοκορεύεται, δηλαδή στην υπόσχεση για μείωση των φόρων. Τα έσοδα από τον ΦΠΑ παρουσιάζονται μέσα σε ένα δίμηνο αυξημένα κατά 351 εκατ. ευρώ, πάνω από τον (υπεραισιόδοξο) στόχο-πρόβλεψη του προϋπολογισμού! Ο φόρος εισοδήματος των φυσικών προσώπων (δηλαδή κυρίως των απλών ανθρώπων και της κοινωνικής πλειοψηφίας) παρουσιάζεται αυξημένος κατά 83 εκατ. ευρώ, ενώ ακριβώς ισόποση (οποία σύμπτωσις!) είναι η μείωση του φόρου των «νομικών προσώπων» (δηλαδή των εταιρειών). Προβάλλοντας αυτούς τους αριθμούς σε ετήσια κλίμακα, προκύπτει η διαπίστωση ότι η κυβέρνηση δωρίζει πρόσθετες φοροαπαλλαγές στο κεφάλαιο, της τάξης των 500 εκατ. ευρώ (ποσό κατά πολύ μεγαλύτερο του «πακέτου» της τάχα κοινωνικής ευαισθησίας του Μητσοτάκη), αλλά επίσης η διαπίστωση ότι η κυβέρνηση φροντίζει αμέσως να πάρει πίσω αυτό το κονδύλι, αυξάνοντας ισόποσα τον ετήσιο φόρο εισοδήματος πάνω στα φυσικά πρόσωπα! Όμορφος κόσμος, ηθικός, αγγελικά πλασμένος… μιας αντίστροφης αναδιανομής.
Οι συνέπειες αυτής της πραγματικής κυβερνητικής πολιτικής γίνονται αναπόδραστα αισθητές από τον κόσμο. Και αυτό μετατρέπει την κυβέρνηση της ΝΔ σε ευάλωτο «κάστρο». Που έχει επιπρόσθετα να αντιμετωπίσει τα «χτυπήματα» της αναγκαστικής δικαστικής διερεύνησης των συσσωρευμένων σκανδάλων της μητσοτακικής 7ετίας. Το πολιτικά εκρηκτικό περιεχόμενο της δίκης για το έγκλημα στα Τέμπη είναι δεδομένο και δεν χρειάζεται πρόσθετα επιχειρήματα. Το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ θα διευρυνθεί και ένας αριθμός «γαλάζιων» πολιτευτών-βουλευτών και υπουργών θα φτάσει στο δικαστήριο, σε χρόνο όπου δεν θα είναι σίγουρη η πολιτική «ασυλία» τους. [Rp: το άρθρο κυκλοφόρησε πριν την εκρηκτική «αναβάθμιση» του σκανδάλου] Όμως εκεί όπου οι εξελίξεις πιθανότατα θα αποδειχθούν ανεξέλεγκτες είναι στο σκάνδαλο των υποκλοπών. Γιατί οι σχετικές αποκαλύψεις έχουν φέρει στην επιφάνεια ένα «σύστημα» ισραηλινών πρακτόρων, φιλοκυβερνητικών εταιρειών μισθοφόρων παρακολούθησης και κατασκοπίας, που συνεργαζόταν αρμονικά με την ΕΥΠ, υπό την άμεση εποπτεία του διαβόητου πρωθυπουργικού «ανιψιού», δηλαδή την άμεση ηγεσία του Κυρ. Μητσοτάκη. Το Predatorgate μπορεί να αποδειχθεί η θρυαλλίδα της αποσταθεροποίησης του Μητσοτάκη. Τα απειλητικά δημοσιεύματα ορισμένων κυριακάτικων εφημερίδων (που οι ιδιοκτήτες τους βρίσκονται μέσα στις λίστες των παρακολουθήσεων…) δίνουν την έμφαση κυρίως στις παρακολουθήσεις πολιτικών στελεχών, υπουργών, στρατιωτικών, διπλωματών κ.ο.κ. Αλήθεια, θα μας πει κάποτε κανείς, ποιοι ήταν οι «εκατοντάδες» ακτιβιστές, συνδικαλιστές κ.ά. που βρίσκονταν στο στόχαστρο αυτού του κυκλώματος παράνομης παρακολούθησης που άρχιζε από την Μοσάντ και έφτανε στην ΕΥΠ και στο Μέγαρο Μαξίμου;
Η ηγετική ομάδα της ΝΔ αντιμετώπισε, αρχικά, τον πόλεμο του Τραμπ στη Μέση Ανατολή σαν ευκαιρία για πολιτική ανασύνταξη. Με τη βοήθεια των «φιλικών» δημοσκοπήσεων προσπάθησε να υπαγορεύσει στον κόσμο, ως αναπόφευκτο ανακλαστικό, την τάση για «συσπείρωση» στην ουρά της κυβέρνησης.
