Η παγκόσμια ελληνική ιδιαιτερότητα | Ο μικροαστικός κρατικός μονοπωλιακός καπιταλισμός μας | του Κώστα Λαμπρόπουλου

Η παγκόσμια ελληνική ιδιαιτερότητα | Ο μικροαστικός κρατικός μονοπωλιακός καπιταλισμός μας | του Κώστα Λαμπρόπουλου

  • |

Την μεταπολεμική εποχή, η Ελλάδα παρουσίασε ορισμένες χαρακτηριστικές ιδιαιτερότητες σε σχέση με τις υπόλοιπες χώρες της Ευρωπαϊκής Ηπείρου που την καθιστούν ανεπανάληπτα μοναδική.

  • του Κώστα Λαμπρόπουλου | ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΙ - ΛΑΜΠΡΟΠΟΥΛΟΣ | red line 

Πρώτο, ήταν η μοναδική ευρωπαϊκή χώρα στην οποία ο β’ παγκόσμιος πόλεμος κατέληξε –τελικά- σε έναν εμφύλιο πόλεμο.

Δεύτερο, ο εμφύλιος αυτός πόλεμος διαδραματίστηκε σύμφωνα με το πρότυπο της αγροτικής εξέγερσης στην ύπαιθρο με επισκοπούμενη την επακόλουθη κατάκτηση των πόλεων (μαοϊσμός) κατ’ αντιστροφή του προτύπου της προλεταριακής εξέγερσης στις πόλεις με επιζητούμενη την επακόλουθη κατάκτηση της υπαίθρου που είχε παγιωθεί στην Ευρώπη από την εποχή της Οκτωβριανής Επανάστασης (λενινισμός).

Τρίτο, ο εμφύλιος πόλεμος τερματίστηκε με την ήττα του κομμουνιστικού κινήματος αλλά όχι και με τη ολοσχερή συντριβή των δυνάμεών του. Σημαντικά τμήματα του ΚΚΕ και του Δημοκρατικού Στρατού διέφυγαν στις γειτονικές χώρες και διασώθηκαν για να έχουν στη συνέχεια παρανόμως ενεργή πολιτική παρέμβαση στην Ελλάδα.

Τέταρτο, οι πολλές φορές απροκάλυπτα σαδιστική βία που οι νικητές άσκησαν επί των ηττημένων και ο αστυνομικός κοινωνικός αποκλεισμός τους έδωσε τη δυνατότητα στους ηττημένους (σε συνδυασμό με την προηγούμενη ιδιαιτερότητα) να ιδεολογικοποιήσουν τη θυματοποίησή τους και να διαμορφώσουν ένα ηγεμονικό δίπολο «Καλού» – «Κακού» / «Προόδου» – «Αντίδρασης» / «Λαού» / «Κυβέρνησης» που εξορισμού αποκλείει κάθε συναινετικό συμβιβασμό μεταξύ των αντιμαχόμενων δυνάμεων. Το κυνήγι της «εκλογικής αυτοδυναμίας», δηλαδή κομματικής αυθαιρεσίας, εγγράφεται σ’ αυτή την ιδεολογική κοσμοαντίληψη.

Πέμπτο, η υποβοηθούμενη από τη σοβιετική ισχύ κομμουνιστική επανάκαμψη («Με το όπλο παρά πόδας») αποτελούσε ένα πραγματικό ενδεχόμενο στο μυαλό και την καρδιά μιας κοινωνικά ασήμαντης άρχουσας τάξης (το Παλάτι) που είχε επιβιώσει και επεβίωνε χάριν της ιμπεριαλιστικής προστασίας και βοήθειας, πρώτα βρετανικής, μετά αμερικανικής και, τέλος, ευρωπαϊκής.

Απέναντι στη μόνιμη απειλή της σοβιετικής εισβολής, η άρχουσα τάξη στην Ευρώπη αντιπαράθεσε στον κεντρικό σχεδιασμό σε αξίες χρήσης του σταλινισμού τον κρατικό μονοπωλιακό καπιταλισμό (αναπτυξιακό σχέδιο, κρατική βιομηχανία στους στρατηγικούς τομείς, εκτεταμένη κρατική παρέμβαση, δημόσιες υπηρεσίας κοινωνικής πρόνοιας, κ.λπ.). Την ευρωπαϊκή αυτή στρατηγική ακολούθησε και η άρχουσα τάξη στην Ελλάδα.

