Η διαχρονική πορεία του ποσοστού του κέρδους | του Κώστα Λαμπρόπουλου

Η διαχρονική πορεία του ποσοστού του κέρδους | του Κώστα Λαμπρόπουλου

1.Οι μύστες του μαρξισμού

«Ο νόμος της πτώσης του ποσοστού του κέρδους στον καπιταλισμό»αποτελεί το σήμα κατατεθέν της μυστικιστικής εκδοχής του μαρξισμού που «τεκμηριώνει»-υποτίθεται «επιστημονικά»- τη «νομοτελειακή έλευση του κομμουνισμού» ή -πράγμα ισοδύναμο- την «αναπόδραστη μοιραία κατάληξη του καπιταλισμού σ’ αυτόν».

  • του Κώστα Λαμπρόπουλου |  |red line

Συγκεκριμένα: εάν παραδεχτούμε ότι το ποσοστό του κέρδους μειώνεται συνεχώς και αδιαλείπτως στο πέρασμα του χρόνου -με ή χωρίς συγκυριακές κυκλικές αυξομειώσεις κατά μήκος της μακροπρόθεσμης κεντρικής πτωτικής τάσης- τότε ασυμπτωτικά το κέρδος μηδενίζεται και, επομένως, ο καπιταλισμός -αφού δεν υπάρχει πλέον εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο- μετασχηματίζεται οργανικάσε κομμουνισμό, το σύστημα δίχως εκμετάλλευση αλλά με προηγμένες παραγωγικές δυνάμεις (που και το διαφοροποιούν από τον -υποτιθέμενο αυθαιρέτως- «πρωτόγονο κομμουνισμό» της χαραυγής της ανθρωπότητας).

Επομένως, ο καπιταλισμός είναι καθ’ ολοκληρίανκαι κατ’ εξακολούθηση ένα εντελώς αντιδραστικό σύστημα επειδή προσπαθεί ματαίως να αποφύγει το μοιραίο, την οργανική  μετατροπή του σε κομμουνισμό.

Και πως προσπαθεί να αποφύγει το μοιραίο; Με το εισάγει συνεχώς νέες τεχνολογίες παραγωγής που αυξάνουν την οργανική σύνθεση του επενδεδυμένου κεφαλαίου και -συνεπώς- μειώνουν ακόμα περισσότερο το ποσοστό κέρδους φέρνοντας έτσι τον κομμουνισμό χρονικά εγγύτερα.

Απέναντι σ’ αυτή την «αντικειμενική» τάση ο καπιταλισμός μπορεί -για να την καθυστερήσει- να αντιπαραβάλλει μόνο την ιδεολογική χειραγώγηση των μαζών. Εν ολίγοις, καταφεύγει στη συνεχή εξαπάτησή τους από τους εκμεταλλευτές και τους ιδεολογικοπολιτικούς συνεργάτες τους εντός και εκτός των γραμμών του απελευθερωτικού κομμουνιστικού προλεταριακού κινήματος.

Επομένως, η πάλη για τον κομμουνισμό είναι πρωτίστως διαπάλη ιδεολογική που αποσκοπεί στην κριτική αποκάλυψη της καπιταλιστικής απάτης και αποβλέπει στη συντόμευση της παραμονής της ανθρωπότητας στην «καπιταλιστική κοιλάδα των δακρύων»κατά την πετυχημένη διατύπωση της Ρόζας Λούξεμπουργκ.

Εν ολίγοις, η κριτική του καπιταλισμού αρκεί για την επιτάχυνση της μετάβασης στον κομμουνισμό. Όσο περισσότερο αδυσώπητηκαι εκτεταμένη είναι αυτή η κριτική, τόσο ο κομμουνισμός έρχεται πλησιέστερα.

Ισχυρίζομαι ότι αυτό το επιστημονικοϊδεολογικοπολιτικόσχήμα δεν έχει καμία, μα καμία,  απολύτως σχέση με το μαρξικό έργο και την εμπεριεχόμενη σ’ αυτό διαλεκτική μεθοδολογία όσο κι’ αν αυτό προσφέρει σε πολλές περιπτώσεις γόνιμο έδαφος για την άνθηση παρόμοιων ερμηνειών, αντάξιων μόνο ενός χυδαίου ημιμαθούς ιδεαλιστικού μικροαστισμού. Ούτε, επίσης, έχει καμία απολύτως σχέση με τα άμεσα σοσιαλιστικά καθήκοντα που η καπιταλιστική κοινωνία και -πρωτίστως- η μισθωτή εργασία έχει μπροστά της, εδώ και τώρα, τόσο στην Ελλάδα, όσο και στις ΗΠΑ και την Κίνα, δηλαδή παγκοσμίως.

