Η αλληλοτροφοδότηση του εθνικιστικού μίσους σε δυτική και ανατολική Ουκρανία

Η αλληλοτροφοδότηση του εθνικιστικού μίσους σε δυτική και ανατολική Ουκρανία

  • |

Ο Ουκρανικός εθνικισμός και η φασιστική απειλή

Η συ­ζή­τη­ση για την ακρο­δε­ξιά σε όλον τον «με­τα­σο­βιε­τι­κό» χώρο, πρέ­πει να έχει ως αφε­τη­ρία τη σκο­τει­νή πο­λι­τι­κή κα­τά­στα­ση που επι­κρα­τεί σε αυτές τις χώρες, λόγω της προϊ­στο­ρί­ας τους και των εθνι­κι­σμών. Η Ου­κρα­νία δεν απο­τέ­λε­σε εξαί­ρε­ση. Από την επο­μέ­νη της ανα­κή­ρυ­ξης της ανε­ξαρ­τη­σί­ας της οι ντό­πιες ελίτ φό­ρε­σαν τον «εθνι­κό μαν­δύα», ως νο­μι­μο­ποι­η­τι­κή βάση της εξου­σί­ας τους στη με­τα­σο­βιε­τι­κή πε­ρί­ο­δο.  

Πάνος Πέτρου

Ο ου­κρα­νι­κός εθνι­κι­σμός πήρε μια επι­πλέ­ον ώθηση από την «Πορ­το­κα­λί Επα­νά­στα­ση» του 2004. Οι μα­ζι­κές κι­νη­το­ποι­ή­σεις ενά­ντια στην εκλο­γι­κή νο­θεία έγι­ναν αντι­λη­πτές ως «εθνι­κή» επα­νά­στα­ση που ολο­κλη­ρώ­νει τη -με­τέ­ω­ρη- ρήξη με τη σχέση εξάρ­τη­σης από τη Ρωσία. Το φι­λο­δυ­τι­κό τμήμα των ολι­γαρ­χών και του πο­λι­τι­κού τους προ­σω­πι­κού, προ­ώ­θη­σε αυτό το αφή­γη­μα, παί­ζο­ντας με τις αυ­τα­πά­τες σο­βα­ρών τμη­μά­των του ου­κρα­νι­κού λαού ότι η λύση στη δια­φθο­ρά και την ανι­σό­τη­τα είναι «να γί­νουν ευ­ρω­παϊ­κή χώρα». Σε αυτό το φόντο άν­θι­σε το Σβό­μπο­ντα, που εξε­λί­χθη­κε από πε­ρι­θω­ρια­κή νε­ο­να­ζι­στι­κή ομάδα σε μα­ζι­κή-εκλο­γι­κή έκ­φρα­ση της ου­κρα­νι­κής ακρο­δε­ξιάς (10,5% το 2012 και ισχυ­ρή πα­ρου­σία στους Δή­μους).

Μετά το Μεϊ­ντάν

Η εξέ­γερ­ση του Μεϊ­ντάν υπήρ­ξε το επό­με­νο ση­μείο κα­μπής. Η αιφ­νί­δια στρο­φή του Για­νου­κό­βιτς -να μην επι­κυ­ρώ­σει τη συμ­φω­νία με την ΕΕ που είχε ψη­φί­σει η Βου­λή- και να προ­χω­ρή­σει σε στρα­τη­γι­κό δα­νει­σμό από τη Ρωσία, προ­κά­λε­σε τις δια­δη­λώ­σεις φοι­τη­τών που έβλε­παν στην «ευ­ρω­παϊ­κή ολο­κλή­ρω­ση» μια εναλ­λα­κτι­κή λύση στη με­τα­σο­βιε­τι­κή στα­σι­μό­τη­τα. Η κα­τα­στο­λή και μια σκλη­ρή νο­μο­θε­σία αυ­ταρ­χι­κο­ποί­η­σης του κρά­τους μα­ζι­κο­ποί­η­σε τις δια­δη­λώ­σεις, που κλι­μα­κώ­θη­καν. Το Σβό­μπο­ντα έπαι­ξε ρόλο. Αν και μειο­ψη­φία, κι­νη­το­ποιού­σε ορ­γα­νω­μέ­να μέλη, πα­ρεί­χε την κομ­μα­τι­κή-αυ­το­διοι­κη­τι­κή «υπο­δο­μή» του (ιδιαί­τε­ρα στις κι­νη­το­ποι­ή­σεις στις άλλες πό­λεις και λι­γό­τε­ρο στο Κίεβο) και ενί­σχυε την «εθνι­κή» ρη­το­ρι­κή.