Έκτο, και για την ανάλυσή μας σημαντικότερο, μετά την αποκατάσταση της εύθραυστης -στο πλαίσιο του ψυχροπολεμικού ανταγωνισμού των υπερδυνάμεων- τάξης, η κοινωνική αδυναμία της νικήτριας άρχουσας τάξης (δεύτερο κόμμα η ΕΔΑ με 24,42% στις εκλογές του 1958) την υποχρέωσε να αναζητήσει στήριγμα στη μικροαστική τάξη (καραμανλισμός αρχής γενομένης από την αντιπαροχή).

Πρακτικά, το μετεμφυλιακό αντεπαναστατικό κράτος μετασχηματίστηκε -λειτουργικά βαθμιαία μεν, πολιτικά σπασμωδικά δε- σε πελατειακό κράτος της μικροαστικής τάξης των πόλεων η οποία στη συνέχεια συμπαρέσυρε πρώτα την εργατική τάξη (Ένωση Κέντρου) και μετά την αγροτιά (ΠΑΣΟΚ). Η κίνηση αυτή ολοκληρώθηκε το 1981 με την ανάληψη της διακυβέρνησης από το ΠΑΣΟΚ.

Το αποτέλεσμα ήταν η διαμόρφωση μιας παγκόσμιας οικονομικο-κοινωνικής πρωτοτυπίας: διαμορφώθηκε ένας κρατικός μονοπωλιακός καπιταλισμός … μικροαστικού χαρακτήρα που τροφοδοτούνταν πρώτα από τους ευρωπαϊκούς πόρους που μεταβιβάζονταν υπερ της σύγκλισης και μετά από το δανεισμό στις διεθνείς χρηματοπιστωτικές αγορές.

Το σύστημα αυτό αποτελούταν από τρείς οικονομικούς τομείς: α) έναν εκτεταμένο κρατικό τομέα, β) έναν σημαντικό ιδιωτικό τομέα που, ωστόσο, αποτελούταν από ένα μικρό πλήθος μεγάλων επιχειρήσεων, ξένων και εγχώριων, και τέλος, γ) έναν εκτεταμένο μικροαστικό τομέα εκατοντάδων χιλιάδων αστικών μικροεπιχειρήσεων και αγροτικών εκμεταλλεύσεων.

Η υπερανάπτυξη του παρεμβατικού κράτους και η αλόγιστη οικονομική διαχείριση των συστατικών φορέων του κοινωνικού κράτους επέφεραν συμπληρωματικά την υπερανάπτυξη ενός ιδιωτικού τομέα πολύ μικρών και μικρών επιχειρήσεων που ανατροφοδοτούσε θετικά την κρατική επέκταση στην κοινωνία και το δημοσιονομικό εκτροχιασμό.

Αυτή η θετική αλληλεπιδραστική δυναμική ανάμεσα στον κρατικό και τον ιδιωτικό τομέα περιόρισε, σχεδόν μέχρι πλήρους εκμηδενισμού, την ανάπτυξη της κοινωνικής επιχειρηματικότητας.

Τρία είναι τα σημαντικότερα προσδιοριστικά χαρακτηριστικά του ελληνικού συστήματος:

Πρώτο, ενώ για όλες τις οικονομικά ανεπτυγμένες χώρες η συμμετοχή του εισοδήματος από μισθωτή εργασία στο εθνικό εισόδημα κυμαίνεται από 70% έως 80%, στην Ελλάδα βρίσκεται στο … 33%!

Δεύτερο, ο κοινωνικός τομέας της οικονομίας συμπιέστηκε σε επίπεδο λειτουργικής ασημαντότητας. Οι παραγωγικοί συνεργατισμοί αγαθών και υπηρεσιών είναι απλώς ανύπαρκτοι και οι αγροτικοί συνεταιρισμοί ήταν και είναι προμηθευτικοί ή / και διάθεσης προϊόντων, δηλαδή οικονομικές οργανώσεις καθαρά μικροαστικού χαρακτήρα.

