Οι επιχειρήσεις κοινωνικής συνιδιοκτησίας του Κώστα Λαμπρόπουλου

Οι επιχειρήσεις κοινωνικής συνιδιοκτησίας του Κώστα Λαμπρόπουλου

  • |

Στο αμέσως προηγούμενο άρθρο Η μετασταλινική συμμετοχική κοινωνικοποίηση τους κεφαλαίου στην Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη[i] που δημοσιεύτηκε στο RedLine στις 20191223 διαπιστώθηκε εμπειρικά ότι η «συμμετοχική κοινωνικοποίηση του κεφαλαίου» αναδύθηκε στην πραγματική ζωή μέσα από τα συντρίμμια των κεντρικά σχεδιασμένων οικονομιών της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης.

Στην ιστορική αυτή βάση είναι, λοιπόν, δυνατό να θεωρήσουμε ότι η ροπή της συμμετοχικής κοινωνικοποίησης του κεφαλαίου οριοθετεί την προσδιοριστική αντίληψη του οικονομικού συστήματος του μεταγραφειοκρατικού και μετακαπιταλιστικού σοσιαλισμού;

Μπορούμε να θεωρήσουμε ότι η συμμετοχική κοινωνικοποίηση του κεφαλαίου είναι ο μοναδικός τρόπος υπέρβασης του σύγχρονου κρατικο-μονοπωλιακού καπιταλισμού μέσω του οικονομικού λογισμού της αξίας σε συνδυασμό με την παράλληλη εγκαθίδρυση του εκπροσωπευτικού πολιτικού συστήματος;

Ο συντάκτης του παρόντος κειμένου απαντά σ’ αυτές τις ερωτήσεις καταφατικά.

Ποια είναι, λοιπόν, η «σοσιαλιστική» εταιρία κατ’ αντιδιαστολή με την ιδιωτική και την κρατική εταιρία; Προφανώς είναι η «κοινωνική» εταιρία.

Διαπιστώθηκε ότι η συνεργατική οργάνωση του Marx γίνεται «κοινωνική» μόνο μέσω του «σχεδίου» του Engels το οποίο προσομοιώνει τη διευθυντική λειτουργία του συνόλου. Ο Stalin υποστασιοποίησε αυτό το σχέδιο ως κρατική διεύθυνση με όρους αξιών χρήσης. Αυτό  παρήγαγε με τη σειρά του την κρατική γραφειοκρατία ως το διευθύνον σώμα της οικονομίας το οποίο απαλλοτρίωσε οικονομικά και πολιτικά την εργατική τάξη για να αυτοαπαλλοτριωθεί στο τέλος υπέρ της καπιταλιστικής οικονομίας και κοινωνίας.

Διαπιστώθηκε ότι η «εθνική μετοχική ταξική εταιρία» που σκιαγράφησε ο Trotsky ως ενδεχόμενη και υποθετική σοσιαλιστική διάζευξη στη σταλινική γραφειοκρατία απλώς μεγεθύνει εθνικά το συνεργατισμό του Marx, τον ενδύει με κεφάλαιο και εσωτερικεύει ως αυτονόητη οργανική λειτουργική συνιστώσα του το σχέδιο του Engels με όρους αξιών χρήσης όσον αφορά τον Τομέα Ι της παραγωγής των μέσων παραγωγής και αξίας όσον αφορά τον Τομέα ΙΙ της παραγωγής ειδών κατανάλωσης. Η κρατική απογραφειοκρατικοποίηση επιτυγχάνεται τυπικά σε μεγάλο βαθμό αλλά όχι όμως και η μακροπρόθεσμη οικονομική διατηρησιμότητα της οργάνωσης. Ο ταξικός προλεταριακός χαρακτήρας και ο διπλός οικονομικός λογισμός που της προσδίδει ο Trotsky περιστέλλουν βαθμιαία την αποδοτικότητα και την αποτελεσματικότητά της.

Επομένως, ούτε η μία ούτε η άλλη λύση αποτελούν μακροπρόθεσμα βιώσιμους τρόπους μη εκμεταλλευτικής οργάνωσης των παραγωγικών δυνάμεων. Και οι δύο είναι ενδογενώς καταδικασμένες, η κάθε μια μέσω της δικιάς της λειτουργικής διαδικασίας και τάσης, πρώτα στην οικονομική παρακμή και μετά στη διευθυντική αποδιάρθρωση.