Ισχυρίζομαι, επίσης, ότι αυτή η κοσμοθεώρηση αποτελεί -απεναντίας- το κύριο εργαλείο της ιδεολογικής χειραγώγησης των μαζών εκ μέρους του καπιταλιστικού συστήματος καθότι εξαλείφει από τον χάρτη της καπιταλιστικής πραγματικότητας προς ανατροπή / υπέρβαση την κοινωνική / ταξική αυτενέργεια, αυτοοργάνωση και ίδια συμμετοχή των μαζών με πυρήνα τη μισθωτή εργασία αντικαθιστώντας την με την κοινωφελή ιδεολογικοπολιτική δραστηριότητα των πάσης φύσεως και ταξικής προέλευσης δασκάλων, καθηγητών, δημοσιολόγων, αρθρογράφων, οραματιστών και -γενικότερα- παραμυθάδων του μικροαστικοποιημένου μαρξισμού.

2. Ο λειτουργικός ρόλος του ποσοστού του κέρδους

Οφείλωνα αναγνωρίσω απεριφράστως ευθύς εξ αρχής ότι η αλχημιστική αναζήτηση της «μαθηματικής απόδειξης του τέλους του καπιταλισμού δια μέσου του διαλεκτικού δίπολου «αύξηση της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου» – «μείωση του ποσοστού του κέρδους» ποτέ δεν με συγκίνησε ούτε κατ’ ελάχιστο για τους λόγους που μόλις απαρίθμησα και εκείνους που αναφέρω αμέσως παρακάτω. Επομένως, δεν είμαι ούτε «ειδικός» της εφαρμογής του «νόμου της πτώσης του ποσοστού του κέρδους», ούτε βαθύς γνώστης της εκτεταμένης σχετικής βιβλιογραφίας.

Κατ’ αντιδιαστολή, αρκούμαι στην αποδεκτή από όλους, μαρξιστές και μη μαρξιστές, συνήθη αξιωματική παραδοχή ή θεωρηματικήαπόδειξη ότι η επιδίωξη της μεγιστοποίησης του λόγου του κέρδους ως προς τον αναλαμβανόμενο επιχειρηματικό κίνδυνο ζημίας κεφαλαίου αποτελεί τον ιδιάζοντα θεμελιώδη κινητήριο μοχλό της καπιταλιστικής / επιχειρηματικής / επενδυτικής πράξης.

Εάν υποθέσουμε ότι έχουμε δύο επιχειρηματικά έργα, το Α και το Β, εκ των οποίων -όλων των άλλων παραγόντων όμοιων- το Α αποφέρει ένα ποσοστό κέρδους 30% με μια επένδυση κεφαλαίου 100 μονάδων διάρκειας ενός έτους και το δεύτερο αποφέρει ένα ποσοστό κέρδους 10% με μια επένδυση κεφαλαίου 1.000 μονάδων διάρκειας ενός έτους, ποιο από τα δύο επενδυτικά έργα θα προτιμηθεί από τον όποιον ιδιοκτήτη κεφαλαίου;

Εκείνο με το μεγαλύτερο σχετικό κέρδος (ποσοστό κέρδους) ή με το απόλυτο κέρδος (μέγεθος κέρδους);

Προφανώς, εκείνο με το μεγαλύτερο απόλυτο κέρδος, δηλαδή το Β.

Συνεπώς, ο οριζόντιος χρονικά ρόλος του ποσοστού του κέρδους δεν είναι καθοριστικός στη λήψη επενδυτικών αποφάσεων εκτός εάν τεθεί εξωγενώς ο πρόσθετος περιορισμός της ισότητας του μεγέθους των επενδυόμενων κεφαλαίων οπότε στην περίπτωση αυτή το απόλυτο και το σχετικό κέρδος ακολουθούν πανομοιότυπη κατάταξη προτίμησης, είναι δηλαδή ταυτολογία.

