Ποδόσφαιρο και πολιτική

Ποδόσφαιρο και πολιτική

Από τα αντιναζιστικά πόδια του Ζίντελαρ, στα τραγούδια των Ουστάσι της Κροατίας.

Γαλ­λία – Κρο­α­τία είναι ο τε­λι­κός του φε­τι­νού Μου­ντιάλ. Η δεύ­τε­ρη κα­τέ­θε­σε ομα­δι­κό πνεύ­μα και ατσά­λι­νη θέ­λη­ση σε όλη την «τρελή» κούρ­σα της προς την με­γά­λη, κυ­ρια­κά­τι­κη ανα­μέ­τρη­ση. Η πρώτη είναι παλιά γνω­στή των τε­λι­κών, χα­ρί­ζο­ντάς μας και μια αξέ­χα­στη στιγ­μή ου­σια­στι­κής, πο­λι­τι­κής δή­λω­σης, την κου­του­λιά του «μπερ» Ζι­ντάν στο στή­θος του θρα­σύ­δει­λου Μα­τε­ρά­τσι, το 2006. Δεν κα­τα­δι­κά­ζου­με την βία, από όπου και αν προ­έρ­χε­ται και κυ­ρί­ως προς όποιον και αν κα­τευ­θύ­νε­ται.

Γιάννης Νικολόπουλος

Θα κα­τα­δι­κά­σου­με όμως τα φα­σι­στι­κά άσμα­τα των Ου­στά­σι που ακού­γο­νται στις επι­νί­κιες εκ­δη­λώ­σεις χαράς ορι­σμέ­νων Κρο­α­τών – και ας ηγεί­ται της ερυ­θρό­λευ­κης αρ­μά­δας, ο πο­δο­σφαι­ρι­κά αξιο­θαύ­μα­στος Μό­ντριτς. Και δεν ξε­χνά­με τα αι­μα­τη­ρά «κα­τορ­θώ­μα­τα» ορι­σμέ­νων Ελ­λη­να­ρά­δων μετά το 2004, όταν κα­τα­δί­ω­καν ή μα­χαί­ρω­ναν με­τα­νά­στες, που δεν θα γί­νο­νταν Έλ­λη­νες ποτέ. Όπως θα κα­τα­δι­κά­σου­με και θα στη­λι­τεύ­σου­με το Νο Πο­λί­τι­κα, που συ­νή­θως είναι η βο­λι­κή προ­βιά που χρη­σι­μο­ποιούν οι κρυ­πτο­φα­σί­στες λύκοι, πα­ρά­γο­ντες, πο­δο­σφαι­ρι­στές και προ­πο­νη­τές της στρογ­γυ­λής θεάς χωρίς απί­στους. Το 2014, ο προ­πο­νη­τής της Εθνι­κής Βρα­ζι­λί­ας, Λουίς Φε­λί­πε Σκο­λά­ρι απα­γό­ρευ­σε στους πο­δο­σφαι­ρι­στές του να προ­βούν σε οποια­δή­πο­τε δή­λω­ση σχε­τι­κά με τη φλε­γό­με­νη σε απερ­γί­ες και δια­δη­λώ­σεις Βρα­ζι­λία, που δια­μαρ­τυ­ρό­ταν για τις υπέ­ρο­γκες δα­πά­νες της διορ­γά­νω­σης. «Οι παί­κτες και ολό­κλη­ρη η απο­στο­λή, δεν ασχο­λού­νται με την πο­λι­τι­κή», απο­φάν­θη­κε ο Φε­λι­πάο του βρα­ζι­λιά­νι­κου πο­δο­σφαί­ρου. Πολ­λοί όμως θυ­μή­θη­καν ότι ο σκλη­ρός προ­πο­νη­τής πάλαι ποτέ της Γκρέ­μιο και της Παλ­μέι­ρας ήταν δη­λω­μέ­νος θαυ­μα­στής της στρα­τιω­τι­κής δι­κτα­το­ρί­ας της πα­τρί­δας του και του Αου­γκού­στο Πι­νο­τσέτ. Πόσο μα­κριά από το πρό­τυ­πο της πο­δο­σφαι­ρι­κής Δη­μο­κρα­τί­ας που άν­θι­σε στα απο­δυ­τή­ρια της Κο­ρίν­θιανς της δε­κα­ε­τί­ας του 1980, όταν, με πρω­τερ­γά­τη τον «Για­τρό» Σό­κρα­τες, «όλοι απο­φα­σί­ζα­με για όλα. Το φα­γη­τό, το πρό­γραμ­μα προ­πό­νη­σης, τα φι­λι­κά ματς, τις αμοι­βές. Κάθε μέλος της ομά­δας είχε λόγο και επι­χει­ρή­μα­τα για όλα και μια ψήφο – από τον πρό­ε­δρο έως τις κα­θα­ρί­στριες και τον μασέρ. Άμεσα, κα­θα­ρά, δη­μο­κρα­τι­κά».