Εφόσον δεν επιτυγχάνεται σοσιαλιστική λύση για μία μόνο εταιρία j, είτε στην περίπτωση της «μικρής» αυτοδιαχειριστικής οργάνωσης του Marx ή στην περίπτωση της συγκριτικά απείρως «μεγάλης» συμμετοχικής συνεργατικής οργάνωσης του Trotsky, τότε η λύση -εάν υπάρχει- οφείλει να  αναζητηθεί σε ένα διαφορετικό πεδίο ορισμού από εκείνο που έχει χρησιμοποιηθεί μέχρι τώρα χωρίς να αποδώσει λύση. Το μοναδικό διαθέσιμο πεδίο ορισμού ορίζεται, φυσικά, από το πλήθος των εταιριών j = 1, 2, …, n που συγκροτεί το υπόψη οικονομικό σύστημα. Αν λοιπόν δεν υπάρχει σοσιαλιστική λύση στην περίπτωση που το οικονομικό σύστημα αποτελείται μόνο από μία και μοναδική εταιρία j=1, ίσως να υπάρχει λύση στην περίπτωση τουλάχιστον δύο εταιριών, δηλαδή γενικότερα εάν: 1 < j < ∞. Υπ’ αυτή τη μεθοδολογική σκοπιά, η μη λύση στην περίπτωση j=1 είναι ειδική, ενώ εάν υπάρχει λύση στην περίπτωση j ≥ 2, αυτή η λύση είναι γενική.

Ο Λαμπρόπουλος [1993] επισημαίνει ότι: «γ. Εάν περάσουμε τώρα από την εξέταση μια επιχειρηματικής δραστηριότητας j μαζί με την επιχειρηματική δραστηριότητα j+1 θα διαπιστώσουμε ότι υφίσταται σχέσεις συμβατότητας μεταξύ των διαχειριστικών ομάδων που συγκροτούν την καθεμιά … Διαπιστώνουμε, επομένως, ότι η μόνη γενικευμένη σχέση (συμβατότητας) ανάμεσα στους ανθρώπους και τις επιχειρηματικές δραστηριότητες είναι εκείνη της επενδυτικής λειτουργίας.

Εάν  επομένως οι εργαζόμενοι στην επιχείρηση j είναι μέτοχοι χαρτοφυλακίου της επιχείρησης j+1 και οι εργαζόμενοι της επιχείρησης j+1 είναι μέτοχοι χαρτοφυλακίου της επιχείρησης j, τότε διαπιστώνουμε ότι :

(α) διατηρείται η αποτελεσματική κοινωνική δομή της κάθε επιχείρησης,

(β) καταργείται η κοινωνική διάκριση μεταξύ εργασίας, ιδιοκτησίας και επένδυσης για το σύνολο των επιχειρήσεων.

δ. Το προκύπτον σύστημα κοινωνικής διαχείρισης της επιχειρηματικής δραστηριότητας είναι άμεσο και συμμετοχικό και επομένως κοινωνικοποιημένο.

Η αποτελεσματική διαχείριση του συστήματος συνεπάγεται την μείωση του άμεσου εργάσιμου χρόνου αφού η ίδια επενδυτική λειτουργία γίνεται εργασιακή δραστηριότητα.».

Εξυπακούεται, φυσικά, ότι δύο επιχειρήσεις j και j+1 είναι συμβολικές οντότητες. Μπορούν κάλλιστα να συμβολίζουν, εκτός από δύο επιχειρήσεις, δύο παραγωγικούς κλάδους, τους Τομείς Ι (παραγωγή μέσων παραγωγής) και ΙΙ (παραγωγή ειδών κατανάλωσης) του 2ου τόμου του Κεφαλαίου, το δημόσιο και ιδιωτικό τομέα της οικονομίας, δύο χώρες , δύο ηπείρους ή ακόμα και δύο πλανήτες. Το επίπεδο γενίκευσης είναι χωρο-χρονικά εντελώς μεταβλητό.