Ας δούμε τι ακριβώς συμβαίνει στην καθετότητα του χρόνου. Ας υποθέσουμε ότι το χρόνο tτο ποσοστό κέρδους ενός επενδυτικού έργου 100 μονάδων και διάρκειας ενός έτους αποφέρει ένα ποσοστό κέρδους 30% (περίπτωση Α ανωτέρω) και την επόμενη χρονική περίοδο / στιγμή t+1 αποφέρει ένα ποσοστό κέρδους 10% (όπως στην περίπτωση Β ανωτέρω). Τι θα συμβεί τότε τη χρονική περίοδο / στιγμή t+1;

Ο ιδιοκτήτης κεφαλαίου θα κάθεται άπρακτος να κοιτάζει το κεφάλαιό του και να κλαίει τη μαύρη μοίρα του επειδή το ποσοστό του κέρδους του μειώθηκε από 30% σε 10% ή θα το επενδύσει προσπαθώντας να αυξήσει το κέρδος του όσο μπορεί περισσότερο;

Η κοινή εμπειρία αλλά και η κοινή λογική υποδεικνύουν ότι θα πράξει το δεύτερο.

Σε τι, λοιπόν, χρησιμεύει λειτουργικά το περίφημο ποσοστό κέρδους ακόμα κι’ αν παραδεχτούμε ότι αυτό μειώνεται διαχρονικά; Απολύτως σε τίποτα εκτός από το ότι οδηγεί στο συμπέρασμα ότι ο καπιταλισμός γίνεται διαχρονικά συνεχώς ταξικά σκληρότερος στην απεγνωσμένη προσπάθειά του να αυξήσει το ποσοστό του κέρδους, δηλαδή την ταξική εκμετάλλευση μέσω των πολέμων, των μειώσεων των μισθών, της αύξησης των τιμών των ειδών λαϊκής κατανάλωσης, της εντατικοποίησης της εργασίας, των αυξήσεων του χρόνου απασχόλησης και εργασίας και την συνεχή υποκατάσταση της εργασίας με κεφάλαιο.

Όλααυτά, ωστόσο, είναι γνωστά και ισχύοντα είτε το ποσοστό κέρδους πέφτει ή όχι καθότι οι ιδιοκτήτες κεφαλαίου κάνουν ότι μπορούν για να αυξήσουν το κέρδος τους. Συνθέτουν την ίδια την ταξική πάλη που είναι διαρκής και αποσκοπεί συνεχώς στη διανομή και αναδιανομή του παραγόμενου προϊόντος ανάμεσα στη μισθωτή εργασία και το κεφάλαιο…

Βεβαίως, όσο ο καπιταλισμός παράγει υψηλά κέρδη τόσο περισσότερο οι καπιταλιστές είναι επιρρεπείς σε συμβιβασμούς εισοδημάτων και όρων εργασίας με την εργατική τάξη “τους”, δηλαδή -σύμφωνα με τους μύστες του μαρξισμού- αποτρέπουν την κομμουνιστική εξέγερσή της.

Πίσω, ωστόσο, από τη διαπίστωση αυτή βρίσκεται ένα παράδοξο και ευθέως αντικομμουνιστικό ανθρωπολογικό αξίωμα: οι μύστες του μαρξισμού πιστεύουν ότι η εργατική τάξη εξεγείρεται μόνο κάτω από την αφόρητη ώθηση της εξαθλίωσης και της απόγνωσης. Είναι προφανές ότι η εργατική τάξη στην οποία αναφέρονται δεν υπάρχει μετά τον Β’ παγκόσμιο πόλεμοστις ιμπεριαλιστικές μητροπόλεις και πριν απ’ αυτόν στις ΗΠΑ αλλά μόνο σε ορισμένες ακραίες περιπτώσεις στον τρίτο κόσμο.

Αφού είναι, λοιπόν, βέβαιο ότι η μητροπολιτική εργατική τάξη δεν θα εξεγερθεί ποτέ από εξαθλίωση και απόγνωση και επειδή δεν ξέρουν πως να διαχειριστούν την προλεταριακή επανάσταση στις μητροπόλεις καταφεύγουν στην μυστικοποίηση του μαρξισμού με την περιβόητη πτώση του ποσοστού κέρδους που «εγγυάται» τη μετάβαση στον κομμουνισμό δίχως τη συνειδητή συμμετοχή και παρέμβαση της μητροπολιτικής εργατικής τάξης.

3. Ο Μαρξ και το Κεφάλαιο

Ας πάρουμε, λοιπόν, τα πράγματα με τη σειρά.

