Νοσταλγία για μικρές συνήθειες

Νοσταλγία για μικρές συνήθειες

  • |

Περνάω, μετά από τρεις μήνες (!), το κατώφλι της εφημερίδας. Κάτι ο κορονοϊός, κάτι προσωπικά προβλήματα δεν μου επέτρεπαν να περάσω, ούτε ένα γεια να πω στους συναδέλφους, που δεν άφησαν στιγμή τα πόστα τους, με αυταπάρνηση θα έλεγα. Λίγοι οι συνάδελφοι στα γραφεία -ισχύει ακόμη η «εθελοντική» οικουρία [εξαναγκαστική είναι αλλά τι να κάνουμε, πρέπει να προσαρμοστούμε στις ιατρικές εντολές].

Γιώργος Σταματόπουλος

Τόση μακρά απουσία φέρει στην επιφάνεια συμπαθητικά «πράγματα» [σκέψεις και συναισθήματα νοσταλγικά αλλά χαλαρωτικά] τόσο για την εφημερίδα, που, τελικά, είτε το θέλουμε είτε όχι, είναι το δεύτερο σπίτι, όσο και για τους συναδέλφους, αλλά και για τον χώρο έξω από την εφημερίδα, κυρίως στην πλατεία Καρύτση. Γιατί οπωσδήποτε πρέπει να περάσεις από την πλατεία, προτού πας στα γραφεία, να πιεις τον καφέ σου ή να πάρεις το απεριτίφ σου.

Καθόμαστε. Εναβρυνόμεθα. Γλυκαίνουν οι στιγμές και πρέπει να επιμείνουμε σ’ αυτές, να τις επιμηκύνουμε, ή να τις κρατήσουμε σφιχτά, μη φύγουν πάλι -αλλά και αυτό το λίγο τους [των στιγμών] ευεργετικό είναι.

Γεμάτο το γραφείο με βιβλία και προσκλήσεις διάφορες. Καλό είναι αυτό. Τα ξεφυλλίζω βεβαίως και σκοντάφτω με τη σειρά μου στον σκωπτικό, αλλά πάντα τρυφερό λόγο του εκδότη του περιοδικού λόγου και τέχνης «Παρέμβαση» της Κοζάνης Βασίλη Καραγιάννη, σχετικόν με τον εγκλεισμό και τις αναποδιές του ή και τις εξορύξεις του [διότι πολλά συνέβησαν αυτήν την τραυματική περίοδο, αρνητικά τα πλείστα αλλά και μερικά αξιοπερίεργα θετικά, όπως π.χ., η καινούργια ματιά στο σπιτικό μας, σ’ αυτό που πολλές φορές νομίζουμε ότι μας φυλακίζει -τελικά είναι πολλά αυτά που αγνοούμε και μέσα στο σπίτι αλλά και στις πλατείες που συχνάζουμε. Το κακό είναι ότι αγνοούμε ότι αγνοούμε -να ’ταν, λέει, αυτό, γνώση.

Διαβάζω λοιπόν: «Ταξιδιώτης ένδον ανακαλύπτω στο σπίτι γωνιές, ευθείες, ανοιχτωσιές, παράθυρα ξεχασμένα, φωλιές πολυθρόνας, καναπέδων άφεση, κουζίνας εγκώμιον, μπαλκόνι απρόσιτο ότι ακόμη εδώ χιονίζει, χώροι και τρόποι που θεωρούσα δεδομένης και αμετάκλητης ρουτίνας. Εδάφη οικόσιτα που παραμελούσα τόσο καιρό θέλω τώρα να τα ξαπλώσω, να κυλιστώ, να τα υπάρξω ως αίσθηση σώματος. Αρχισα να ξαραδιάζω βιβλία της πίσω σειράς της βιβλιοθήκης. Τα πιο αδικημένα, ότι δεν υπάρχουν στην συν-ανα-ζήτηση.

Την πρώτη σειρά μονοπωλούν διαχρονικές αγάπες ελληνικές και ξένες. Τα κοιτώ ως μια ύλη μνήμης με κοιτούν αθώρητα. Είναι οι πίσω μας σελίδες οι κρυφές. Σκληρή αίσθηση απώλειάς τους…».

Ετσι και στο γραφείο. Τα πάντα φαίνονται καινούργια. Η στενότητα χώρου και οι στοίβες βιβλίων, που εμποδίζουν τις κινήσεις, παύουν να ενοχλούν. Να ’ναι η δύναμη της συγκίνησης; Ακόμη και τα πεζοδρόμια διαφορετικά φαντάζουν, πιο όμορφα, πιο… πλακόστρωτα -σε τρελαίνει αυτή η νέα ματιά, αυτό το νέο βάδισμα· σαν να δημιουργείς νέα, δική σου πραγματικότητα, ξέροντας ασφαλώς ότι σε λίγο θα ξυπνήσεις σε αυτήν που ζώνει όλους μας -και είναι τόσο διαφορετική, τόσο πιο στρυφνή και ζόρικη.

Και μόνο που ξαναδίνει κανείς σημασία στις συνήθειές του, στο στερεοτύπως ευτελές και στο ασήμαντο [τίποτα δεν είναι ευτελές και ασήμαντο], αξίζει να το μεταδώσει, να το μοιραστεί -και ας είμαστε όλοι τόσο κουρασμένοι και λίγο απογοητευμένοι.

efsyn.gr/

Σχόλια (0)

Το email σας δεν θα δημοσιευθεί.