Αλλαγές κι απάνω τούρλα!

Αλλαγές κι απάνω τούρλα!

Καθώς κατακάθεται ο κουρνιαχτός του ντέρμπι των αιωνίων, ο Βασίλης Σκουντής ρίχνει κι άλλο νερό στο μύλο της κουβέντας για την τακτική, εστιάζοντας σε μια αμυντική τακτική που αποτελεί ευχή και κατάρα στο σύγχρονο μπάσκετ.

Eίχαν περάσει λίγοι μήνες μετά τη δραματική πολιτική αλλαγή που συντελέσθηκε στην Ελλάδα στις 18 Οκτωβρίου του 1981, το (μετέπειτα βαθύ, που λένε) ΠΑΣΟΚ διάνυε τους πρώτους μήνες του στην εξουσία, το σύνθημα της υπεσχημένης αλλαγής κυριαρχούσε στην καθημερινότητα μας και ακριβώς τότε ο Σταμάτης Φασουλής παρουσίαζε επί (θεατρικής) σκηνής μια σατιρική επιθεώρηση που έσπασε τα ταμεία…

Λεγόταν «Αλλαγή κι απάνω τούρλα» και αυτό ακριβώς το έργο παίζεται πια κατά κόρον και στην μπασκετική σκηνή!

Απλώς εδώ χρειάζεται η μετάβαση από τον ενικό στον πληθυντικό, ώστε ο τίτλος να ταιριάζει γάντι στην αμυντική τακτική που ακολουθούν οι περισσότερες ομάδες απέναντι στα pick n’ roll…

Κοινώς, αλλαγές κι απάνω τούρλα!!!

Η υπόθεση δεν είναι νεοφανής και ο Πασκουάλ με τον Σφαιρόπουλο δεν ανακάλυψαν την Αμερική, τον τροχό και την πυρίτιδα την περασμένη Παρασκευή, όταν όντως οι αλλαγές στα μαρκαρίσματα πήγαν σύννεφο: και εάν τούτη η τακτική είναι προσφιλής, συνηθισμένη και αναμενόμενη (όσο ότι ο ήλιος θα βγει από την Ανατολή) στον Παναθηναϊκό, δεν συμβαίνει το ίδιο και στην αντίπερα όχθη…

Τη χρησιμοποιεί και ο Ολυμπιακός, όχι όμως ως πρωτεύουσα τακτική, αλλά περισσότερο ως εναλλακτικό σχέδιο σε καταστάσεις στις οποίες προσπαθεί να ξεφύγει από τα σχοινιά, ωστόσο στο ντέρμπι της Ευρωλίγκας αυτή έμελλε να εξελιχθεί σε καταλυτικό παράγοντα της μεγάλης νίκης του, ιδίως στις φάσεις στις οποίες ο Γιώργος Πρίντεζης βρέθηκε να μαρκάρει τον Νικ Καλάθη!

Τι σόι πράγμα λοιπόν είναι αυτές οι περιλάλητες αλλαγές σε όλα τα σκριν, που έχουν καταστεί η βασική και πάντως μια πολύ συνηθισμένη αμυντική επιλογή όλων των ομάδων του πλανήτη;

Σε μια τόσο απλή, ώστε να μοιάζει απλοϊκή, περιγραφή, πρόκειται για την τακτική των ομάδων να αλλάζουν παίκτες στα μαρκαρίσματα, ανεξαρτήτως ύψους και όγκου, με αποτέλεσμα οι κοντοί να πέφτουν πάνω στους ψηλούς και τούμπαλιν.

Αλλά, πίσω από αυτή την απλοϊκή περιγραφή, υπάρχει μια ολόκληρη επιστήμη και επίσης παρατηρείται πλέον ένας προσηλυτισμός των προπονητών σε αυτό το τριπάκι, που δεν είναι καινούργιο. Ισα ίσα το έργο παίζεται από παλιά και πάντως έγινε το «talk of the town» τον Απρίλιο του 1999 στο Μόναχο, όταν η made in USA Ζαλγκίρις Κάουνας εμφανίστηκε σαν ξωτικό και στέφθηκε πρωταθλήτρια Ευρώπης, νικώντας στον ημιτελικό τον Ολυμπιακό και στον τελικό την Κίντερ Μπολόνια.