Σύντομα διαπίστωσε ότι καλύτερα θα ήταν αν επιχειρούσε να στηριχθεί σε ένα μαγκάλι με αναμμένα κάρβουνα. Τα αδιέξοδα της στρατηγικής του Τραμπ στο Ιράν, αλλά και η κλιμακούμενη τάση «στρατηγικής αυτονομίας της ΕΕ απέναντι στις ΗΠΑ», για μια κυβέρνηση που γεωπολιτικά και στρατιωτικά έχει ταυτιστεί με τις ΗΠΑ, ενώ στο πεδίο των οικονομικών σχέσεων καθορίζεται από την οργανική σχέση με την ΕΕ, οδηγούν τον Μητσοτάκη σε διαδοχικά στρατηγικά διλλήματα. Για παράδειγμα, ο Μητσοτάκης επιχείρησε να παρουσιάσει διθυραμβικά την προοπτική μιας ελληνικής συμμετοχής στο (αντιδραστικό κι επικίνδυνο) γαλλικό πρόγραμμα μεγέθυνσης μιας «ευρωπαϊκής» πυρηνικής δύναμης. Μόνο που ο Μακρόν παρουσίασε το πρόγραμμα αυτό, και κάλεσε σε ευρύτερες συμμετοχές, μεταξύ άλλων και του ελληνικού κράτους, υπογραμμίζοντας ότι πρόκειται για την οικοδόμηση μιας «πυρηνικής ομπρέλας προστασίας της ΕΕ» που κρίνεται αναγκαία ως απάντηση στα προβλήματα συνοχής του ΝΑΤΟ, δηλαδή ως εναλλακτική στις απειλές/εκβιασμούς του Τραμπ απέναντι στις ευρωηγεσίες.
Αυτά τα προβλήματα απόκλισης των Μεγάλων Δυνάμεων, στις οποίες στηρίζεται όλο το σύστημα συμμαχιών του ελληνικού κράτους, μεταφέρονται ήδη ως διχαστικές δυναμικές στο εσωτερικό της ΝΔ. Οι κραυγές πανηγυρισμών του φιλοτραμπικού ακροδεξιού ρεύματος της Δεξιάς, έχουν αρχίσει να παγώνουν μετά τη διάψευση της γρήγορης αμερικανο-ισραηλινής νίκης στο Ιράν. Οι πιο παραδοσιακοί «φιλο-ευρωπαίοι» έχουν αρχίσει να ψελλίζουν ότι «η χώρα δεν έχει συμφέρον να ταυτιστεί με μια πολιτική εγκατάλειψης του Διεθνούς Δίκαιου».
Δεν πρόκειται μόνο για ζήτημα ιδεολογικού-στρατηγικού προσανατολισμού. Η όξυνση των ανταγωνισμών απειλεί τη σταθερότητα προηγούμενων «ρυθμίσεων». Για παράδειγμα, στα «ψιλά» των εφημερίδων πέρασε η είδηση ότι στον Πειραιά εγκαταστάθηκε το πρώτο αμερικανικό σύστημα ασφαλείας X-Rays, με στόχο τον ψηφιακό έλεγχο και την καταγραφή των περιεχομένων των φορτηγών και των εμπορευματοκιβωτιών που θα εισέρχονται από λιμενικές εισόδους στη χώρα. Στην τελετή παράδοσης του συστήματος παραβρέθηκε η Κίμπερλι Γκιλφόιλ, που δήλωσε: «η παράδοση του νέου συστήματος, αμερικανικής τεχνολογίας, ενισχύει την ασφάλεια των συνόρων, και αποτελεί τμήμα της στρατηγικής συνεργασίας Ελλάδας-ΗΠΑ». Η Γκιλφόιλ έκανε τη δουλειά της και αποχώρησε, αλλά τα προβλήματα των πιθανότατων αντιδράσεων της (κινεζικής) Cosco, που έχει «αγοράσει» το λιμάνι του Πειραιά, θα έχει να τα αντιμετωπίσει ο Κικίλιας και, τελικά, ο Μητσοτάκης.