Είναι προφανές ότι το υπόδειγμα ενώ καταργεί δομικά την ταξική διαφορά εργασίας – κεφαλαίου, παράλληλα δεν καταργεί λειτουργικά και κάθε κοινωνική διαφορά: οι εργάτες σε μια από τις εταιρίες μπορούν ως κεφαλαιούχοι της άλλης να ιδιοποιούνται ατομικά, δηλαδή κατά κεφαλή, περισσότερη υπεραξία από ότι οι εργάτες στην άλλη. Αυτό σημαίνει ότι η εκμετάλλευση ελαχιστοποιείται αλλά δεν μηδενίζεται. Απομένει μια υπεραξία που έχει, ωστόσο, καταστεί οργανικά υπολειμματικό μέγεθος.

Το απλό υπόδειγμα της διασταυρούμενης προλεταριακής ιδιοκτησίας κεφαλαίου ορίζει, συνεπώς, αναλυτικά ένα νέο υπόδειγμα σοσιαλισμού. Κατά λογική ακολουθία, όλα τα θεωρητικά υποδείγματα και οι ιστορικές διαμορφώσεις που έχουν χρονικώς προηγηθεί και έχουν αποκληθεί ή αποκαλούνται «σοσιαλιστικά» καθίστανται αντιστοίχως εσφαλμένα ή μετωνυμίες. Στα εσφαλμένα υποδείγματα συμπεριλαμβάνεται η ολόκληρη η οικογένεια των συνεργατισμών (Marx, Ellerman, Schweickart, Cockshott-Cottrell, κ.α.) καθώς και η υβριδική «εθνική μετοχική ταξική εταιρία» του Trotsky. Στις μετωνυμίες περιλαμβάνονται όλοι οι κρατικοί εργατικοί γραφειοκρατικοί (πρώην ΕΣΣΔ, Β. Κορέα, Κούβα, κ.α.) και οι κρατικο-καπιταλιστικοί σχηματισμοί (Κίνα, Βενεζουέλα, κ.α.).

Απ’ όσο γνωρίζω τη σχετική βιβλιογραφία, το συμπέρασμα ότι κοινωνική είναι η εταιρία εκείνη η οποία ανήκει σε όλους τους άλλους πλην εκείνων που εργάζονται σ’ αυτή ως μισθωτοί είναι εντελώς πρωτότυπο. Τεχνικά, η κοινωνική ιδιοκτησία ορίζεται ως το σύνολο των συμπληρωματικών συνόλων ως προς τον πληθυσμό αναφοράς των υποσυνόλων των μισθωτών όλων των εταιριών που συγκροτούν το οικονομικό σύστημα αναφοράς.

Τι σημαίνει αυτό το συμπέρασμα; Ότι η ιδιοκτησία καθίσταται κοινωνική μόνο εφόσον η ατομική χρήση του αντικειμένου της είναι διαχωρισμένη απ’ αυτή. Επομένως, η ατομική ιδιοκτησία, δηλαδή η ταυτότητα ιδιοκτησίας και χρήσης -η περίφημη ατομική ιδιοκτησία- καταργείται και αντικαθίσταται από την κοινωνική ιδιοκτησία, δηλαδή την ετερότητα ανάμεσα στην ιδιοκτησία και τη χρήση της. Επομένως, η στοιχειώδης κοινωνική ιδιοκτησία είναι, όπως ήδη σημειώθηκε, η καπιταλιστική ιδιοκτησία καθότι αυτή προϋποθέτει τη συμπληρωματική αλλά και αντιθετική λειτουργία τουλάχιστον 2 ατόμων που στην ιστορική συνέχεια προσλαμβάνουν διαδοχικώς (πρώτα ο κερδοσκόπος, μετά ο μισθωτός) την ιδιότητα του πολίτη.

Η κοινωνική συνιδιοκτησία και, κατ’ επέκταση, η κοινωνική συνδιαχείριση των επιχειρήσεων που την υποστασιοποιούν, παράγει μια οικονομική αποδοτικότητα στη διαχείριση των πόρων η οποία είναι, σύμφωνα με τον τυπικό ορισμό της, τόσο καλή όσο και οποιαδήποτε άλλη πολυμετοχική, δηλαδή πολυεθνική, εταιρεία. Στην πραγματικότητα, όμως, είναι κατά πολύ ανώτερη απ’ αυτή επειδή στη μετοχική της βάση συμπεριλαμβάνεται όχι μόνο το παραγωγικό τμήμα της κοινωνίας αλλά επίσης και το καταναλωτικό. Έτσι η δυναμική σχέση παραγωγής – κατανάλωσης εσωτερικεύεται στην παραγωγική δομή με όρους ιδιοκτησίας, δημιουργώντας μια σχετική υπερβολή αποδοτικότητας και αποτελεσματικότητας.