Ως made in USA δεν εννοώ την καταλυτική παρουσία του Τάιους Εντνι και του Αντονι Μπούι (που αργότερα τους είδαμε στην Ελλάδα, τον μεν με τον Ολυμπιακό, τον δε με την ΑΕΚ, τον Αρη και τη Νήαρ Ηστ). ούτε το γεγονός ότι ο Τσέχος Τζορτζ Ζίντεκ ήταν αμερικανοθρεμμένος έχοντας αγωνισθεί τόσο στο ΝCAA (και μάλιστα το 1995, παρέα με τον Εντνι κατέκτησε τον τίτλο με το UCLA) όσο και στο ΝΒΑ.

Σε εκείνο το Final 4 λοιπόν η Ζαλγκίρις με τον (μετέπειτα προπονητή του Ολυμπιακού και της Εθνικής Ελλάδος) Γιόνας Καζλάουσκας κατέλαβε εξαπίνης τους αντιπάλους της με αυτή την απροσδόκητη άμυνα, που είχε τις καταβολές της στο… πινακάκι του Ντον Νέλσον. Στην άκρη του πάγκου της

λιθουανικής ομάδας, όπως και της Εθνικής καθόταν το… Νελσονάκι, ο γιος του προπονητή των Ντάλας Μάβερικς, ο οποίος είχε γράψει ιστορία δέκα χρόνια νωρίτερα στους Γκόλντεν Στέιτ Γουόριορς με όχημα το Run TMC ή «Νellie Ball», που έπαιξε με άξονες τον Τιμ Χαρνταγουέι, τον Μιτς Ρίτσμοντ και τον Κρις Μάλλιν από τα αρχικά των μικρών ονομάτων των οποίων προέκυψε και η συντετμημένη κωδική ονομασία αυτής της επιθετικής πατέντας.

Ο υιός Νέλσον υπήρξε ο ηθικός αυτουργός των αλλαγών στα σκριν, τις οποίες οι Λιθουανοί είχαν αρχίσει να τις εφαρμόζουν με το που εμφανίστηκαν στη σκηνή ως ανεξάρτητη χώρα. Προς επίρρωσιν τούτου λειτουργεί η προσωπική μαρτυρία του Κώστα Πετρόπουλου, ο οποίος το 1999 στο Μόναχο μου είχε πει ότι «αυτές τις αλλαγές τις είδαμε για πρώτη φορά το 1993 στο Τουρνουά Εφήβων «Αλμπερτ Σβάιτσερ» στο Μανχάιμ και έκτοτε τις εφαρμόζουν όλες οι λιθουανικές ομάδες».

Υπάρχει επίσης η μαρτυρία του Γιάννη Ιωαννίδη που μετά από ενάμιση μήνα επέπρωτο να επιστρέψει στον πάγκο του Ολυμπιακού αντί του Ιβκοβιτς: «Όλα αυτά τα είχε αναλύσει ο μπαμπάς Νέλσον το 1995 στο σεμινάριο της Αθήνας. Οι αλλαγές στα μαρκαρίσματα σε όλα τα σκριν αποτελούν τον άξονα της αμυντικής φιλοσοφίας του και την κληροδότησε στον γιος του που την εφαρμόζει με τους Λιθουανούς».

Το οξύμωρο σχήμα της υπόθεσης είναι ότι εκείνη την εποχή οι αλλαγές στα σκριν τελούσαν υπό αμφισβήτηση και θεωρούνταν παρωχημένη τακτική στο ΝΒΑ. Στα τέλη της δεκαετίας του ’90 επικρατούσε η άποψη του Πατ Ράιλι η οποία εδραζόταν στην αρχή της ατομικής ευθύνης, υπό την έννοια ότι εφόσον απαγορεύεται η ζώνη, κάθε παίκτης πρέπει να χρεώνεται με 108 έναν συγκεκριμένο αντίπαλο με εξαίρεση τις παγίδες απέναντι στις οποίες μπορούν να εφαρμόζονται οι αλλαγές.

