Η θεια μ’ η Αμερσούδα

Η θεια μ’ η Αμερσούδα

  • |

«Λίγο να ξύσεις κάτω από την επιφάνεια, βγαίνει μάκα. Αυτό είναι το αισιόδοξο σενάριο. Μη βγει αίμα να φοβάσαι»… Πάω και πέφτω όμως κι εγώ ρε φίλε! Μα τι διάολο; Με τη μυρωδιά με παίρνουν χαμπάρι;

Πρωινό στις Βρυξέλλες, σε δημοσιογραφική αποστολή στο Ευρωκοινοβούλιο. Είχα λίγο ελεύθερο χρόνο, πήγα σαν όλο το τουριστομάνι (μη χάσω!) να πάρω τσοκολατάκια. Μπαίνω στο πρώτο μαγαζί που μου γυάλισε κάπως στο μάτι. Ωραία βιτρίνα, πρωτότυπος διάκοσμος. Εργαζόμενοι μόνο άνδρες, βλοσυροί, με ένα αχνό χαμόγελο που έπεται του αρχικού σκαναρίσματος, απ’ τα πάνω ώς τα κάτω, του πελάτη. Πίσω μου, ένας κύριος μιας κάποιας ηλικίας και ενός κάποιου διανοητικού κύρους (όπως έκρινα, ορθώς τελικά, από το καπέλο και τα γυαλάκια του α λα Ηρακλής Πουαρό). Αρχίζω να ρωτάω τιμές και γεύσεις.

Νόρα Ράλλη

Ξαφνικά, ο υπάλληλος (που μόλις είχε πιάσει δουλειά, 12 το μεσημέρι, γιατί τότε ανοίγουν τα περισσότερα μαγαζιά – κατά τ’ άλλα οι Ελληνες είμαστε οι τεμπέληδες!) έστρεψε το βλέμμα του μακριά από μας. Το πρόσωπό του άλλαξε τελείως. Τόση εντύπωση μου έκανε που γύρισα να δω τι είδε! Προς στιγμήν, πίστεψα πως είδε τον ίδιο τον Μητσοτάρχα, καθώς ήταν Βρυξέλλες για τη σύνοδο κορυφής και σκέφτηκα «αυτό μου έλειπε!». Δεν ήταν ο δικός μας. Ενας μαυρούκος ήταν, με το τζινάκι του κι ένα σακίδιο. Για πότε τον ξαπόστειλε -με τη βορειοευρωπαϊκή «ευγένεια» ανά χείρας ο υπάλληλος- ήταν το κάτι άλλο. Λες κι επρόκειτο για τον πλέον διαβόητο εγκληματία, με συντονισμένο σχέδιο να του μαγαρίσει τα σοκολατάκια.

Ο Πουαρό πίσω μου κατάλαβε. Ισως γι’ αυτό μου πέταξε την εν λόγω ατάκα – για να καταλάβω κι εγώ. Και κατάλαβα.

Πέρα από τουρίστες και χαρτογιακάδες των Βρυξελλών, η πόλη είναι γεμάτη μαύρους και άστεγους. Οι δεύτεροι ξεμυτίζουν κυρίως το βράδυ. Οι πρώτοι αποτελούν ένα μεγάλο κομμάτι -αν όχι την πλειονότητα- των ντόπιων. Κι όμως. Σχεδόν και τους δυο, με τον ίδιο τρόπο τούς αντιμετωπίζουν. Ακόμα. Εχουν παράδοση βλέπεις… Εξ ου και η εν λόγω ατάκα.

Σοκολατάκια δεν πήρα. Στο μυαλό μου ήρθε η συγκλονιστική φωτογραφία μιας Αγγλίδας, μέλους ιεραποστολικής αποστολής (τι άλλο;) που τότε, έναν αιώνα πριν, το 1904, απαθανάτισε τον Νσαλά. Πατέρας ενός πεντάχρονου κοριτσιού ήταν. Μποαλί την έλεγαν. Θανατώθηκε από τους μισθοφόρους του Λεοπόρδου του Β’, βασιλιά του Βελγίου, στα τέλη του 19ου αιώνα. Ο Νσαλά κοιτούσε τα ακρωτηριασμένα μέλη της Μποαλί. Ηταν η τιμωρία του επειδή δεν κατάφερε να συλλέξει την ποσότητα καουτσούκ που του αναλογούσε για τον αποικιοκράτη βασιλιά.

Μία Ελλάδα σφαγιάστηκε για τον ίδιο λόγο τότε. Δέκα εκατομμύρια Αφρικανοί. Εναν αιώνα πριν. Στο Κονγκό, που τότε ήταν ιδιωτική περιουσία (ιδιωτική!) του Λεοπόρδου. Τα παλάτια μπαρόκ, τίγκα στο χρυσό και το στολίδι -βλέπε «η χαρά της Πατούλαινας»- που φωτογραφίζει το τουριστομάνι στις Βρυξέλλες, είναι αποτέλεσμα του πλούτου που μάζευε ο βασιλιάς, διαπράττοντας ένα από τα μεγαλύτερα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας: το πρόγραμμα -βλέπε «η χαρά του Χίτλερ»- που εφάρμοσε τότε στο Κονγκό δεν είχε ταίρι σε βαναυσότητα και κτηνωδία. Αυτή που μόνον οι λευκοί ξέρουν να εφαρμόζουν…

Για να φτάσουμε στο 2022 και να βλέπω τον επίσης λευκό σοκολατοϋπάλληλο να κοιτά, με παρόμοια λευκή σαχλοανωτερότητα, τον μαυρούλη που μπήκε στο μαγαζί του.

Σ’ αυτή την πόλη, με τα αιματοστολισμένα παλάτια και τις γέφυρες γεμάτες αστέγους, σε οικτρή κατάσταση, σ’ αυτή τη χώρα όπου ακόμα έχουν βασιλιά (!), εδράζεται το κέντρο της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Εκεί λαμβάνονται οι αποφάσεις, εκεί εξάγεται η εξουσία, εκεί μοιράζεται το χρήμα – όπως στα καζίνα που υπάρχουν στο κέντρο της πόλης, με τη διαφορά ότι εδώ η τράπουλα είναι σημαδεμένη.

Σαν βράδιασε, με έκπληξη είδαμε να προβάλλεται σε έναν τοίχο ψηλά η εικόνα μιας ηλικιωμένης κυρίας, με μπαστούνι και νυχτικιά, ως εικαστικό δρώμενο. Ιδια η θεια μ’ η Αμερσούδα!

Αυτήν, που τρία βρακιά φορεί, κι ώσπου να λύσει το ένα, τα δυο τα κατουρεί…

efsyn.gr

Σχόλια (0)

Το email σας δεν θα δημοσιευθεί.