Στην καυτή ατζέντα του ελληνοτουρκικού ανταγωνισμού, οι κυβερνήσεις Μητσοτάκη μιζάρισαν με τα διαδοχικά εξοπλιστικά προγράμματα, αλλά και τη σύσφιξη των «στρατηγικών» σχέσεων στο σχήμα «3+1» (Ελλάδας-Κύπρος-Ισραήλ + ΗΠΑ) για την ενίσχυση του ρόλου του ελληνικού κράτους στην Ανατολική Μεσόγειο. Παρόλα αυτά, η Αθήνα θεωρούσε ότι αυτή έλεγχε τη στρόφιγγα μεταξύ όξυνσης και συνεννόησης με την Τουρκία. Σήμερα διαπιστώνεται ότι δεν είναι πια ακριβώς έτσι. Όλα τα ισραηλινά θινκ τανκ δηλώνουν ότι μετά την επίθεση στο Ιράν, το μοναδικό συγκροτημένο κράτος στην περιοχή που θα μπορούσε να αποτελεί αγκάθι για το σχέδιο «Μεγάλο Ισραήλ» είναι πλέον κυρίως η Τουρκία.
Και ο πεπειραμένος αναγνώστης θα μπορούσε να διακρίνει στις σελίδες του «σοβαρού» συστημικού Τύπου την απαρχή μιας αγωνίας για το τι θα μπορούσε να συμβεί αν το Ισραήλ του Νετανιάχου αποφασίσει να εργαλειοποιήσει τη θεματολογία του ελληνοτουρκικού ανταγωνισμού, για να προωθήσει τη δική του στρατηγική. Και η σκέψη αυτή γίνεται όλο και πιο θεμιτή, από τη στιγμή που στο πεδίο των μαχών στο Ιράν καταγράφεται μεν η συνεργασία των Αμερικανών με το Ισραήλ, αλλά καταγράφεται και η αυτονόμηση του Ισραήλ με τις δικές του σκοπιμότητες και προτεραιότητες.
Μέσα σε αυτόν τον κυκεώνα το μόνο, ίσως, σταθερά αναμφισβήτητο στοιχείο στην κυβερνητική πολιτική είναι η μαζική στροφή πόρων και προγραμματισμών προς την πολεμική οικονομία. Ο Μητσοτάκης καμαρώνει γιατί εξασφάλισε, λέει, τη συμμετοχή των ελληνικών «αμυντικών» βιομηχανιών, κατά 25% τουλάχιστον στα εξοπλιστικά των ερχόμενων χρόνων. Πράγματι, στο ΕΛΚΑΚ (Ελληνικό Κέντρο Αμυντικής Καινοτομίας) συσπειρώνονται ήδη πάνω από 400 ελληνικές επιχειρήσεις που επιδιώκουν να διασφαλίσουν συμμετοχή στις κρατικές επενδύσεις και στα μικτά με τους «συμμάχους» προγράμματα εξοπλισμών. Οι «νεοφυείς» επιχειρήσεις στον τομέα των όπλων, απολαμβάνουν επιχορηγήσεις που φτάνουν και στο πενταπλάσιο (!) σε σύγκριση με όποιον άλλο κλάδο και τομέα. Στο ελληνο-ισραηλινό πρόγραμμα «Ασπίδα του Αχιλλέα», με στόχο την αντιπυραυλική και anti-drone θωράκιση του Αιγαίου, συνολικού κόστους 3 δισ. ευρώ, οι ελληνικές εταιρίες του ιδιωτικού τομέα αποσκοπούν σε έσοδα πάνω από 900 εκατ. ευρώ. Και υπενθυμίζεται ότι το δεκαετές πρόγραμμα αμυντικών επενδύσεων του ελληνικού κράτους έχει προϋπολογισμό που προσεγγίζει τα 30 δισ. ευρώ. Με αυτόν τον τρόπο ο Μητσοτάκης «ξεδοντιάζει» μεν, την ψοφοδεή κριτική της αντιπολίτευσης που στηριζόταν σχεδόν αποκλειστικά στο ζήτημα της συμμετοχής της ελληνικής «επιχειρηματικότητας» στις κολοσσιαίες εξοπλιστικές δαπάνες, αλλά συνεχίζει να αναλαμβάνει την πολιτική ευθύνη για τη στροφή ενός μεγάλου μέρους των πόρων μιας κοινωνίας σε κρίση προς τον κλάδο των όπλων, προς τον τομέα που όχι μόνο είναι άσχετος με τις πιο επείγουσες κοινωνικές ανάγκες, αλλά είναι επίσης επικίνδυνος για την ειρήνη στην ευρύτερη περιοχή.