Δύο Βρα­ζι­λί­ες, όπως πα­ντού, δύο κοι­νω­νί­ες, δύο πο­δό­σφαι­ρα συ­γκρο­τού­νται και συ­γκρού­ο­νται. Το πο­δό­σφαι­ρο ειναι κοι­νω­νι­κό γε­γο­νός και φαι­νό­με­νο, και εξαυ­τού δεν μπο­ρεί να πα­ρα­σκευα­στεί εμ­φια­λω­μέ­νο και απο­κομ­μέ­νο από τα πο­λι­τι­κά τε­κται­νό­με­να και το κοι­νω­νι­κό γί­γνε­σθαι. Κά­ποιες στιγ­μές, τα πυ­ρο­δο­τεί και τα κα­θο­ρί­ζει. Όπως συ­νέ­βη στην Βρα­ζι­λία του Α’ Πα­γκο­σμί­ου Πο­λέ­μου, όταν οι αφη­νια­σμέ­νοι οπα­δοί ισο­πέ­δω­σαν στην κυ­ριο­λε­ξία ένα γή­πε­δο με τότε ακόμη ξύ­λι­νες κερ­κί­δες, κα­τα­δι­κά­ζο­ντας τη ρα­τσι­στι­κή δια­τα­γή της κυ­βέρ­νη­σης, που προ­έ­βλε­πε «άσπρι­σμα» του προ­σώ­που των μαύ­ρων και μι­γά­δων πο­δο­σφαι­ρι­στών, προ­τού αυτοί αγω­νι­στούν με τις ομά­δες τους – και θύμα της, ήταν το εί­δω­λο των δια­μαρ­τυ­ρό­με­νων οπα­δών, ο πρώ­τος καλ­λι­τέ­χνης της μπά­λας, Αρ­τούρ Φρι­ντε­ράιχ.

Ότι το Μου­ντιάλ θα μπο­ρού­σε να είναι μιας πρώ­της τάξης ευ­και­ρία για δη­μό­σιες σχέ­σεις και εξω­ραϊ­σμό της ει­κό­νας μιας ευ­ρι­σκό­με­νης στον φα­σι­στι­κό γύψο χώρας, διέ­γνω­σε πρώ­τος ο Μπε­νί­το Μου­σο­λί­νι. Tο 1934, όμως, η Ιτα­λία, για να φτά­σει στον τε­λι­κό, έπρε­πε να ξε­πε­ρά­σει το εμπό­διο της αυ­στρια­κής Βού­ντερ­τημ, της οποί­ας ηγού­ταν ο με­γά­λος Μα­τί­ας Ζί­ντε­λαρ, ο Μό­τσαρτ της μπά­λας. Δη­λω­μέ­νος αντι­φα­σί­στας, με κρυ­στάλ­λι­νες, πο­λι­τι­κές από­ψεις, τασ­σό­με­νος φα­νε­ρά απέ­να­ντι στον Ντόλ­φους, τον Μου­σο­λί­νι και τον Χί­τλερ, ο Ζί­ντε­λαρ υπήρ­ξε ο κο­ρυ­φαί­ος με­σο­ε­πι­θε­τι­κός της επο­χής του. Το 1939, τρεις μέρες μετά την δο­λο­φο­νία του πο­δο­σφαι­ρι­στή από την Γκε­στά­πο, που βα­φτί­στη­κε στο πό­ρι­σμα της αστυ­νο­μί­ας, «αυ­το­κτο­νία», ο Βι­τό­ριο Πότσο, ο προ­πο­νη­τής της Εθνι­κής Ιτα­λί­ας των δύο Μου­ντιάλ, ο επο­νο­μα­ζό­με­νος και «Ντού­τσε των πά­γκων» πα­ρα­δε­χό­ταν ότι ο Ζί­ντε­λαρ «ήταν ο κα­λύ­τε­ρος που έχουν δει τα μάτια μου». Πίσω στο 1934, ήταν εκεί­νος που είχε δώσει την εντο­λή στους ιτα­λούς αμυ­ντι­κούς να τον «πε­ρι­ποι­η­θούν» δε­ό­ντως, σα­κα­τεύ­ο­ντάς του τα πόδια σε κάθε μαρ­κά­ρι­σμα και στέλ­νο­ντάς τον στο νο­σο­κο­μείο, ώστε η Ιτα­λία να φτά­σει στον πρώτο της τε­λι­κό και στη συ­νέ­χεια, στο πρώτο της τρό­παιο.