Απεναντίας, ο λαϊκός καπιταλισμός, που επιθυμεί τη λειτουργική επανασύνδεση εργασίας και ιδιοκτησίας κεφαλαίου είναι, λοιπόν, ένα ταξικά αρνητικό φαινόμενο που αποσκοπεί στη σχετική μείωση του μισθού της εργασίας ή την αύξηση του εισοδήματος της μισθωτής εργασίας μέσω καταβολής τρίτων, δηλαδή από την κοινωνία, προς όφελος του αρχικού κεφαλαιούχου. Τεχνικά, πρόκειται για την εκμετάλλευση της κοινωνικοποίησης του κεφαλαίου από τον ατομικό κεφαλαιούχο προς όφελος του η οποία –παράλληλα-αναπαράγει την άνιση διανομή της ιδιοκτησίας του κεφαλαίου, δηλαδή τον σύγχρονό μας μητροπολιτικό καπιταλισμό!

Από την άλλη, η κοινωνικοποίηση του κεφαλαίου, η κοινωνική επέκταση της ιδιοκτησίας του, καταργεί κατ’ αρχήν μερικώς τον εκμεταλλευτικό χαρακτήρα του!

Επομένως, δεν μπορεί να υπάρξει ποτέ μια μόνη «κοινωνική» επιχείρηση όπως συμβαίνει με την περίπτωση μιας ιδιωτικής ή μιας κρατικής επιχείρησης. Μια «κοινωνική» επιχείρηση δεν είναι αυθύπαρκτη. Απεναντίας, προϋποθέτει κατ’ αρχήν την ύπαρξη τουλάχιστον δύο εταιριών, εκ των οποίων η κάθε μία αντιπροσωπεύει έναντι της άλλης την «κοινωνία». Συνεπώς, μια «σοσιαλιστική» επιχείρηση υπάρχει μόνο ως στοιχείο του πολυπληθέστερου συνόλου των κοινωνικών εταιριών που ορίζει το «σοσιαλισμό» ολιστικά παράγοντας λειτουργικά την κοινωνική ελαχιστοποίηση αλλά όχι και το μηδενισμό της υπεραξίας. Αυτή η ασυμπτωτική δυναμική καθιστά ενδογενώς το «σοσιαλισμό» μεταβατική διαμόρφωση.

Τι, όμως, συμβαίνει με την όποια υπολειμματική υπεραξία που εμφανίζεται στο σύστημα των διασταυρούμενων εργατικών συμμετοχών στο μετοχικό κεφάλαιο των εταιριών;

Αυτή η υπολειμματική υπεραξία μπορεί να αναδιανεμηθεί δευτεροβάθμια και η μοναδική περαιτέρω κοινωνική αναδιανομή που είναι εφικτή είναι ο διαμοιρασμός της στο μη εργαζόμενο υπόλοιπο του πληθυσμό αναφοράς που μαζί με τον εργαζόμενο πληθυσμό συγκροτεί την κοινωνία (στην όποια χωρική αποτύπωσή της). Η αναδιανομή αυτή μπορεί και πρέπει –για λόγους που έχουν ήδη επισημανθεί προηγουμένως και επισημαίνονται επίσης στη συνέχεια- να προσλάβει τη μορφή της συμμετοχής στο μετοχικό κεφάλαιο των εταιριών αναφοράς. Μέσω αυτής της πράξης, η αρχική ταξικοποίηση ολοκληρώνεται υπερβατικά σε κοινωνικοποίηση και ο σοσιαλισμός καθίσταται δομικά μη αντιστρέψιμος. Άρα, οι μη εργάτες ενεργούν ως οι εξισωτές εταίροι που καθιστούν εξισωτική την κοινωνική διανομή της υπεραξίας που τελείται από την πρωτοβάθμια κοινωνικοποίηση της ιδιοκτησίας του κεφαλαίου ανάμεσα στους παραγωγούς – εργάτες και παράλληλα τεκμηριώνουν μέσω της μετοχικής συμμετοχής τους την μη αντιστρεψιμότητα του σοσιαλισμού. Η συντριπτική πλειοψηφία των πολιτών (μην ξεχνάμε ότι στην κοινωνία υπάρχουν, επίσης, και οι δημόσιοι υπάλληλοι, τα μέλη των σωμάτων ασφαλείας, οι συνταξιούχοι, η σπουδαστές και φοιτητές αλλά και οι άνεργοι καθώς και οι ασχολούμενοι αποκλειστικά με το οικογενειακό νοικοκυριό) δεν έχει πια κανένα απολύτως κοινωνικό κίνητρο να αποποιηθεί την κοινωνική ιδιοκτησία της ενώ κανένας δεν απαγορεύει σε όποιον επιθυμεί να συσσωρεύει όση κοινωνική ιδιοκτησία μπορεί. Η οριακή επίδρασή του, άρα και η κοινωνική σημαντικότητα του «κεφαλαίου» του, θα τείνει στο μηδέν!