Μετά την κλι­μά­κω­ση της κρα­τι­κής κα­τα­στο­λής και των συ­γκρού­σε­ων, ενι­σχύ­θη­κε ο ρόλος του «Δε­ξιού Τομέα», μιας επι­χει­ρη­σια­κής «ομπρέ­λας» των νε­ο­να­ζι­στι­κών δυ­νά­με­ων που ξε­περ­νού­σαν το με­τριο­πα­θές (στα μάτια τους) Σβό­μπο­ντα. Συ­γκρο­τή­θη­κε αρ­χι­κά για την εκ­δί­ω­ξη των αρι­στε­ρών, αναρ­χι­κών, προ­ο­δευ­τι­κών ακτι­βι­στών από τις κι­νη­το­ποι­ή­σεις και εξε­λί­χθη­κε σε «ένο­πλη πρω­το­πο­ρία» κατά τις συ­γκρού­σεις με την αστυ­νο­μία στο Κίεβο.

Τους μήνες που ακο­λού­θη­σαν την ανα­τρο­πή Για­νου­κό­βιτς, οι φα­σί­στες δή­λω­ναν ότι θα πάνε «την εθνι­κή επα­νά­στα­ση μέχρι τέ­λους». Το όργιο μαύ­ρης τρο­μο­κρα­τί­ας αφορά κυ­ρί­ως τους σκο­τει­νούς εκεί­νους μήνες του 2014, όταν το ου­κρα­νι­κό κρά­τος τρέ­κλι­ζε. Τα γε­γο­νό­τα στις ανα­το­λι­κές επαρ­χί­ες (βλ. πα­ρα­κά­τω), ενί­σχυ­σαν το ρόλο τους, όταν το νέο κα­θε­στώς του Κιέ­βου, χωρίς ισχυ­ρό στρα­τό κι αστυ­νο­μία στη διά­θε­σή του, χρειά­στη­κε «ετοι­μο­πό­λε­μες» δυ­νά­μεις.

Τα επό­με­να χρό­νια, της σχε­τι­κής στα­θε­ρο­ποί­η­σης του ου­κρα­νι­κού κρά­τους, επι­κρά­τη­σε ο (γνώ­ρι­μος και στη Δύση) συν­δυα­σμός «κρα­τι­κού χα­λι­να­ριού» και πρι­μο­δό­τη­σης της δρά­σης ή των από­ψε­ών τους. Πολ­λοί κα­τέ­λα­βαν κρα­τι­κά πόστα, κη­ρύσ­σο­ντας σιω­πη­λά ή και φω­να­χτά το­τέ­λος της «εθνι­κής επα­νά­στα­σης». Άλλοι επέ­μει­ναν στην «εθνι­κή επα­νά­στα­ση μέχρι τέ­λους» κι αντι­με­τώ­πι­σαν κρα­τι­κή κα­τα­στο­λή. Αρ­κε­τοί ελίσ­σο­νται στη λεπτή γραμ­μή με­τα­ξύ σχε­τι­κής «αυ­το­νο­μί­ας» κι «εν­σω­μά­τω­σης» (πχ. το δια­βό­η­το Τάγμα Αζόφ).

Αυτός ο «γα­λα­ξί­ας» βρέ­θη­κε υπό την σκέπη του πρώην υπουρ­γού Εσω­τε­ρι­κών Αβά­κοφ, που υπη­ρέ­τη­σε υπό δια­δο­χι­κές κυ­βερ­νή­σεις στην ίδια θέση, μέχρι την ρήξη του με την κυ­βέρ­νη­ση Ζε­λέν­σκι, το πε­ρα­σμέ­νο κα­λο­καί­ρι.

Όπως όλα τα φα­σι­στι­κά κι­νή­μα­τα, «άν­θι­σαν» κυ­ρί­ως στην πε­ρί­ο­δο που το κρά­τος ήταν αδύ­να­μο ή απρό­θυ­μο να επι­τε­λέ­σει τον ένο­πλο ρόλο του. Και επί­σης «άν­θι­σαν» στο φόντο μιας «εθνι­κής τα­πεί­νω­σης», όπως έγινε πλα­τιά αντι­λη­πτή η απώ­λεια της Κρι­μαί­ας και ο κίν­δυ­νος απώ­λειας του Ντον­μπάς το 2014.