Τρίτο, το «κοινωνικό» κράτος συνυφάνθηκε πλήρως με το «πελατειακό» κράτος.

Με όρους λειτουργικούς το αναπτυξιακό υπόδειγμα που διαμορφώθηκε ήταν ανεπαρκώς εξωστρεφές για το συνολικό επίπεδο ανάπτυξης της οικονομίας, ενεργειακά σπάταλο και εχθρικό ως προς το περιβάλλον που στηριζόταν πρωτίστως από τη μια στις δημόσιες προμήθειες και τα δημόσια έργα  και από την άλλη στην εγχώρια ιδιωτική κατανάλωση και τις ιδιωτικές επενδύσεις σε ακίνητα που όλα τους χρηματοδοτούνταν σε υπέρμετρο βαθμό από το δανεισμό και τροφοδοτούνταν, κυρίως, από εισαγωγές.

Η αποβιομηχάνιση στο εσωτερικό -που συμπληρώθηκε από σημαντικές άμεσες παραγωγικές επενδύσεις στο εξωτερικό, εγγύς και απώτερο- δεν συνοδεύτηκε από την μαζική στοχευμένη αναβάθμιση των επαγγελματικών δεξιοτήτων και ικανοτήτων των εγχώριων ανθρώπινων πόρων που θα έθετε τις βάσεις για την ανάπτυξη της εγχώριας νέας βιομηχανίας (τροφίμων, έξυπνων δομικών υλικών, βιοκλιματικών συστημάτων και κατασκευών, υλικών συσκευασίας, κ.λ.π) αλλά αυτό αφέθηκε στην τύχη του να ανταγωνίζεται άνισα τα εν τω μεταξύ εισρέοντα διαδοχικά κύματα μεταναστών, νόμιμων και παράνομων, για θέσεις εργασίας χαμηλής προστιθέμενης αξίας και να αναζητά θέσεις απασχόλησης ανάλογες των υψηλών προσόντων του στο εξωτερικό.

Αλλά και ούτε το ίδιο το αναξιοποίητο διαθέσιμο ανθρώπινο δυναμικό προσπάθησε από την πλευρά του να συμβάλλει στην επίλυση του δικού του προβλήματος με όρους κοινωνικής επιχειρηματικότητας.

Τέλος, ο δημόσιος, ευρύτερος δημόσιος και δημοτικός τομέας επέδειξαν απόλυτη θεσμική ακαμψία στη δημιουργία νέων παραγωγικών κλάδων οικονομικής δραστηριότητας (π.χ. ανακύκλωση υλικών, επεξεργασία απορριμμάτων, Α.Π.Ε., διαχείριση φυσικών πόρων, πολιτισμός, αρχαιολογία / ιστορία, κ.λ.π.).

Με τη σειρά της, η εκμηδένιση της κοινωνικής επιχειρηματικότητας εξάλειψε κάθε στοιχείο ανταγωνισμού, άρα και ελέγχου κόστους / οφέλους, στην παραγωγή και διάθεση των λεγόμενων «δημόσιων αγαθών και υπηρεσιών» η λίστα των οποίων –εκτός όλων των άλλων- αυξανόταν συνεχώς.  Η μη θέση κοινωνικών περιορισμών κόστους / οφέλους στην κρατική δραστηριότητα επέτρεψε στο εκάστοτε πολιτικό διοικητικό και διαχειριστικό προσωπικό της να μην εισάγει (για προφανείς λόγους ίδιας αυτοσυντήρησης και αναπαραγωγής) τη χρήση του οικονομικού λογισμού της αξίας στις λειτουργίες και δραστηριότητες των επί μέρους δημόσιων / δημοτικών φορέων. Ο πολιτικός εξοστρακισμός του οικονομικού λογισμού της αξίας παρήγαγε τη γνωστή δυναμική υπερδανεισμού του δημόσιου, ευρύτερου δημόσιου και δημοτικού τομέα.