Στο Κεφάλαιο 13 Ο νόμος ως τέτοιοςτου 3ου Μέρους Ο νόμος της τάσης του ποσοστού του κέρδους να πέφτειτου 3ου τόμου του Κεφαλαίου ο Μαρξ ισχυρίζεται ότι «… τότε η βαθμιαία μεγέθυνση του σταθερού κεφαλαίου σε σχέση με το μεταβλητό κεφάλαιο πρέπει αναγκαία να οδηγεί σε μια βαθμιαία πτώση του γενικού ποσοστού του κέρδους εφόσον το ποσοστό της της υπεραξίας, ή η ένταση της εκμετάλλευσης της εργασίας από το κεφάλαιο, παραμένει η ίδια.».

Το αριθμητικό παράδειγμα που δίνει για την «απόδειξη» του ισχυρισμού του είναι το ακόλουθο:

«Εάν:

c = 50, καιv = 100, τότεp’ = 100/150 = 66⅔%∙
c = 100, καιv = 100, τότεp’ = 100/200 = 50%∙ …».

όπου:

c :το σταθερό κεφάλαιο,

v : το μεταβλητό κεφάλαιο,

p’: το ποσοστό κέρδους,

p’ = s / C,

όπου:

s :η υπεραξία,

C :το κεφάλαιο = c + v,

θ : η οργανική σύνθεση του κεφαλαίου C,

θ = c / v.

Προφανώς, το 50% είναι μικρότερο του 66⅔%. Άρα, ο.ε.δ.!

Τα παραπάνω είναι, φυσικά, πράξεις παιδικής αριθμητικής που δεν αποδεικνύουν τίποτα απολύτως εφόσον διενεργούνται υπό το καθεστώς της υπόθεσης της σταθερότητας της υπεραξίας / βαθμού εκμετάλλευσης ασχέτως του μεγέθους της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου, δηλαδή εν προκειμένω του μεγέθους του σταθερού κεφαλαίου c.

Εξυπακούεται ότι το ζητούμενο είναι το εάν η αύξηση της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου και ειδικότερα η αύξηση του σταθερού κεφαλαίου ανά απασχολούμενο μισθωτό επηρεάζει και πως τον όγκο της προκύπτουσας υπεραξίας. Ειδικότερα, ο Μαρξ όφειλε να αποδείξει ότι η οργανική σύνθεση του κεφαλαίου αυξάνει ταχύτερα από την επιφερόμενη απ’ αυτήν αύξηση της εκμετάλλευσης της μισθωτής εργασίας.

Βεβαίως, ο Μαρξ στο Κεφάλαιο 15 Έκθεση των εσωτερικών αντιθέσεων του νόμου (της πτώσης του ποσοστού του κέρδους – ΚΛ) αναγνωρίζει εμμέσως πλην σαφώς αλλά αποσπασματικά και σκόρπια εδώ κι’ εκεί ότι η αύξηση της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου [στην οποία μάλιστα και αναφέρεται αντεστραμμένη ως «σχετική μείωση του λόγου του μεταβλητού ως προς το σταθερό κεφάλαιο» (!?)] επιφέρει αύξηση της παραγωγικότητας [την οποία και περιγράφει ως «νόμο της αυξημένης παραγωγικότητας της εργασίας» (!?)] κι’ αυτή με τη σειρά της επιφέρει την αύξηση της υπερεργασίας καθώς και την αύξηση της σχετικής υπεραξίας…

Αποφεύγει δυστυχώς ή απλώςδεν πρόλαβε, όμως, να διαρθρώσει όλα αυτά σε ένα συνεκτικό αναλυτικό σχήμα το οποίο και θα επέτρεπε τον τυπικό έλεγχο του ισχυρισμού του για την πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους. Συνεπώς, ο Μαρξ δεν απέδειξε θεωρητικά το σχετικό ισχυρισμό του στο εγκυρότερο έργο του, το Κεφάλαιο.

4. Μειώνεται διαχρονικά το ποσοστό του κέρδους;

Θα αποδείξουμε τώρα ότι ο ισχυρισμός του Μαρξ για την τάση της πτώσεις του ποσοστού του κέρδους είναι λάθος με τα δεδομένα που ο ίδιος χρησιμοποιεί (και με ορισμένες αναγκαίες συμπληρωματικές υποθέσεις):

Α.