Μετά το 2014, η εκλο­γι­κή επιρ­ροή της ακρο­δε­ξιάς έχει με­τρη­θεί δύο φορές κι έχει απο­δει­χθεί εξαι­ρε­τι­κά μειο­ψη­φι­κή. Στις πρώ­τες εκλο­γές μετά το Μεϊ­ντάν, το Σβό­μπο­ντα έπεσε από τα παλιά δι­ψή­φια πο­σο­στά του στο 4,7% κι ο Δε­ξιός Το­μέ­ας κα­τέ­γρα­ψε μόλις 1,8%. Στις τε­λευ­ταί­ες εκλο­γές τα πράγ­μα­τα έγι­ναν γι’ αυ­τούς ακόμα χει­ρό­τε­ρα, καθώς μια σύ­μπρα­ξη όλων των φυλών (το Σβό­μπο­ντα, ο πο­λι­τι­κός βρα­χί­ο­νας του Αζόφ, ο Δε­ξιός Το­μέ­ας και 3-4 ακόμα σκλη­ρές υπερ-εθνι­κι­στι­κές δυ­νά­μεις) βρέ­θη­κε στο 2%. Η εκλο­γή του Ζε­λέν­σκι -ενός Εβραί­ου, Ρω­σό­φω­νου, με «πρό­γραμ­μα» την ει­ρή­νη στο Ντον­μπάς- με συ­ντρι­πτι­κά πο­σο­στά, μπο­ρεί να μη λέει πολλά για τον ίδιο, αλλά λέει πολλά για την ου­κρα­νι­κή κοινή γνώμη. Τα ορ­γα­νω­τι­κά με­γέ­θη των νε­ο­να­ζί πα­ρέ­μει­ναν πε­ριο­ρι­σμέ­να σε ανα­λο­γία με τον πλη­θυ­σμό και όχι πολύ δια­φο­ρε­τι­κά από τα ανά­λο­γα σε πολ­λές ανα­το­λι­κο­ευ­ρω­παϊ­κές (αλλά και δυ­τι­κο­ευ­ρω­παϊ­κές) χώρες.

Οι κίν­δυ­νοι

Όμως έχουν δύο ισχυ­ρά κι επι­κίν­δυ­να πλε­ο­νε­κτή­μα­τα -και τα δύο συ­νέ­πεια του διαρ­κώς εμπό­λε­μου στά­τους της Ου­κρα­νί­ας εδώ και 8 χρό­νια: Είναι οπλι­σμέ­νοι (πολύ πιο βαριά και πολύ πιο νό­μι­μα από τους διε­θνείς ομοϊ­δε­ά­τες τους που δια­τη­ρούν «κρύ­πτες») και κο­λυ­μπά­νε σαν ψάρια μέσα στο εθνι­κι­στι­κό νερό. Γι’ αυτό, είναι πραγ­μα­τι­κά επι­κίν­δυ­νοι σή­με­ρα, στις συν­θή­κες που δια­μορ­φώ­νο­νται μετά τη ρω­σι­κή ει­σβο­λή.

Οι δι­σταγ­μοί των δια­δο­χι­κών κυ­βερ­νή­σε­ων να υλο­ποι­ή­σουν τις Συμ­φω­νί­ες του Μινσκ και να ανα­δι­πλω­θούν από την «πο­λε­μι­κή» πρα­κτι­κή (κι­νή­σεις που έγι­ναν λι­γό­τε­ρο επί Πο­ρο­σέν­κο, και πε­ρισ­σό­τε­ρο επί Ζε­λέν­σκι) απο­τυ­πώ­νουν μια διπλή συν­θή­κη: Είτε το φόβο απέ­να­ντι στην ένο­πλη δύ­να­μη των ακρο­δε­ξιών, είτε τον πο­λι­τι­κό δι­σταγ­μό απέ­να­ντι σε ένα πολύ ευ­ρύ­τε­ρο εθνι­κι­στι­κό κλίμα, που έβλε­πε το ίδιο το Μινσκ ως συν­θη­κο­λό­γη­ση απέ­να­ντι στη Ρωσία.

Το αντί­πα­λο δέος βρί­σκε­ται σε μια άλλη όψη των συ­νε­πειών της ει­σβο­λής: τον «εξι­σο­τι­σμό των κα­τα­φυ­γί­ων», της δη­μιουρ­γί­ας δομών αλ­λη­λεγ­γύ­ης, της ενό­τη­τας δια­φο­ρε­τι­κών κοι­νο­τή­των απέ­να­ντι στην ει­σβο­λή και τις συ­νέ­πειές της. Γνω­ρί­ζου­με ότι οι αρι­στε­ρές δυ­νά­μεις στην Ου­κρα­νία είναι αδύ­να­μες, αλλά στους ώμους τους πέ­φτει το δύ­σκο­λο κα­θή­κον να ενι­σχύ­σουν τη δεύ­τε­ρη τάση -κι έχουν την πλήρη στή­ρι­ξή μας σε αυτό.

