Κάψα και φόνος //του Ηρακλή Λογοθέτη

Κάψα και φόνος //του Ηρακλή Λογοθέτη

  • |

Το ανελέητο φως φέρνει σκοτοδίνες. Ο Ξένος του Καμύ, που εγκληματεί αναίτια, με τα μάτια τυφλά από ιδρώτα και θάμβος, θα μπορούσε αν ήξερε τον Κάλβο να κλείσει την απολογία του λέγοντας: Ο ήλιος κυκλοδίωκτος ως αράχνη μ’ εδίπλωνε και με φως και με θάνατον ακαταπαύστως. Το θάμβος μάλιστα, τα κύματα μιάς ζέστης αχνιστής και ο πυρετός, εντείνονται από το πύρωμα της σάρκας.

Ο αισθησιασμός παντρεύεται το φόνο με κουμπάρα την κάψα. Καταλαγιασμένο το χειμώνα, το αποδοκιμασμένο, στυφό κι ανεκδήλωτο πάθος, ανθίζει στο καμίνι του καλοκαιριού σαν άγριος στρύχνος. Σε μισοφωτισμένα δωμάτια επαρχιακών ξενοδοχείων, ανάστατοι σε νοτισμένα σεντόνια, παράνομοι εραστές ετοιμάζονται να σκοτώσουν ή να σκοτωθούν.

Με το ξημέρωμα στα ρυζοχώραφα, ανάμεσα στα στάχυα, με το σούρουπο, ή στους νυχτωμένους βάλτους, ξυπνούν και αναδεύονται ξεχασμένοι πόθοι. Πολλές νοικοκυρές, καλές και πράες γυναίκες, γίνονται νευρικές κι αδέξιες.

Καταλαμβάνονται από μια ανυπομονησία παράξενη που αδημονεί να βρει το στόχο της. Ακονίζουν μαχαίρια για το κρέας σε πνιγηρές κουζίνες, χωρίς να ’χουν στο μυαλό τους το μαγείρεμα ή σφίγγουν ανάμεσα στα ιδρωμένα πόδια τους το γουδοχέρι, για ν’ αποφύγουν να σκεφτούν το κεφάλι που θα ’θελαν να σπάσουν.

Κάτω στης Μαργαρίτας τ’ αλωνάκι, σαλταρισμένοι έφηβοι και κορίτσια σε φούντωση παραδίνονται σε υγρά όνειρα και ηδονικά επώδυνες, αιματηρές δαγκωνιές. Ο ύπνος τους, λέει ο Ελύτης, μυρίζει πυρκαϊά. Μα και οι άντρες, οι τελούντες εν βρασμώ, δεν πάνε πίσω. Με ταραγμένο νου, θολωμένοι απ’ την κουφόβραση, μαζεύουν τις προφάσεις με τσουγκράνες κι ανάβουν στ’ ακροχώραφα φωτιές. Να κάψουν, λένε, τα ξερόφυλλα— πολλά μαζεύτηκαν— ποιός ξέρει;
Γι αυτό αναχωρώ εσπευσμένα, αμέσως τώρα, μήπως και ξαναβρώ για λίγες μέρες έστω, τ’ αθώα παιδικά μου καλοκαίρια.

Σχόλια (0)

Το email σας δεν θα δημοσιευθεί.