Ο πολιτισμός, ο πόλεμος, το ψυχιατρείο

Ο πολιτισμός, ο πόλεμος, το ψυχιατρείο

  • |

Λιακάδα χθες, ύστερα από δέκα μέρες, στο Μελτέμι, στα αγαπημένα Χανιά. Προηγήθηκε η επίσκεψη στο Φαγκότο, με καλή παρέα και φυσικά τον [συνάδελφο] Γιάννη και τον αειθαλή και γενναιόδωρο Πέτρο, που ακόμη ηνιοχεύει στο μπαρ, με γλυκύτητα αλλά και αυστηρότητα πλέον σε όσους αδιαμαρτύρητα υποστηρίζουν, άκριτα, τον δυτικό πολιτισμό -οι μεγαλύτεροι υποκριτές λέει [και συμφωνεί η ομήγυρις, όχι ακριβώς όλη].

Γιώργος Σταματόπουλος

Επειτα από τηλεφώνημα στον Χάρη, που ζει στο Κολυμπάρι, μισή περίπου ώρα από τα Χανιά, αποφασίζουμε και βρισκόμαστε στο Μελτέμι του κυρίου Γιάννη, που πάντα μας υποδέχεται με ανοιχτή αγκαλιά. Ο λόγος του Χάρη πάντα καίριος, ευθύβολος, κριτικός προς πάσα κατεύθυνση και ιδεολογία. «Ποτέ, κανένας πολιτισμός -λέει- δεν απέτρεψε έναν πόλεμο, ποτέ κανένας πολιτισμός δεν αναπτύχθηκε ερήμην του πολέμου, ποτέ κανένας στίχος, κανένα μυθιστόρημα δεν κινητοποίησε τις μάζες κατά του πολέμου, ποτέ κανένας πολιτισμός δεν αναπτύχθηκε χωρίς αθώους νεκρούς, ποτέ κανένας ηγέτης, ξεκινώντας τον πόλεμο, δεν έλαβε υπόψη του τους ανθρώπους της τέχνης. Τα γράμματα και οι τέχνες έρχονται εκ των υστέρων να απαλύνουν την κτηνωδία του πολέμου -είναι κάτι σαν το άλλοθι των αλλοπαρμένων και στυγνών πολεμοχαρών ηγετών του κόσμου τούτου, σε όλες τις εποχές της Ιστορίας».

Είχαμε πολύ καιρό να βρεθούμε και είπαμε πολλά. Ηταν να είναι μαζί μας φίλος ψυχίατρος, αλλά έχασε τον αδελφό του [θερμά συλλυπητήρια] και έπρεπε να φύγει για Αθήνα.

Και αφού δεν ήταν εκεί, με παρακάλεσε ο Χάρης να του αφηγηθώ την ιστορία που μου είχε πει ο φίλος γιατρός ενόσω ήταν διευθυντής στο Ψυχιατρείο Χανίων -πρωτοστάτης στην αποασυλοποίηση. -Ισως την έχω ξαναπεί, λέω, δεν πειράζει μου λέει. Καλώς.

Μιλάει ο γιατρός: «Καμιά φορά, θέλοντας να πάρω μια ανάσα, πήγαινα στο πίσω προαύλιο του ιδρύματος και έπινα έναν καφέ, χωρίς να δίνω και μεγάλη σημασία στους προαυλιζόμενους. Κάποια, όμως, στιγμή, το βλέμμα μου έπεσε σε έναν ασθενή που είχε κολλήσει στον τοίχο και μέσα από μια μικρή τρύπα κοίταζε έξω -έμενε εκεί αρκετή ώρα. Δεν θεώρησα ότι κάτι συνέβαινε. Μετά από μια βδομάδα, ξαναπήγα στο ίδιο μέρος. Εκτυλίχθηκε ακριβώς το ίδιο σκηνικό. Μπα, λέω και ξεκινάω να πάω προς το μέρος του, όμως κάπως με αντιλαμβάνεται και αποχωρεί. Σταμάτησα κι εγώ.

»Πέρασε καιρός πολύς και είχα ξεχάσει το περιστατικό. Κάποια στιγμή, κουρασμένος πήγα και πάλι στο ίδιο σημείο. Ο ασθενής ήταν πάλι εκεί, προσηλωμένος και αφοσιωμένος στη μικρή του τρύπα. Με έσφιξε η περιέργεια. Οταν άρχισαν να μαζεύονται στα δωμάτιά τους, έτρεξα να δω τι ήταν πίσω από εκείνη την τρύπα. Απογοητεύθηκα. Τίποτα. Ενα μαύρο σκοτάδι. Ποιος ξέρει, λέω μέσα μου. Οταν, όμως, ξανασυνέβη, δεν άντεξα και πήγα γρήγορα κοντά του και του μίλησα. “Μπορείς, σε παρακαλώ, να μου πεις τι βλέπεις;”, τον ρωτάω και μου παραχωρεί τη θέση του. Προσποιούμαι ότι το κάνω πρώτη φορά. “Μα, δεν βλέπω τίποτα”, του λέω, “μόνο σκοτάδι”. Και με ένα αγέρωχο, άγριο σχεδόν ύφος, γυρίζει και μου λέει: “Ρε γιατρέ, είσαι με καλά σου; Δεν βλέπω εγώ τίποτα, που κοιτάω τρία χρόνια, θα δεις εσύ με μία φορά;”».

efsyn.gr