Γε­νι­κό­τε­ρα, στην Ου­κρα­νία ξε­δι­πλώ­νο­νται οι αντι­δρα­στι­κές δυ­να­μι­κές μιας κα­θυ­στε­ρη­μέ­νης και πολ­λα­πλά μα­ταιω­μέ­νης «εθνι­κής ενο­ποί­η­σης». Η πλού­σια και σύν­θε­τη εμπει­ρία μιας πολύ πιο ρευ­στής «ταυ­τό­τη­τας» πολ­λών απλών αν­θρώ­πων, που μπο­ρεί να είναι δί­γλωσ­σοι, που μπο­ρεί να είναι ου­κρα­νό­φω­νοι αλλά να τι­μούν τη ρω­σι­κή κα­τα­γω­γή τους, που μπο­ρεί να είναι ρω­σό­φω­νοι αλλά να νιώ­θουν Ου­κρα­νοί, που δη­λώ­νουν και Ου­κρα­νοί και Εβραί­οι κ.ο.κ. απο­τε­λεί μια πολύ πιο υγιή κλη­ρο­νο­μιά που απο­τε­λεί βάση αντί­στα­σης στην υπο­κί­νη­ση των εθνι­κι­στι­κών παθών του πο­λέ­μου.

Για τη διε­θνή συ­ζή­τη­ση, οφεί­λου­με να στα­θού­με σε τρία πράγ­μα­τα.

Το ένα αφορά την ανά­γκη απο­κά­λυ­ψης της ρω­σι­κής προ­πα­γάν­δας για το «να­ζι­στι­κό κα­θε­στώς» του Κιέ­βου, χωρίς να κλεί­νου­με τα μάτια στο πρό­βλη­μα των νε­ο­να­ζί, αλλά εντο­πί­ζο­ντάς το στις πραγ­μα­τι­κές δια­στά­σεις του. Κυ­ρί­ως, επι­μέ­νο­ντας ότι το πρό­βλη­μα δεν δίνει καμία «αντι­φα­σι­στι­κή» νο­μι­μο­ποί­η­ση στην ει­σβο­λή.

Το δεύ­τε­ρο, αφορά τις ευ­θύ­νες των «δη­μο­κρα­τι­κών κυ­βερ­νή­σε­ων» της Δύσης που δε δι­στά­ζουν να αξιο­ποι­ή­σουν στρα­τιω­τι­κά την ένο­πλη ακρο­δε­ξιά. Δια­δο­χι­κές απο­φά­σεις του αμε­ρι­κα­νι­κού Κο­γκρέ­σου (για «εμπάρ­γκο» στο Αζόφ) έχουν ανα­τρα­πεί υπό την επι­μο­νή του Πε­ντα­γώ­νου.

Το τρίτο αφορά γε­νι­κό­τε­ρα τον κίν­δυ­νο του εθνι­κι­σμού. Ιδιαί­τε­ρα στην ευαί­σθη­τη γωνιά των Βαλ­κα­νί­ων και της Ανα­το­λι­κής Με­σο­γεί­ου, οι σκε­λε­τοί στις δικές μας ντου­λά­πες θα επέ­βαλ­λαν μια φειδώ στην τα­μπέ­λα «ναζί» για την πε­ρι­γρα­φή των αντι­δρα­στι­κών πτυ­χών του ου­κρα­νι­κού εθνι­κι­σμού. Γνω­ρί­ζο­ντας πολύ καλά ότι τα εθνι­κι­στι­κά πάθη δε χρειά­ζε­ται να αφε­θούν να εξυ­ψω­θούν στο «ανώ­τα­το στά­διο» του φα­σι­σμού για να γί­νουν επι­κίν­δυ­να, αλλά και ότι πρέ­πει να ιε­ραρ­χη­θεί ψηλά η κα­τα­πο­λέ­μη­σή τους από τους ερ­γα­ζό­με­νους και την Αρι­στε­ρά.

Αντι­φα­σι­σμός και με­γα­λο­ρώ­σι­κος σο­βι­νι­σμός
Το πο­λι­τι­κό τοπίο στις αυ­το­νο­μη­μέ­νες επαρ­χί­ες του Ντο­νιέ­τσκ και του Λου­γκάνσκ, έχει με­γά­λες δό­σεις «αντι­κα­το­πτρι­σμού» του κλί­μα­τος και των πο­λι­τι­κών εξε­λί­ξε­ων στα δυ­τι­κά.