Μέσα από όλα αυτά, ο Μητσοτάκης έχει βρεθεί στη θέση «μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα». Αν πάει άμεσα σε πρόωρες εκλογές, κινδυνεύει να καταγράψει επιρροή μικρότερη του 25%, να χάσει το μπόνους του εκλογικού νόμου, και να βρεθεί με μια κοινοβουλευτική ομάδα λίγων δεκάδων βουλευτών που θα είναι απολύτως αδύνατο να στηρίξει πρωταγωνιστικά κυβερνητική λύση. Αν επιδιώξει να παραμείνει στο Μαξίμου μέχρι την άνοιξη του 2027, κινδυνεύει είτε με μια στο ενδιάμεσο πτώση της κυβέρνησής του και παραμερισμό του ίδιου από την ηγεσία της ΝΔ, είτε –αν τελικά φτάσει ως τον Απρίλη-Μάη του ’27– να διαπιστώσει τότε ότι η ΝΔ έχει μικρότερη εκλογική επιρροή από την σήμερα διαθέσιμη.
Το αδιέξοδο μπορεί να παρουσιαστεί και όπως το έθεσε το αναπάντητο ερώτημα στην κατακλείδα του πολιτικού άρθρου μιας κυριακάτικης εφημερίδας: «Τι γίνεται, λοιπόν, όταν οι συνθήκες επιβάλουν εκλογές, αλλά ταυτόχρονα τις καθιστούν ανέφικτες;».
Αντιπολίτευση;
Υπό κανονικές συνθήκες αυτή η κυβέρνηση θα ήταν εύκολο «θύμα» για την αντιπολίτευση. Αυτό όμως δεν ισχύει για τη σημερινή αντιπολίτευση.
Στο συνέδριο του ΠΑΣΟΚ πανηγύρισαν γιατί, μετά από αρκετούς καυγάδες, ο Ν. Ανδρουλάκης ξεκαθάρισε ότι «δεν υπάρχουν περιθώρια κυβερνητικής συνεργασίας» με τη ΝΔ. Η αισιοδοξία αυτή είναι αισθητά υπονομευμένη. Όχι κυρίως γιατί η Α. Διαμαντοπούλου, που διατηρεί ηγετικό-στελεχικό ρόλο, δεν έχει κρύψει τις αντίστροφες προθέσεις της. Ούτε μόνο γιατί την επομένη των εκλογών το ΠΑΣΟΚ θα αντιμετωπίσει την πίεση για κυβέρνηση συνεργασίας, όχι εκ μέρους ομάδων στελεχών, αλλά εκ μέρους της κυρίαρχης τάξης που θα απαιτεί να αποκλειστεί «ο κίνδυνος ακυβερνησίας». Αλλά γιατί ο Ν. Ανδρουλάκης μπορεί να υπόσχεται γενικολογίες όπως το «με θάρρος, σιγουριά, με ελπίδα», αλλά δεν έχει μπορέσει να προτείνει μια πολιτική γραμμή ικανή να συγκροτεί πολιτικό ρεύμα, να διεκδικεί πράγματι «πολιτική αλλαγή» και να οδηγεί το ΠΑΣΟΚ με ρεαλιστικές προσδοκίες προς την πρώτη θέση. Όσο διατηρείται αυτή η συνθήκη, η διαβεβαίωση ότι «δεν υπάρχουν σενάρια κυβερνητικής συνεργασίας» πρέπει να γίνεται κατανοητή μόνο ως απόρριψη του σεναρίου συγκυβέρνησης με τη ΝΔ υπό την ηγεσία του Κυρ. Μητσοτάκη. Η θέση αυτή, που αποτελούσε την παλιότερη «δέσμευση» του Ν. Ανδρουλάκη, αφήνει ορθάνοιχτο το ενδεχόμενο –αν οι «συνθήκες» το απαιτήσουν– για κυβερνητικά σχήματα «ευρύτερων συναινέσεων» μεταξύ της Δεξιάς (με νέα-διαφορετική ηγεσία), του σοσιαλδημοκρατικού ΠΑΣΟΚ και άλλων «εταίρων», με πρωθυπουργό κάποιον ή κάποια από τη λίστα των διαθέσιμων «εφεδρειών» του συστήματος. Άλλωστε, η ανάλυση του Ευάγγελου Βενιζέλου με στόχο «να καταστεί η χώρα ξανά διακυβερνήσιμη» αυτό ακριβώς εισηγείται.