Υποθέτουμε ότι έχουμε δύο επιχειρήσεις, την Α και τη Β, οι οποίες είναι μεταξύ τους πανομοιότυπες και ίδιες με την αρχική περίπτωση του προαναφερθέντος αριθμητικού παραδείγματος του Μαρξ (1η σειρά):

Α : c = 50, καιv = 100, τότεp’ = 100/150 = 66⅔%∙

Β : c = 50, καιv = 100, τότεp’ = 100/150 = 66⅔%∙

Με τα δεδομένα αυτά, προκύπτουν τα ακόλουθα:

(1) η υπεραξία sA = sB = 100. Επομένως, η συνολική υπεραξίαS = sA + sB = 200 μονάδες αξίας.

(2) η αξία που παράγει η Α είναι ίση με την αξία που παράγει η Β και είναι: aA = aB = 250 μονάδες αξίας.Επομένως, η συνολική αξία είναι: Α = aA + aB = 500 μονάδες αξίας.

Θα υποθέσουμε περαιτέρω ότι η κάθε επιχείρηση παράγει:

(3*) qA = qB = 100 μονάδες προϊόντος. Επομένως, το συνολικό προϊόν είναι: q = qA + qB = 200 μονάδεςπροϊόντος.

Με τα δεδομένα αυτά προκύπτει ότι:

(4) η μέση τιμή πώλησης / αγοράς κάθε μονάδας προϊόντος είναι: τ = Α / q = 2,5 μονάδες αξίας.

(5) το μέσο ποσοστό του κέρδους είναι: P’ = 200/350 = 66⅔%∙

Υπογραμμίζεται ότι η μοναδική πρόσθετη υπόθεση που έγινε ως προς το αριθμητικό παράδειγμα του Μαρξ αφορά το πλήθος των μονάδων προϊόντος που παράγονται (3*). Γι’ αυτό και ο αύξοντας αριθμός ακολουθείται από αστερίσκο.

Β.

Θα υποθέσουμε τώρα ότι η μία εκ των δύο επιχειρήσεων, έστω η Α, αυξάνει το σταθερό της κεφάλαιο κατά 50 μονάδες αξίας (ΔcA = 50) όπως ακριβώς κάνει ο Μαρξ στην τροποποιημένη περίπτωσή του (2η σειρά):

Α1 : c = 100, καιv = 100, …

Τι θα συμβεί τότε στα διάφορα μεγέθη μας πλην του σταθερού cA1 και μεταβλητού κεφαλαίου μας vA1, δηλαδή στην τιμή πώλησης και τον φυσικό όγκο της παραγωγής και, κατά συνέπεια, στην αξία της παραγωγής, άρα και στην υπεραξία, και, επομένως, στο ποσοστό του κέρδους;

Η τυπική απάντηση είναι ότι δεν ξέρουμε καθότι το μέγεθος της υπεραξίας sA1 καθίσταται απροσδιόριστο εφόσον αγνοούμε τις παραγόμενες ποσότητες qA1 και τις τιμές πώλησής τους τΑ1και, επομένως, δεν είναι δυνατός ο υπολογισμός της αξίας παραγωγής, της υπεραξίας, άρα και του ποσοστού κέρδους.

Γ.

Τώρα ήρθε η στιγμή των γενναίων αποφάσεων: για να συνεχίσουμε την όποια ανάλυση πρέπει να κάνουμε μια υπόθεση για την ισχύουσα σχέση προϊόντος qA1 και σταθερού κεφαλαίου cA1, δηλαδή για τις αποδόσεις κλίμακας (qA1 / cA1).

(5*) Θα υποθέσουμε σταθερές αποδόσεις κλίμακας του σταθερού κεφαλαίου (qA / cA = qA1 / cA1). Στην περίπτωση αυτή, το παραγόμενο προϊόν qA1 προσδιορίζεται γραμμικά στις 200 μονάδες προϊόντος.

Δ.

Τώρα φτάσαμε στο κυρίως πρόβλημα: διαπιστώνουμε ότι στην αρχική κατάσταση, δηλαδή πριν από την αύξηση της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου στην επιχείρηση Α, παράγονταν και πουλιούνταν 200 μονάδες προϊόντος στην τιμή των 2,5 μονάδων αξίας ανά μονάδα παράγοντας μια συνολική αξία 500 μονάδων αξίας. Στη νέα κατάσταση, δηλαδή μετά  από την αύξηση της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου στην επιχείρηση Α, φτάνουν στην αγορά 300 μονάδες προϊόντος ενώ η αγορά απορροφούσε 200 μονάδες προϊόντος στη μέση τιμή των 2,5 μονάδων αξίας ανά μονάδα προϊόντος.