Κάποιοι προπονητές εκείνη την εποχή πρέσβευαν ότι οι αλλαγές συνιστώνται μόνο στην άμυνα εναντίον pick n’ roll, ενώ ο Νέλσον γενίκευε την υπόθεση και δεν έπαιζε τίποτε άλλο! Οι περισσότεροι πάντως θεωρούσαν συμπτωματικά και όχι τακτική στόχευση αυτά τα ανάρμοστα ζευγάρια στην άμυνα, ενώ και ο Ξανθός ήταν φανατικός πολέμιος τους, αλλά υπέκυψε μια φορά στον πειρασμό.

Πού, πότε και πώς; Στο All Star Game του 1996 στην Πάτρα, όπου για πλάκα έβαλε στην ίδια πεντάδα τον Φραγκίσκο Αλβέρτη, τον Αρτούρας Καρνισόβας και τον Πέτζα Στογιάκοβιτς και τους ζήτησε να αλλάζουν σε όλα τα σκριν!!!

Χάρη σε αυτή την άμυνα της με τις αλλαγές, το over play, τις παγίδες και το deny η Ζαλγκίρις ξεχαρβάλωσε το περιβόητο flex του Ιβκοβιτς, ενώ στον τελικό (όπως είχε σχολιάσει ο «Νουρέγιεφ») «επέτρεπαν στους Ιταλούς να κάνουν το pick, αλλά όχι και το roll»!

Από τότε πέρασαν δέκα εννέα χρόνια και οι αλλαγές στα σκριν αποτελούν όχι την εξαίρεση όπως τότε, αλλά τον κανόνα. Ιδού η εμπεριστατωμένη άποψη του μεγάλου θεωρητικού του ελληνικού μπάσκετ, Θεόδωρος Ροδόπουλος, ο οποίος (αρχής γενομένης από τη θητεία του στη ΧΑΝΘ) έχει παίξει σημαντικό ρόλο σε όλα τα δρώμενα της τακτικής τα τελευταία πενήντα χρόνια…

«Οι αλλαγές παίζονταν εδώ και δεκαετίες, απλώς τώρα οι προπονητές επιλέγουν να τις κάνουν σε όλα τα σκριν. Στο ΝΒΑ δύσκολα ένα πεντάρι θα βρεθεί να μαρκάρει τον αντίπαλο πόιντ γκαρντ, ενώ στο NCAA ισχύει η αρχή «ίδια ύψη, άλλες αλλαγές». Βεβαίως οι Αμερικανοί ευνοούνται σε αυτή την τακτική, διότι διαθέτουν εκρηκτικούς γκαρντ με γρήγορα πόδια, όσο για την Ευρώπη αυτή η τακτική διαδόθηκε πολύ από τότε που εισήχθη ο κανόνας των 24 δευτερολέπτων στην επίθεση και οι ομάδες αισθάνθηκαν ότι έπρεπε να λαμβάνουν δραστικές πρωτοβουλίες στο παιχνίδι τους, μέσω της άμυνας».

Πριν από χρόνια σε ένα σεμινάριο στη Θεσσαλονίκη, ο «Τεντ», όπως τον προσφωνούν φιλικά οι Αμερικανοί συνάδελφοι του, άφησε με ανοικτό το στόμα τους ακροατές του. Ηταν τότε που εάν δεν λάνσαρε ο ίδιος, ανέλυσε με πλήρη και περιγραφικό

τρόπο στον πίνακα την αλληλουχία «Big Ιn, Small out» πάνω στην οποία εδράζονται οι αλλαγές. Τότε κάμποσοι προπονητές τον κοίταξαν με μισό μάτι, κάποιοι μάλιστα γελούσαν, αλλά προϊόντος του χρόνου αυτή η αρχή υιοθετήθηκε από κόσμο και κοσμάκη.