Στο χώρο της κάποτε κραταιάς «κυβερνώσας» Αριστεράς, στον χώρο του κάποτε ΣΥΡΙΖΑ, κυριαρχεί η ρευστοποίηση. Φυσιολογικά, μια γραμμή «αυτόνομης πορείας» με την ηγεσία του Φάμελου και το απολύτως τίποτα της πολιτικής του, δεν πείθει ούτε τις καρέκλες στην Κουμουνδούρου. Όπως άλλωστε και η εναλλακτική της, μιας «αυτόνομης πορείας» με την ηγεσία του Π. Πολάκη (και τη στήριξη του Νίκου Παππά;). Έτσι αυτό το «φάσμα» στελεχών και πολιτευτών εναποθέτει ουσιαστικά όλες τις ελπίδες αναπαραγωγής του στην «επιστροφή» του Αλέξη Τσίπρα. Μόνο που, αρκετό καιρό μετά την έκδοση της Ιθάκης, ο Τσίπρας επιλέγει να παραμένει στον «ασφαλή χώρο» των βιβλιοπαρουσιάσεων. Έχει αποφύγει κάθε συγκεκριμένη πολιτική επιλογή, κάθε απάντηση στα ερωτήματα: Προς τα πού; Μαζί με ποιους; Ενάντια σε ποιους; Πότε; Πώς; Ο συγγραφέας της Ιθάκης κινδυνεύει να βρεθεί μπροστά στη διαπίστωση ότι με στρατηγικές επιλογές όπως «ο δημοκρατικός καπιταλισμός» και η «πατριωτική στροφή», όχι μόνο δε φτιάχνεται νέο κόμμα, αλλά δεν βάφονται ούτε αυγά. Και να βρεθεί επίσης στις παραμονές των εκλογές να έχει «συσπειρώσει» γύρω του μόνο κάποιους/ες από τους επίλεκτους συνοδοιπόρους της εποχής των κυβερνήσεων 2015-19, του μνημονίου 3, της συμφωνίας με τους δανειστές το 2018, και των διαδοχικών διευρύνσεων προς μια κάποια «προοδευτική συμμαχία» που κατέληξαν στο φιάσκο Κασσελάκη. Στην περίπτωση αυτή, οι σημερινές πενιχρές δημοσκοπικές επιδόσεις βρίσκονται σε αντιστοιχία με το κενό πολιτικής του πρωταγωνιστή.
Εντύπωση προκαλεί το πώς η στασιμότητα της «επιστροφής» Τσίπρα κατορθώνει ακόμα να πιέζει τη Νέα Αριστερά, στο βαθμό μιας προαναγγελθείσας διάσπασης. Δυστυχώς ή ευτυχώς, μια ειλικρινής και πειστική αυτοκριτική για το 2015, εξακολουθεί να παραμένει προϋπόθεση για κάθε «νέο ξεκίνημα», τουλάχιστον για όσους-ες αναφέρονται, με όποια διαβάθμιση, στην υπόθεση και στις προοπτικές μιας ριζοσπαστικής Αριστεράς.
Τούτων δοθέντων, η δράση για την αναγκαία ανατροπή της κυβέρνησης Μητσοτάκη έχει γίνει υπόθεση κυρίως των εργατικών και λαϊκών αγώνων από τα κάτω. Με την αναγκαία ενοποίηση και συντονισμό τους πάνω σε ένα ώριμο και συνεκτικό μεταβατικό πρόγραμμα, που θα απειλεί να μετατρέψει την καθεστωτική πολιτική κρίση σε συγκεκριμένες εργατικές και λαϊκές νίκες-κατακτήσεις. Με τη μέθοδο της ενότητας στη δράση στο κίνημα και στους μαζικούς αγώνες. Με την πάντα αναγκαία και επίκαιρη προσπάθεια ανασυγκρότησης της ριζοσπαστικής αντικαπιταλιστικής Αριστεράς, με στόχο να κάνει εφικτή τη μαζική-αποτελεσματική-αριστερή πολιτική. Από τη σκοπιά των συμφερόντων των εργαζομένων, της νεολαίας, των λαϊκών μαζών.
https://rproject.gr/article/politiki-aposathrosi-kai-eklogikes-prooptikes









Σχόλια (0)