Τι θα συμβεί;

Η τυπική απάντηση είναι ότι δεν ξέρουμε καθότι για να απαντήσουμε στο ερώτημα αυτό πρέπει να κάνουμε μια συμπληρωματική υπόθεση για την ελαστικότητα της ζήτησης ως προς την τιμή του προϊόντος.

(6*) Θα υποθέσουμε ότι η συνάρτηση ζήτησης του προϊόντος είναι μοναδιαίας ελαστικότητας, δηλαδή ότι οι ζητούμενες ποσότητες μεταβάλλονται αντιστρόφως αλλά κατά το ίδιο εκατοστιαίο ποσοστό με την εκατοστιαία μεταβολή της τιμής του.

Επομένως, στην περίπτωσή μας η προσφερόμενη συνολικά ποσότητα των 300 μονάδων προϊόντων απορροφάται από την αγορά στην μέση τιμή των 1,25 μονάδων αξίας ανά μονάδα προϊόντος.

Στην περίπτωση αυτή η αξιακή σύνθεση των δύο επιχειρήσεων Α1 και Β έχει ως ακολούθως:

Α1 : c = 100, v = 100, s = 50,  p’ = 50/200 = 25%

Β   : c = 50, v = 100, s = -25,  p’ = -25/150 = -16,7%

A1 + B :c = 150, v = 200, s = 25,   p’ = 25/350 = 7,1%

Το συμπέρασμα που προκύπτει (με τα υποθετικά δεδομένα μας) είναι ότι η αύξηση της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου όντως επιφέρει -μέσω της αύξησης της προσφοράς και την επακόλουθη μείωση των τιμών- τη μείωση του μέσου ποσοστού κέρδους.

Έχει, ωστόσο, και μια άλλη επίπτωση: καθιστά ζημιογόνα την λιγότερο ανταγωνιστική επιχείρηση, δηλαδή εκείνη με την χαμηλότερη την οργανική σύνθεση του κεφαλαίου. Επομένως, η επιχείρηση αυτή αποσύρεται από την αγορά, δηλαδή κλείνει.

Ε.

Οι επιπτώσεις από το κλείσιμο της επιχείρησης Β είναι:

1) Η απόλυση του προσωπικού της, άρα και η αντίστοιχη μείωση της ζήτησης του προϊόντος που παρήγαγε στο βαθμό που αυτό καταναλωνόταν, αμέσως ή εμμέσως, απ’ αυτό.

2) Η μείωση του κεφαλαίου του ιδιοκτήτη της επιχείρησης που έκλεισε, η απώλεια των εισοδημάτων του από τα κέρδη της, άρα και η αντίστοιχη μείωση της ζήτησης του προϊόντος που παρήγαγε στο βαθμό που αυτό καταναλωνόταν, αμέσως ή εμμέσως, απ’ αυτόν.

ΣΤ.

Ποια, λοιπόν, θα είναι η κατάσταση την επόμενη μέρα;

Θα υπάρχει μια και μόνο μία επιχείρηση, η Α1, η οποία έχει μετασχηματιστεί πλέον σε μονοπώλιο το οποίο, ωστόσο, αντιμετωπίζει μικρότερη ζήτηση για τα προϊόντα του απ’ ότι προηγουμένως.

Το μονοπώλιο Α1 θα αυξήσει την τιμή πώλησης του προϊόντος του με τρόπο που να απορροφά την παραγόμενη ποσότητα των 200 μονάδων προϊόντων, δηλαδή επιστρέφοντας λίγο – πολύ στην αρχική τιμή των 2,5 μονάδων αξίας ανά μονάδα προϊόντος μειωμένη κατά τι ώστε να συμπεριλάβει την εισοδηματική μείωση της ζήτησης που επισημάνθηκε πιο πάνω (Ε).

Η αξιακή σύνθεση της μονοπωλιακής επιχείρησης Α1 στο άνω όριό της είναι η ακόλουθη:

ΜονοπώλιοΑ1 : c = 100, v = 100, s = 300,  p’ = 300/200 = 150%, qA1 = 200 μονάδες προϊόντος, τΑ1 ≤ 2,5 μονάδες αξίας, συνολική αξία Α ≤ 500 μονάδες αξίας.

Επομένως, το μονοπώλιο Α1 σημειώνει υπερκέρδη (150%) πολλαπλάσια των αρχικών κερδών του ως ανταγωνιστική επιχείρηση Α (66⅔%).