Προτού γράψω αυτό το κείμενο, με αφορμή τη μεγάλη κουβέντα που άνοιξε την Παρασκευή, μίλησα με δυο ανθρώπους τους οποίους εμπιστεύομαι τυφλά στην ανάλυση της τακτικής. Ο ένας είναι ο γκουρού Θόδωρος Ροδόπουλος και ο άλλος ο Ηλίας Ζούρος, του οποίου την κατάρτιση θεωρώ μοναδική, αλλά δεν είναι αυτό το ζητούμενο στην προκειμένη περίπτωση…

«Εγώ πιστεύω ότι οι αλλαγές στα σκριν έχουν περισσότερα μειονεκτήματα παρά πλεονεκτήματα» σχολιάζει ο Ροδόπουλος. «Με αυτή την τακτική μια άμυνα δεν αφήνει την μπάλα να κυκλοφορήσει εύκολα, ενώ παρεμποδίζει τις close out επιθέσεις. Στον αντίποδα υπάρχουν δυο σοβαρά ρίσκα: να κληθεί ένας παίκτης να μαρκάρει αντίπαλο που δεν τον έχει μελετήσει και επίσης να χαθεί η προσωπική αμυντική ευθύνη. Ασφαλώς η υπόθεση δεν είναι μονοδιάστατη, διότι σχετίζεται και με το πώς μια ομάδα παίζει το λεγόμενο deny, δηλαδή την άρνηση στην πάσα, είτε με πρόσωπο, είτε με πλάτη προς την μπάλα κοκ. Εάν μια ομάδα επιλέξει να παίξει άρνηση με πρόσωπο προς την μπάλα, τότε ο παίκτης βρίσκεται μπροστά και αυτό διευκολύνει την αλλαγή στο σκριν. Αυτή η υπόθεση είχε γίνει αντικείμενο μεγάλης συζήτησης, εν είδει debate στην Αμερική, στις αρχές της δεκαετίας του ’80 με αφορμή την τακτική του Μπόμπι Νάιτ με τον Μάικλ Τζόρνταν ».

Σε κάθε περίπτωση ο βετεράνος προπονητής αναγνωρίζει ότι αυτή η άμυνα ανέτρεψε άρδην τα δεδομένα του ευρωπαϊκού μπάσκετ τα τελευταία χρόνια. «Διαφοροποιήθηκαν το σκεπτικό, η προσέγγιση και το δόγμα των προπονητών και ουσιαστικά αυτή η τακτική είχε ως αποτέλεσμα να… κοντύνει το μπάσκετ. Να για παράδειγμα θυμάμαι πώς ο Ομπράντοβιτς οδήγησε τον Παναθηναϊκό στην κατάκτηση του τίτλου το 2002 στην

Μπολόνια; Με σέντερ φορ τον Μίντλετον που μπορούσε να κάνει άριστα αυτή τη δουλειά. Εν κατακλείδι θα έλεγα ότι το ρολόι των 24 δευτερολέπτων έφερε τις αλλαγές στα σκριν και οι αλλαγές στα σκριν επέφεραν την αλλαγή του μπάσκετ».

Ο Ηλίας Ζούρος συμφωνεί και επαυξάνει, άλλωστε είναι ένας προπονητής που έχει επηρεασθεί σε μεγάλο βαθμό από την μπασκετική κοσμοθεωρία του Ροδόπουλου…

«Πρώτα απ’ όλα πρέπει να διευκρινισθεί ότι οι αλλαγές δεν είναι μονές ή διπλές, αλλά τουλάχιστον τριπλές. Ο στόχος αυτής της άμυνας είναι να προκαλέσει σύγχυση στην επιτιθέμενη ομάδα και να την αναγκάσει να χάσει χρόνο στο διάβασμα των mismatches και στην επιλογή της» εξηγεί ο προπονητής της Εθνικής Γεωργίας.