Η ιστο­ρία του ημι­χρό­νου του θα­νά­του, όταν οι παί­κτες της Ντι­να­μό Κιέ­βου αψή­φη­σαν τους ναζί και νί­κη­σαν την ομάδα επι­λέ­κτων τους, η προ­σω­πι­κή κα­τα­δί­ω­ξη και τα οι­κο­γε­νεια­κά βα­σα­νι­στή­ρια του χι­λια­νού Κάρ­λος Κα­ζέ­λι που αρ­νή­θη­κε να υπα­κού­σει στη χού­ντα του Πι­νο­τσέτ, η με­τα­φο­κλα­ντι­κή, πο­λε­μι­κή ατμό­σφαι­ρα σε όλα τα ματς Αρ­γε­ντι­νής και Αγ­γλί­ας, η δο­λο­φο­νία του Αντρές Εσκο­μπάρ στην Κο­λομ­βία του 1994, από τα καρ­τέλ ναρ­κω­τι­κών και πα­ρά­νο­μου στοι­χη­μα­τι­σμού της χώρας του, οι αλ­βα­νι­κοί αετοί από τις πα­λά­μες του Τζάκα και του Σα­κί­ρι και η FIFA, που κα­τα­δι­κά­ζει την πο­λι­τι­κο­ποί­η­ση του πο­δο­σφαί­ρου, αρκεί να κάνει απο­κλει­στι­κά εκεί­νη πο­λι­τι­κή και μπίζ­νες με αυτό.

Γρά­φουν και λένε πολ­λοί ότι το φε­τι­νό Μου­ντιάλ είναι η διορ­γά­νω­ση που δι­καιώ­νο­νται οι με­τα­νά­στες, έχο­ντας οι πε­ρισ­σό­τε­ροι κατά νου μόνο τη Γαλ­λία και το Βέλ­γιο – και θα δια­φω­νή­σω κά­θε­τα μαζί τους. Πά­ντο­τε το πο­δό­σφαι­ρο ήταν ο ανελ­κυ­στή­ρας επί­πο­νου μό­χθου και δύ­σκο­λης κα­τα­ξί­ω­σης για τους φτω­χούς, τους πα­ρί­ες, τους πε­ρι­θω­ριο­ποι­η­μέ­νους, τους «άλ­λους».

Ο μέγας Γκα­ρίν­τσα έκανε πράγ­μα­τα και θαύ­μα­τα με τις φα­νέ­λες της Βρα­ζι­λί­ας και της Μπο­τα­φό­γκο, όντας κατ’ ου­σί­αν ανά­πη­ρος, με τα θε­ό­στρα­βα, αλλά ανε­πα­νά­λη­πτα στις ντρί­μπλες, πόδια του και προ­ερ­χό­με­νος από ένα κοι­νω­νι­κό πε­ρι­βάλ­λον έσχα­της έν­δειας. Ο Το­στάο έπαι­ξε στο Με­ξι­κό του 1970, μι­σό­τυ­φλος στο ένα μάτι, αλλά αυτό δεν τον εμπό­δι­σε να βγά­λει ορι­σμέ­νες από τις θε­α­μα­τι­κό­τε­ρες πάσες του «ωραί­ου πο­δο­σφαί­ρου». Η Γαλ­λία του 1998 ήταν η ομάδα του Ζι­ντάν, του Ανρί, του Τιράμ, του Τρε­ζε­γκέ ή του Κα­ρε­μπέ, παι­διών και εγ­γο­νιών της αποι­κιο­κρα­τί­ας και των υπο­βαθ­μι­σμέ­νων γαλ­λι­κών προ­α­στί­ων. Προ­πο­λε­μι­κά, ο βρα­ζι­λιά­νος Λε­ό­νι­ντας έσπα­σε το κα­τε­στη­μέ­νο και διέ­λυ­σε τη δυ­σφο­ρία για τους έγ­χρω­μους πο­δο­σφαι­ρι­στές, που επι­κρα­τού­σε στην ομο­σπον­δία και την κυ­βέρ­νη­ση της χώρας του. Ο μο­νό­χει­ρας Κά­στρο της Ου­ρου­γουά­ης ήταν ο ενορ­χη­στρω­τής της Σε­λέ­στε στα χρό­νια του Με­σο­πο­λέ­μου, ένας θε­ό­φτω­χος ερ­γά­της στα ξυ­λουρ­γεία από την ηλι­κία των 10 ετών που είχε χάσει το χέρι του σε ερ­γα­τι­κό ατύ­χη­μα με τη μη­χα­νή κοπής. Και ο κο­ρυ­φαί­ος Γιό­χαν Κρόιφ κλώ­τση­σε για πρώτη φορά μπάλα στον τσι­με­ντέ­νιο δρόμο έξω από το μα­νά­βι­κο των γο­νιών του.

rproject.gr