5. Συμπεράσματα

Το πρωτεύον[i] συμπέρασμα που προκύπτει από την προηγηθείσα στοιχειώδη ανάλυση είναι ότι η αύξηση της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου, δηλαδή η αύξηση των κατά κεφαλή μέσων παραγωγής, άρα και της παραγωγικότητας της εργασίας, οδηγεί δυναμικά, δηλαδή διαμέσου της διαχρονικής αλληλεπίδρασης των επιχειρήσεων στην αγορά, στο μονοπώλιο.

Με τη σειρά της, η μονοπωλιακή κατάληξη των επιχειρήσεων πρώτα αυξάνει και μετά σταθεροποιεί το ποσοστό κέρδους σε επίπεδα υψηλότερα από εκείνα που ίσχυαν στην  ανταγωνιστική διαμόρφωση της οικονομίας. Πρόκειται περί των γνωστών σε όλους μας «μονοπωλιακών υπερκερδών».Το ίδιο ισχύει και για την εκμετάλλευση («μονοπωλιακή υπερεκμετάλλευση») η οποία άλλωστε και είναι ουσιαστικά συνώνυμο με το ποσοστό κέρδους.

Η διαχρονική ροπή του ποσοστού κέρδους σχηματοποιείται στοιχειωδώς με το σύμβολο της μαθηματικό ρίζας «√‾»: είναι αρχικά σταθερό, μετά μειώνεται, στη συνέχεια αυξάνεται σε επίπεδο υψηλότερο του αρχικού και, τέλος, σταθεροποιείται από τα κάτω στο επίπεδο περίπου αυτό.

Με την εφαρμογή των αριθμητικών δεδομένων της προηγηθείσας στοιχειώδους ανάλυσης προκύπτει το ακόλουθο σχετικό γράφημα:

[i]Ένα από τα δευτερεύοντα συμπεράσματα που νομίζω ότι είναι χρήσιμο να επισημανθεί αφορά την εμπειρική μέτρηση του ποσοστού κέρδους. Από τη φάση προσαρμογής της χρονογραμμής του ποσοστού κέρδους (t=3 στο γράφημα) διαπιστώνεται ότι ο μέσος όρος του ποσοστού κέρδους προκύπτει από ένα θετικό και ένα αρνητικό ποσοστό κέρδους, δηλαδή ζημίας, που στη συνέχεια (t=4 στο γράφημα) βγαίνει από την όλη εικόνα.

Επομένως, οι εμπειρικές στατιστικές που χρησιμοποιούν μέσους όρους ποσοστών κέρδους και ζημίας κερδοφόρων και ζημιογόνων επιχειρήσεων μαζί υποεκτιμούν το «πραγματικό» ποσοστό του κέρδους κατά το μέγεθος των ζημιών των επιχειρήσεων που βρίσκονται σε διαδικασία απόσυρσης από την παραγωγή / αγορά. Είναι σα να προσθέτεις μήλα και πορτοκάλια.

Επομένως, η όποια εμπειρική στατιστική μέτρηση του ποσοστού του κέρδους θα πρέπει να περιλαμβάνει τουλάχιστον τρεις διακριτές τάξεις μεγεθών του ποσοστού του κέρδους / ζημίας: α) αυτή των υπερκερδοφόρων επιχειρήσεων, β) αυτή των ζημιογόνων επιχειρήσεων και γ) αυτή των μετρίως κερδοφόρων / ενδιάμεσων στις υπόλοιπες δύο τάξεις επιχειρήσεων.

Συνεπώς, ο πραγματικός «νόμος» που εμπεριέχεται στην αύξηση της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου δεν είναι η πτώση του ποσοστού του κέρδους. Αποδείξαμε -με τα αριθμητικά δεδομένα του Μαρξ και τις πρόσθετες υποθέσεις των σταθερών αποδόσεων κλίμακας και της μοναδιαίας ελαστικότητας της ζήτησης- ότι το ποσοστό κέρδους σταθεροποιείται καταληκτικά σε επίπεδο σαφώς υψηλότερο του αρχικού.

Ο πραγματικός «νόμος» που εμπεριέχεται στην αύξηση της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου είναι η δυναμική μονοπωλιστικοποίησης της οικονομίας (συγκέντρωση και συγκεντροποίηση του κεφαλαίου), η οποία και επιφέρεισυνδυασμένα υπερκέρδη και υπερεκμετάλλευση.