«Για να παίξει μια ομάδα άμυνα με αλλαγές πρέπει να διαθέτει παίκτες με αθλητικά προσόντα, που άλλωστε είναι εκ των ων ουκ άνευ στο σύγχρονο μπάσκετ σε υψηλό επίπεδο. Οι αμυνόμενοι προσπαθούν να μπερδέψουν τους επιτιθέμενους κυρίως στο εάν θα σημαδέψουν το εσωτερικό ή το εξωτερικό mismatch και στο εάν το close out θα εκδηλωθεί από τη δυνατή ή την αδύνατη πλευρά».

Ο Ζούρος είναι κατηγορηματικός σε ό,τι αφορά τις αρνητικές παρενέργειες αυτής της άμυνας. «Στην πορεία, όσο περνούν τα δευτερόλεπτα, αυτή η άμυνα κινδυνεύει να χάσει την επιθετικότητα, τη συγκέντρωση, τη σκληρότητα και κυρίως την υπευθυνότητα της. Τι εννοώ με το τελευταίο; Οτι πάνω στις αλλαγές κάποιος παίκτης μπορεί να ρίξει την ευθύνη στον συμπαίκτη του, επειδή δεν ανταποκρίθηκε σωστά στη δική του αλλαγή».

Εδώ χρειάζεται να ανοίξω μια παρένθεση για να τονίσω ότι δεδομένης της εξάπλωσης και της δημοφιλίας του pick n’ roll οι αλλαγές στα σκριν ήρθαν να προστεθούν στην αμυντική φαρέτρα των ομάδων και ουσιαστικά-για να το γράψω με κάποια δόση γλαφυρότητας- έγιναν η εκδίκηση τους απέναντι στο παιχνίδι το οποίο στηρίζεται στο σκριν στην μπάλα.

Υπάρχουν τουλάχιστον πέντε εκδοχές άμυνες απέναντι στο pick n’ roll, επτά μαζί με τις παραλλαγές του, χώρια που ο Γιάννης Ιωαννίδης διατείνεται ότι «εγώ επινόησα τον όγδοο τρόπο κι όταν το 2000 τον εξήγησα στον Πατ Ράιλι συμφώνησε απολύτως μαζί μου».

Μια ομάδα μπορεί να επιδιώξει να αναχαιτίσει το pick n’ roll είτε με αλλαγές στα σκριν, είτε με παγίδες (όπως αυτές που συχνά δέχεται ο Βασίλης Σπανούλης), είτε με hedge-out, δηλαδή τις εξόδους των ψηλών, που έχουν ποικιλομορφία: άλλες είναι κάθετες, άλλες διαγώνιες, άλλες παράλληλες με ένα βήμα πίσω και άλλες (οι λεγόμενες flat ή deep) με τον ψηλό να μένει μέσα στη ρακέτα…

Τον τελευταίο τρόπο είχε επιλέξει ο Ντούσαν Ιβκοβιτς, τη σεζόν 2010-11 όταν ο Ολυμπιακός κατέβασε το σκορ και νίκησε τον Παναθηναϊκό στο ΟΑΚΑ, κρατώντας μέσα τον Ράντοσλαβ Νεστέροβιτς.

«Η αποτελεσματικότητα των hedge out εξαρτάται και από την αντίδραση των παικτών που μένουν πίσω, κυρίως στο ποιος και πώς θα τσεκάρει» διευκρινίζει ο Ζούρος, ο οποίος καταθέτει και μία πολύ ενδιαφέρουσα και ανατρεπτική άποψη: «Ακόμη και άμυνες ζώνης ουσιαστικά καταλήγουν σε αλλαγές στα σκριν. Για παράδειγμα η match up ζώνη 3-2 ή 2-1-2 που θεωρείται πατέντα του Ντέηβιντ Μπλατ στην πραγματικότητα εξελίσσεται σε man to man με αλλαγές στα σκριν».

