Millenium

Millenium

  • του Απόστολου Κυρίτση
    ——————–————–—-

Να το περάσεις στην Πράγα
την πόλη των εκατό πύργων
μ’ ένα κοστούμι Armani
ένα ζευγάρι δηλητηριώδη μανιτάρια στο πιάτο
κι ένα ποίημα του Κόλεριτζ στην τσέπη
στρίβοντας
από ένα εξαίσιο παρελθόν
σ’ ένα εξαίσιο μέλλον
δύο χιλιάδες χρόνια τζάζ
άσπλαχνος ο Θεός
μπορεί
αλλά το ξέραμε απ’ την αρχή
κλείνω τα μάτια μου
μια σκοτεινή θάλασσα
μια σύνθεση σε κόκκινο
ένα μαργαριτάρι
κάποτε
χιλιάδες χρόνια πριν
ένα ξωτικό ψιθύρισε λοξά στον ύπνο του Τζαρά
κι από τότε
σταματημένο το ρολόι της ιστορίας
φλυαρεί ασταμάτητα
τα ψέματα, οι μικρές καλές συνήθειες
εύκολο, εύκολο το μέλλον
στο συρτάρι
ένα ανοιγμένο γράμμα
και το εσώρουχο της πριγκίπισσας
η δευτέρα παρουσία ανεβλήθη
λοξά μες στον καθρέφτη
σιδερόφραχτες στρατιές κι ελέω Θεού λόγχες
κινούνται αργά
βηματίζουν στην λάσπη

Ίσιωσε λοιπόν την γραβάτα σου
και προχώρα Ευρώπη
προς τα πού μη ρωτάς
χαμογελώντας αισιόδοξα μπροστά στα φλας
αφηρημένη σαν τέχνη
που αποκάλυψε το μυστικό της πρόωρα
συγκεκριμένη σαν παιγνίδι συνειρμών
παραπατώντας σε χαλί βυσσινί
σε μια σκηνή που επαναλαμβάνεται
όλα εφήμερα
η θεωρία της σχετικότητας θριαμβεύει
τρέξε σπίτι τρέξε
σαν απ’ τα δόντια πιασμένη
η μέρα η χτεσινή
μια εικασία το αύριο
εδώ κι εκεί πατημασιές πάνω στο χιόνι
ο Κυανοπώγων
δεν υπήρξε
δεν υπάρχει
ούτε τα προ Χριστού δάση
ελαφρύ το χρυσάφι σου στην ζυγαριά
μια πέτρα πέφτει μέσα στο ποτάμι
ένα ρολόι που
τριανταμία Δεκεμβρίου ώρα δωδεκάτη
σταματά
βρέχει
διάστικτος ο ουρανός
στους τοίχους
αποχρωματισμένη η θλίψη
μέσα στο βράδυ
ο λαιμός της Ιοκάστης τρυφερός
σαν ελληνικός στίχος
πάνω στα σκοτεινά νερά του Δούναβη
προχώρα
μ’ ένα τριαντάφυλλο στην δεσποινίδα
του ξενοδοχείου Renaissance
μ’ ένα τελευταίο τσιγάρο
συντροφιά με το τέρας
στον ουρανό μπλε σπίθες
μακρυά χλωμά δάχτυλα
από ένα πίνακα του Γκρέκο
στο πλακόστρωτο
ο λυγμός της Οφηλίας
ένα βιολί
περασμένες δώδεκα
ένα κραγιόν ξεχασμένο
στην τουαλέτα των γυναικών
στην αποθήκη ένας παράφρων
και στο υπόγειο
δίπλα στον καυστήρα
το φάντασμα του Ηρόστρατου