Βεβαίως, εφόσον στη μετοχική βάση των εταιριών προστεθεί ολόκληρος ο μη εργαζόμενος πληθυσμός, ο αναλυτικός περιορισμός της μη συμμετοχής των μισθωτών στο μετοχικό κεφάλαιο της εταιριών στις οποίες απασχολούνται δύναται να αρθεί αφού –εκ των πραγμάτων- μετασχηματίζεται σε μειοψηφικό μέσο εργατικού ελέγχου της κοινωνικής διεύθυνσης της εταιρίας.

Τέλος, ίσως είναι χρήσιμο – προς αποφυγή περιττών παρεξηγήσεων- να διευκρινιστεί ότι στις «επιχειρήσεις κοινωνικής συνιδιοκτησίας» συμπεριλαμβάνονται, επίσης, και η Κεντρική Τράπεζα, οι εμπορικές τράπεζες καθώς και οι πάσης φύσεως χρηματοπιστωτικοί και επενδυτικοί φορείς που συνθέτουν το χρηματοπιστωτικό σύστημα. Επομένως, όλοι οι φορείς αυτοί είναι εξ’ ορισμού «κοινωνικοποιήσιμοι».

Είναι ένα τέτοιο υπόδειγμα οικονομίας ξένο στη μαρξική διαλεκτική οπτική και σ’ αυτό που μπορεί επακολούθως να οριστεί ως «μαρξιστικό παράδειγμα»;

Υπενθυμίσω σύντομα τις θεωρητικές συσχετίσεις που ταυτοποιούνται:

Πρώτο: ο νεαρός Marx στα Οικονομικά και φιλοσοφικά χειρόγραφά του έφτασε το 1844 στο συμπέρασμα [1844:294] ότι τουλάχιστον υπάρχει η τυπική πιθανότητα να έχουμε την έναρξη της ροπής ακύρωσης της ιδιωτικής ιδιοκτησίας διαμέσου της καθολικοποίησής της, δηλαδή την κοινωνικοποίησή της. Με τεχνικούς όρους, αυτό σημαίνει την κατάργηση / ελαχιστοποίηση της υπεραξίας αλλά όχι του ίδιου του κεφαλαίου. Αυτή η αντίθεση δημιουργεί κατευθείαν και αμέσως μια υπερβατική δυναμική σύμφωνα με την χεγκελιανή διαλεκτική που τόσο αγαπούσε ο ίδιος ο Marx. Συνεπώς, υπάρχει, τουλάχιστον, μια τυπική οικειότητα με την νεανική μαρξική αναζήτηση, κάτι σαν μια παραδεχτή θεωρητική δυνατότητα (η οποία είχε παραμείνει ανεξερεύνητη μέχρι τώρα).

Δεύτερο: εάν η συνεργατική προσέγγιση του Marx δεν ετερο-κοινωνικοποιηθεί μέσω του «σχεδίου» του Engels αλλά αυτο-κοινωνικοποιηθεί μέσω της αυτοτελούς σύμπραξης των παραγωγών, όπως π.χ. επιχείρησε να κάνει το «Παν-ρωσικό Συνέδριο Παραγωγών» της Kollontai [19210125], τότε η «κοινωνική συνδιαχείριση των επιχειρήσεων» αποτελεί τη λογική διεύρυνσή της. Επομένως, το υπόδειγμα αποτελεί τεχνικά επικαιροποίηση της συνεργατικής αντίληψης. Το μόνο που λείπει ακόμα είναι ο τελεστής αυτής της κατ’ αρχήν ταξικής και μετά κοινωνικής διεύρυνσης.