Μέσω, λοιπόν, της προηγηθείσας στοιχειώδους ανάλυσης επιτυγχάνεται τυπικά η οργανική αναλυτική διασύνδεση της λενινιστικής ανάλυσης του ιμπεριαλισμού με την ανάλυση του καπιταλισμού του Μαρξ. Επομένως, γεφυρώνεται το χάσμα που υφίστατο ανάμεσα στη λενινιστική και τη μαρξική οικονομική ανάλυση.

Υπενθυμίζεται ότι η πρώτη βλέπει αμέσως αύξηση της εκμετάλλευσης μέσω της μονοπωλιακής ρύθμισης τιμών και ποσοτήτων ενώ η δεύτερη βλέπει εμμέσως μείωση της εκμετάλλευσης μέσω της πτώσης του ποσοστού κέρδους.

Βεβαίως, πρέπει, επίσης, να επισημανθεί ότι για το Λένιν το «μονοπώλιο» απέχει ένα μόλις βήμα από το «σοσιαλισμό». Γι’ αυτόν αρκεί η «προλεταριακή κρατικοποίηση» του «ιδιωτικού μονοπωλίου» για να τελεστεί η μετάβαση από τον μονοπωλιακό καπιταλισμό στον (κρατικό) σοσιαλισμό.

Η ιστορία έδειξε το 1989-1993 στην ΕΣΣΔ και την Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη αλλά και -εκ του αντιθέτου πρωθύστερου- στην Κίνα και το Βιετνάμ,ότι μια προηγμένη τεχνολογικά οικονομία που έχει επιτύχει πλήρη ή σχεδόν (ονομαστική) πλήρη απασχόληση δεν μπορεί να λειτουργήσει αποτελεσματικά και αποδοτικά με όρους κρατικής ιδιοκτησίας και παρεπόμενου οικονομικού σχεδιασμού ιδιαίτερα σε αξίες χρήσης.

Αν η κρατικοποίηση των καπιταλιστικών μονοπωλίων, ταξική ή διαταξική, δεν οδηγεί στο σοσιαλισμό, τότε η μόνη λύση που απομένει είναι η κοινωνικοποίησή τους, δηλαδή -με όρους αξίας- η μη αντισταθμιστική πολυμετοχοποίησή τους με τη δωρεάν εξισωτική διανομή του μετοχικού κεφαλαίου τους στους πολίτες.

Η πράξη αυτή αποστειρώνει ταξικά το «κέρδος» και-συνδυασμένα με την υψηλή φορολογία κληρονομιών- καταργεί πρακτικά την καπιταλιστική τάξη ως τάξη και, τέλος, ελαχιστοποιεί χωρίς όμως να καταργεί πλήρως την «εκμετάλλευση» ανθρώπου από άνθρωπο.

Σημειώσεις

Ένα από τα δευτερεύοντα συμπεράσματα που νομίζω ότι είναι χρήσιμο να επισημανθεί αφορά την εμπειρική μέτρηση του ποσοστού κέρδους. Από τη φάση προσαρμογής της χρονογραμμής του ποσοστού κέρδους (t=3 στο γράφημα) διαπιστώνεται ότι ο μέσος όρος του ποσοστού κέρδους προκύπτει από ένα θετικό και ένα αρνητικό ποσοστό κέρδους, δηλαδή ζημίας, που στη συνέχεια (t=4 στο γράφημα) βγαίνει από την όλη εικόνα.

Επομένως, οι εμπειρικές στατιστικές που χρησιμοποιούν μέσους όρους ποσοστών κέρδους και ζημίας κερδοφόρων και ζημιογόνων επιχειρήσεων μαζί υποεκτιμούν το «πραγματικό» ποσοστό του κέρδους κατά το μέγεθος των ζημιών των επιχειρήσεων που βρίσκονται σε διαδικασία απόσυρσης από την παραγωγή / αγορά. Είναι σα να προσθέτεις μήλα και πορτοκάλια.

Επομένως, η όποια εμπειρική στατιστική μέτρηση του ποσοστού του κέρδους θα πρέπει να περιλαμβάνει τουλάχιστον τρεις διακριτές τάξεις μεγεθών του ποσοστού του κέρδους / ζημίας: α) αυτή των υπερκερδοφόρων επιχειρήσεων, β) αυτή των ζημιογόνων επιχειρήσεων και γ) αυτή των μετρίως κερδοφόρων / ενδιάμεσων στις υπόλοιπες δύο τάξεις επιχειρήσεων.