Όσο αυτός ο υπερδανεισμός τελούταν στο πλαίσιο του εθνικού και μη μετατρέψιμου νομίσματος, της Δραχμής, το ισοζύγιο πληρωμών αποτελούσε το μηχανισμό της συνολικής μακροοικονομικής και δημοσιονομικής εξισορρόπησης (υποτίμηση).

Μετά την ένταξη στη ζώνη του ευρώ την 1η Γενάρη 2002, που επέφερε επίσης τη δραματική μείωση των επιτοκίων τόσο του δημόσιου όσο και του ιδιωτικού δανεισμού, ο μηχανισμός του ισοζυγίου πληρωμών εξουδετερώθηκε πλήρως.

Συνεπώς, η χρεοκοπία του Ελληνικού Δημοσίου θα μπορούσε να έχει αποφευχθεί μόνο διαμέσου της εισαγωγής του αποκεντρωμένου οικονομικού λογισμού της αξίας (= έσοδα – έξοδα – αποσβέσεις) σε όλους ανεξαιρέτως τους συστατικούς φορείς του δημόσιου, ευρύτερου δημόσιου και δημοτικού τομέα της οικονομίας. Η μεταρρύθμιση αυτή, όμως, δεν έγινε ποτέ και συνεπώς δεν κατέστη δυνατή η ανακοπή της ενδογενούς ροπής προς τη χρεοκοπία του κράτους.

Τελικά, αυτή επήλθε το 2009 και αφού είχε προηγηθεί η (εντελώς αδικαιολόγητη) υπερπροσφυγή στο δανεισμό εκ μέρους της κυβέρνησης Καραμανλή για την αντιμετώπιση των αναμενόμενων απ’ αυτή επιπτώσεων της ευρω-ατλαντικής χρηματοπιστωτικής κρίσης (που τελικά δεν υπήρξαν στον υπερβολικό βαθμό που τις προέβλεπε ο τότε Υπουργός Οικονομικών κ. Αλογοσκούφης).

Πρακτικά τα Μνημόνια 1, 2 και 3 που επιβλήθηκαν σε όλες τις διαδοχικές κυβερνήσεις για την ευρωσική διάσωση της χώρας αποτελούν ταυτόχρονα και το πρόγραμμα εξάλειψης του μικροαστικού και του κρατικού τομέα στην οικονομία και του παράλληλου μετασχηματισμού της σε μια οικονομία πλήρως ανοικτής στο διεθνές πολυεθνικό κεφάλαιο.

Η σαφής αυτή εξέλιξη και προοπτική δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με «αντιμνημονιακά μέτωπα και αγώνες», ούτε με τη «δραχμική Λαοκρατία». Τα συνδυασμένα εκλογικά αποτελέσματα ΣΥΡΙΖΑ και ΛΑΕ έκλεισαν αυτό το πολιτικό κεφάλαιο. Τα συνδυασμένα εκλογικά αποτελέσματα ΚΚΕ και ΑΝΤΑΡΣΥΑ δεν ανοίγουν κανένα νέο πολιτικό κεφάλαιο.

Κάθε απόπειρα χάραξης μιας εναλλακτικής πορείας για τη χώρα και τους ανθρώπους της οφείλει να ξεκινήσει από την απάντηση στο θεμελιώδες αναπτυξιακό δίλημμα που σήμερα αντιμετωπίζουμε:

  • επιστροφή στη βιομηχανία έντασης εργασίας και ανάπτυξη βασισμένη πάνω στο φθηνό κόστος της εργασίας ή
  • μετάβαση σε μια μεταβιομηχανική οικονομία υπηρεσιών διεθνούς εμβέλειας και ανάπτυξη βασισμένη πάνω στην υψηλή προστιθέμενη αξία της εργασίας.

Χωρίς την απάντηση σ’ αυτό το θεμελιώδες αναπτυξιακό δίλημμα κάθε εναλλακτικό πολιτικό σχέδιο είναι –απλώς- έωλο.