Τρίτο: Ο ώριμος Marx αναγνώρισε στον 3ο τόμο του Κεφαλαίου του ότι το πιστωτικό κεφάλαιο είναι οργανικά συνυφασμένο κοινωνικό κεφάλαιο που, αν μη τι άλλο, «Απορρίπτει, έτσι, τον ιδιωτικό χαρακτήρα του κεφαλαίου και έτσι περιέχει μέσα του, αλλά μόνο μέσα του, την κατάργηση του ίδιου του κεφαλαίου.». Υπό το πρίσμα αυτής της αναγνώρισης, το υπόδειγμα επιχειρεί να βγάλει «έξω», να πραγματοποιήσει, αυτή την εν υπνώσει κοινωνική δυνατότητα που φέρει «μέσα» του το ταξικό κεφάλαιο και να την ενθέσει, να την αποτυπώσει κοινωνικά, δηλαδή να το κοινωνικοποιήσει υπερβαίνοντας δια του τρόπου αυτού τον συλλογικό καπιταλιστικό, δηλαδή εκμεταλλευτικό, χαρακτήρα του. Τελικά, για να μην πολυλογούμε «κεφάλαιο» σημαίνει «εκμετάλλευση» και χωρίς «εκμετάλλευση» απλώς δεν υπάρχει «κεφάλαιο» αλλά μόνο «συσσωρευμένη αξία». Ο τελεστής αυτού του μετασχηματισμού είναι κατ’ αρχήν και κατ’ αρχάς η κοινωνικοποίηση του ίδιου του κεφαλαίου ως πράξη της ίδιας της προλεταριακής τάξης, υποχρεωτικά, και της κοινωνίας, προαιρετικά. Ο Marx αναγνώρισε την ύπαρξη του κοινωνικού κεφαλαίου αλλά δεν μπορούσε -για πολλούς ιστορικούς λόγους, τόσο αντικειμενικούς όσο, ενδεχομένως, και υποκειμενικούς- να συλλάβει την αναγνωρισθείσα κοινωνικοποίησή του ως τον ίδιο τον τελεστή του κοινωνικού μετασχηματισμού του ταξικού χαρακτήρα του κεφαλαίου. Περί του λόγου το αληθές, υπενθυμίζεται ότι τεχνικά, η γνώριμή του διαλεκτική αντίληψη μετατροπής της ποσοτικής συσσώρευσης σε ποιοτική αλλαγή του ταυτοτικού μέτρου του όντος, καθιστούσε αυτή τη σύλληψη απλή άσκηση παιδικής αριθμητικής.

Τέταρτο: ο Trotsky υπέδειξε στην Προδομένη επανάστασή του το 1936 ότι στην περίπτωση της ΕΣΣΔ η κοινωνικοποίηση διέρχεται μέσα από την αποκρατικοποίηση και, εμμέσως, αφήνει τον αναγνώστη να συμπεράνει ότι μια κοινωνικοποιημένη οικονομία μπορεί κατ’ αρχήν να λειτουργήσει στον πραγματικό κόσμο δια μέσου μιας μοναδικής μετοχικής εταιρίας εθνικής εμβέλειας που έχει ως μετόχους της τους ίδιους τους εργαζόμενους πολίτες. Επομένως, μορφοποίησε στο «προλεταριακό μετοχικό κεφάλαιο» τον τελεστή της μερικής, δηλαδή μόνο ταξικής, κοινωνικοποίησης του κεφαλαίου. Συνεπώς, πέραν πάσης αμφιβολίας, υπάρχει μια σαφής αναλυτική συγγένεια του υποδείγματος με την ιστορικά καταληκτική τροτσκική επικαιροποίηση του μαρξισμού.

Πέμπτο: Η κοινωνικοποίηση του κεφαλαίου παράγει, φυσικά, ένα σύνολο δυναμικών αποτελεσμάτων και συνεπειών πάνω στην κοινωνία, το πολιτικό σύστημα διαχείρισης του κράτους και το ίδιο το κράτος που συγκεκριμενοποιούν με εκπληκτική ακρίβεια το μέχρι τώρα αδιευκρίνιστο περιεχόμενο της Διαρκούς επανάστασης του Trotsky [1929] στο πεδίο του σοσιαλισμού (η οποία υπενθυμίζεται ότι είναι η 2η και μετεπαναστατική διάσταση της διαρκούς επανάστασης [Trotsky 1929:8-9]). Φυσικά, η σημαντικότερη από τις παράγωγες δυναμικές είναι η απονέκρωση του κράτους. Αυτό συνιστά, επίσης, την ιστορική επικαιροποίηση της τροτσκικής θεωρίας της Διαρκούς επανάστασης.