Τι είδαμε την Παρασκευή;

Ο Ολυμπιακός είναι μια ομάδα η οποία εφαρμόζει αυτή την άμυνα κατά συνθήκην, αλλά την Παρασκευή ο Γιάννης Σφαιρόπουλος τη χρησιμοποίησε ΄περισσότερο, με το σκεπτικό-όπως εκτιμά ο Ηλίας Ζούρος- «να μη δώσει ελεύθερα τρίποντα στον Παναθηναϊκό και εάν ήταν γραφτό τους να πεθάνουν, τότε να πέθαιναν από τα σουτ μέσα στη ρακέτα».

Στην επίθεση τους οι Πειραιώτες σημάδεψαν σε πολλές φάσεις τις αλλαγές στα σκριν του Παναθηναϊκού είτε κτυπώντας τα mismatches, είτε σε παιχνίδι ένας εναντίον ενός.

Στον αντίποδα ο Παναθηναϊκός είναι μια ομάδα, η οποία πλασάρει ως θυρεό της αυτή την άμυνα την οποία παρεμπιπτόντως είχε αναγάγει σε πανοπλία και επί ημερών Αργύρη Πεδουλάκη, διαθέτοντας τότε μια εξαιρετική τετράδα, που αποτελούσαν ο Διαμαντίδης, ο Ματσιούλις, ο Λάσμε και ο Γκιστ.

Οι Πράσινοι αρέσκονται στις αλλαγές και σε φάσεις πάνω στην μπάλα και μακριά από αυτήν, ενώ συχνά παίζουν άρνηση στην κορυφή της ρακέτας με στόχο να επιβραδύνουν την κυκλοφορία της μπάλας και τις πάσες.

Σε πείσμα των οφθαλμοφανών αθλητικών προσόντων τους κάποιοι παίκτες του Παναθηναϊκού πάσχουν στην άμυνα και δίνουν το δικαίωμα στον αντίπαλο να τους σημαδέψει. Τούτου δοθέντος ο Πασκουάλ ποντάροντας στην αθλητικότητα και στη δύναμη, παίζει κατά κόρον με αλλαγές ώστε αφενός να καμουφλάρει τις αδυναμίες συγκεκριμένων παικτών και αφετέρου να μπερδέψει τον αντίπαλο.

Την Παρασκευή ο Καταλανός προπονητής δοκίμασε και κάτι άλλο, που δεν συνηθίζεται: έπαιξε κατ΄’ ευθείαν με αλλαγές στα εισαγωγικά pick n’ roll του Ολυμπιακού, αλλά εκ της ροής του αγώνα συνάγεται το συμπέρασμα ότι αυτή η τακτική δεν απέδωσε ιδιαιτέρως. Ο λόγος; Οι Ερυθρόλευκοι είχαν στη διάθεση τους περισσότερα δευτερόλεπτα για να σκεφτούν και να αποφασίσουν εάν θα κτυπούσαν τις αλλαγές εσωτερικά ή εξωτερικά.

Αλλαγές κι απάνω τούρλα, λοιπόν. Είναι της μόδας ως αντιπερισπασμός στο pick n’ roll, περί τούτου δεν χωρεί αμφιβολία, αλλά όπως έχει πει εδώ και δεκαετίες, ο Θόδωρος Ροδόπουλος, «τα συστήματα στο μπάσκετ είναι σαν τα φορέματα των γυναικών, που από μάξι γίνονται μίντι, από μίντι γίνονται μίνι, ύστερα πάλι μάξι και πάει λέγοντας». Εχει απόλυτο δίκιο, διότι στο παρελθόν κυριαρχούσαν άλλες τακτικές που σιγά σιγά επιστρέφουν στο προσκήνιο, όπως το flex, που έπαιζε ο Ολυμπιακός στην πρώτη θητεία του Ντούντα (και το χρησιμοποιεί εφέτος στους Σέλτικς ο Μπραντ Στίβενς), ή το motion του Μπόμπι Νάιτ ή το UCLA Cut του Τζον Γούντεν, το οποίο στηρίζεται στα κοψίματα μέσα στη ρακέτα και εφαρμόζεται ξανά από πολλές ομάδες.

πηγή:gazzetta