Για μια Λυδία

Για μια Λυδία

  • |

Αγαπημένο μου ημερολόγιο,

Σχεδόν ποτέ δεν πρόλαβα να απαντήσω στην ερώτηση. Πάντα με προλάβαινε η απάντηση που έδιναν για μένα οι ίδιοι που ρωτούσαν για μένα. Σχεδόν ποτέ δεν κατάλαβα αν πράγματι όλες αυτές οι ερωταπαντήσεις ήταν για μένα ή απλά προς εμένα. Ούτε αυτό πρόλαβα να κάνω. Γενικά, δεν πρόλαβα. Με πρόλαβαν. Αλλοι. Εμένα. Αλλοι έκαναν. Σε μένα. Αλλοι έδρασαν. Προς εμένα. Αλλοι είπαν. Για μένα.

Νόρα Ράλλη

Το όνομά μου δεν έχει σημασία. Εσύ το ξέρεις, αγαπημένο μου ημερολόγιο, πως δεν είμαι καν ένας. Ούτε μία. Είμαι μία, μα άλλη. Ενας, μα άλλος. Αναγνωρίσιμος ως ξεχωριστός. Ανθρωπος; Ισως. Πάντως κάπως έτσι με βλέπουν, ειδικά όταν πρόκειται να δράσουν επάνω μου. Τότε βλέπουν πως έχω ανθρώπινα γεννητικά όργανα και τι μπορούν να κάνουν μ’ αυτά. Αναγνωρίζουν πως μιλάω και ανθρωπινά, δεν νιαουρίζω ούτε μουγκανίζω και αυτό τους ενοχλεί, γιατί μπορώ να μιλάω -δεν θέλουν. Αναγνωρίζουν και τη μυρωδιά μου. Και ‘γω αναγνωρίζω τη δική τους: φόβος.

Κάποιοι λένε -το ξέρεις καλά εσύ, αγαπημένο μου ημερολόγιο- πως η περιφρόνηση είναι η καλύτερη απάντηση στη μυρωδιά του φόβου. Ο φόβος φέρνει κακία -ως άμυνα; Λίγο μ’ ενδιαφέρει. Η κακία πονάει. Με πόνεσε. Ακόμη κι αν δεν της δώσεις σημασία, πονάει. Αλλά την περιφρόνηση στον πόνο που σου δημιουργούν δεν την αντέχουν -να τα λέμε κι αυτά. Δεν φαντάζεσαι πόσο δεν την αντέχουν! Λες κι όλη τους η ύπαρξη βασίζεται στο να δουν τον φόβο και στα δικά σου μάτια. Κάπως, σαν κάτι, κάπου να τους σηκώνεται εκείνη τη στιγμή: Η αυταρέσκεια; Η ικανοποίηση; Το λειρί; Το πουλί; Λίγο μ’ ενδιαφέρει. Και σαν δουν πως όλα τούτα δεν πιάνουν μία μέσα σου, πως δεν τους χρειάζεσαι για να σηκωθεί η δική σου αυταρέσκεια, ικανοποίηση, λειρί ή πουλί, τότε ή τα παρατάνε ή… Αυτό το «ή» το δεύτερο εμένα μ’ ενδιαφέρει. Γιατί αυτό με σκότωσε.

Ο δολοφόνος έμοιαζε φυσιολογικός: άντρας, ψηλός, νέος, πατριώτης, «κούκλος» (έτσι τον έλεγαν) και «τι τυχερή που είμαι» (έτσι μου έλεγαν). Κι απ’ τους κανονικούς -όχι καμιά παλιαδερφή. Και ευκατάστατος (αυτό πολύ μετράει ξέρεις). Σαν ελεύθερο πουλί πετούσε στους αέρηδες, πριν αποφασίσει πως επειδή έχει ένα από δαύτα κι εγώ δεν έχω, μπορεί να μ’ έχει ιδιοκτησία του. Στα μάτια τους, ασυναίσθητα σχεδόν, έμοιαζε συμπαθής. Ηταν και οικογενειάρχης βλέπεις. Αυτό δεν είπε; Πως το έκανε για το παιδί μας; Αναρωτιέμαι σαν μεγαλώσει η μικρή μου και μάθει (γιατί θα μάθει) πως ο πατέρας της έπνιξε τη μητέρα της στον ύπνο της και βασάνισε ώς θανάτου το σκυλί της, επειδή αυτός ήταν άντρας και ιδιοκτήτης κι εκείνη δεν ήταν άντρας δυνατότερος από ‘κείνον, αλλά γυναίκα και ιδιοκτησία και ήξερε και να μιλάει, ανθρωπινά και ίσως και να μιλούσε, οπότε απλά έγειρε πάνω της για να το βουλώσει η σκρόφα που ήθελε και να μιλάει… σαν η μικρή μου τα μάθει όλα τούτα, πώς θα νιώσει;

Ξέρω πώς θα νιώσει. Κάθε γυναίκα ξέρει. Η Δημήτρης απ’ τη Λέσβο ήξερε; Ισως. Ηθελε κι εκείνος να γίνει μάνα. Αγαπούσε τους μετανάστες, το τραγούδι, τα ζώα, τα παιδιά και τα χρώματα. Χάπια του έδωσαν γιατί αγαπούσε τους μετανάστες, το τραγούδι, τα ζώα, τα παιδιά και τα χρώματα. Πριν τα χάπια, του ξέρασαν κακία, κοροϊδίες και χλευασμό. Μετά τον σκότωσαν στη μέση του δρόμου και τον παράτησαν σαν παλιαδερφή που ήταν.

Χάπια έδωσαν και στον Αλαν Τούρινγκ. Που ιδιοφυΐα ήταν. Που τους υπολογιστές «γέννησε» (είδες πώς το λένε;). Που εξαιτίας του σώθηκαν εκατομμύρια ζωές κι έληξε νωρίτερα ο Β’ Παγκόσμιος. Τότε, σταμάτησε να ‘ν’ ιδιοφυΐα κι έγινε αδερφή. Ορμόνες του έδωσαν, βυζιά έβγαλε κι αυτοκτόνησε. Με ένα μήλο δηλητηριασμένο. Σαν τη Χιονάτη.

Χιονάτη και Κακιά Μάγισσα πρόσωπο ένα. Εμείς.

… να προσέχεις μικρούλα μου. Στην ερώτηση «τι θα γίνεις σαν μεγαλώσεις», μόνο εσύ να απαντάς για σένα. Ναι; Δεν είσαι η εικόνα τους. Ούτε καν η δική σου.

Με αγάπη,

Η μαμά σου.

.efsyn.gr