Συνεπώς,  συμπεραίνω ότι μια τέτοια κοινωνικοποιημένη οικονομία δεν είναι ξένη ούτε ως προς τη μαρξική ανάλυση ή την χρονικά επακόλουθη τροτσκική και ιστορικά καταληκτική επικαιροποίησή της. Βεβαίως, δεν είναι καθόλου συγγενής ούτε προς την ενγκελσιανή λογική ή ως προς τον παράγωγό της λενινισμό και -προφανώς- επίσης τον (αντι-λενινιστικό)  σταλινισμό.

Τελικά, ο ίδιος ο «μαρξισμός» είναι μια κατασκευή ιστορικής γνώσης και όχι -εξ’ ορισμού- το αιωνίας διάρκειας ανώτατο επίτευγμα της ανθρώπινης σκέψης, επινοητικότητας και εφευρετικότητας στο πεδίο των κοινωνικών επιστημών. Επομένως, κάθε αναφορά στο μαρξιστικό, μη μαρξιστικό ή αντι-μαρξιστικό χαρακτήρα της αντίληψης της κοινωνικοποιημένης οικονομίας είναι –τελικά- άσχετη και άνευ νοήματος, ασχέτως του όποιου συστατικού περιεχομένου θα μπορούσε να προσδοθεί υποκειμενικά σε όλους αυτούς τους “μαρξισμούς” επιλεγμένης ατομικής αναφοράς.

Εν πάση περιπτώσει, εάν κάποιος επιθυμεί να αναφερθεί νοηματοδοτικά οπωσδήποτε σε κάτι, τότε οφείλει να αναφερθεί στο σύγχρονο «ιστορικό ή κοινωνικό υλισμό», αφού αυτός εξ’ ορισμού, εμπεριέχει τον μαρξισμό χωρίς, φυσικά, να εξαντλείται σ’ αυτόν και απ’ αυτόν.

 

Αναφορές

__________________________

 

Cockshott P., Cottrell A., [1993] Towards a new socialism, Spokesman Books, Bernard Russell House, Nottingham.

Ellerman [1990] D. P., The democratic worker-owned firm: A new model for East and West, Allen & Unwin.

Kollontai [19210125] Α., Individual or collective management? Pravda, January 25, 1921, Solidarity, Pamphlet no.7, 1961: Workers ‘ Dreadnought (by Sylvia Pankhurst), London, April 22 – August 19, 1921: www.marxists.org, Kollontai Internet Archive 2002.

Λαμπρόπουλος [1993] Κ., Εναλλακτικοί τύποι της επιχειρηματικής δραστηριότητας, Πρόγραμμα Έρευνας για την Αναδιάρθρωση της Επιχειρηματικότητα, ΙΝΕ / ΓΣΕΕ – ΑΔΕΔΥ, 1993.

Λαμπρόπουλος [2013] Κ. Αναδιατυπώνοντας το σοσιαλισμό, Οδυσσέας, Αθήνα.

Marx [1844] K., Economic and philosophical manuscripts of 1844, Marx-Engels Collected Works, vol.3:229-346, Progress Publishers, Moscow 1975.

Marx [1894] K., The capital, vol. 3, Marx-Engels Collected Works, vol. 37, Progress Publishers, Moscow, 1996. Δημοσιεύτηκε περίληψη στην εφημερίδα Die Neue Zeit, Bd. 1, No. 18, 1890-91.

Schweickart [1992] D., Economic democracy: a worthy socialism that would really work, Science & Society, vol. 56, #1:9-38, Spring 1992: http://homepages.luc.edu/~dschwei/economicdemocracy.htm.

Trotsky [1929] L., The permanent revolution, New Park Publications, London 1962.

Trotsky [1936] L., Η προδομένη επανάσταση, τι είναι η Σοβιετική Ένωση και που πηγαίνει; τομ. Α’ και Β’, ανατύπωση, Μαρξιστική Έρευνα, Αθήνα _.

Σημειώσεις

[i] https://redlineagrinio.gr/publications/85295-metastaliniki-symmetoxiki-koinonikopoiisi-kefalaiou-kentriki-anatoliki-europi-kosta-lampropoulou