Οι κι­νη­το­ποι­ή­σεις του «Αντι-Μεϊ­ντάν», μετά την ανα­τρο­πή του Για­νου­κό­βιτς (που συ­νέ­χι­ζε να υπο­στη­ρί­ζε­ται από ολι­γάρ­χες με βάση στην Αν. Ου­κρα­νία, όπως ο πα­νί­σχυ­ρος Ρινάτ Αχ­μέ­τοφ), θυ­μί­ζουν έντο­να το ίδιο το «Μεϊ­ντάν». Ξε­κί­νη­σαν ως έκ­φρα­ση δια­φω­νί­ας στον προ­σα­να­το­λι­σμό της νέας κυ­βέρ­νη­σης, απέ­κτη­σαν μα­ζι­κό­τη­τα ως απά­ντη­ση στη βία που δέ­χτη­καν (από τις φα­σι­στι­κές/εθνι­κι­στι­κές συμ­μο­ρί­ες), κλι­μα­κώ­θη­καν από πο­λι­τι­κές δυ­νά­μεις (τμήμα του Κόμ­μα­τος Πε­ρι­φε­ρειών που έμει­νε πιστό στο Για­νου­κό­βιτς, μη­χα­νι­σμοί του Αχ­μέ­τοφ κ.ά.) και τε­λι­κά ηγε­μο­νεύ­τη­καν από επαγ­γελ­μα­τί­ες στρα­τιω­τι­κούς και πο­λι­τι­κούς συν­δε­δε­μέ­νους με τη Ρωσία.

Όπως έγρα­ψε αρ­γό­τε­ρα, ο επι­κε­φα­λής των ενό­πλων δυ­νά­με­ων των «Λαϊ­κών Δη­μο­κρα­τιών», ο Ιγκόρ Στρέλ­κοφ (ο Ρώσος αξιω­μα­τι­κός Ιγκόρ Γκίρ­κιν): «τότε, πυ­ρο­δό­τη­σα την ένο­πλη σύ­γκρου­ση». Ο Στρέλ­κοφ έχει μακρύ πα­ρελ­θόν  στις ρω­σι­κές ει­δι­κές δυ­νά­μεις, με προ­ϋ­πη­ρε­σία στους πο­λέ­μους στην Τσε­τσε­νία, στην Υπερ­δνει­στε­ρία, στη Βοσ­νία, αλλά και στην προ­ε­τοι­μα­σία της προ­σάρ­τη­σης της Κρι­μαί­ας.

Στο πλευ­ρό του «υπορ­γού Άμυ­νας» Στρέλ­κοφ, την «πο­λι­τι­κή ηγε­σία» στο Ντο­νιέσκ ανέ­λα­βε ως Πρω­θυ­πουρ­γός ο Αλε­ξά­ντερ Μπο­ρο­ντάι. Πα­λιός συ­νερ­γά­της του Στρέλ­κοφ, αστέ­ρας τότε της ρω­σι­κής ακρο­δε­ξιάς και σή­με­ρα βου­λευ­τής του κόμ­μα­τος του Πού­τιν.

Αυτή η ηγε­σία δεν έκρυ­βε τους στό­χους της, κά­νο­ντας από την πρώτη στιγ­μή λόγο για  «Νο­βο­ρω­σία» και συν­δέ­ο­ντας εξαρ­χής την «αυ­το­νο­μία» με την προ­ο­πτι­κή έντα­ξης στη Ρω­σι­κή Ομο­σπον­δία.

Όταν ο Στρέλ­κοφ «πά­τη­σε τη σκαν­δά­λη», βρήκε απέ­να­ντι έναν ου­κρα­νι­κό στρα­τό απρό­θυ­μο και ανί­κα­νο να πο­λε­μή­σει. Σύ­ντο­μα όμως στη θέση του άρ­χι­σαν να πα­ρα­τάσ­σο­νται οι φα­σι­στι­κές ομά­δες του Δε­ξιού Τομέα και άλλων εθνι­κι­στι­κών-εθε­λο­ντι­κών ταγ­μά­των. Αυτές διέ­πρα­ξαν φρι­κτά εγκλή­μα­τα πο­λέ­μου, που βά­θυ­ναν το ρήγμα. Καθώς οι «Λαϊ­κές Δη­μο­κρα­τί­ες» δεν έκρυ­βαν τον προ­σα­να­το­λι­σμό της προ­σχώ­ρη­σης στη Ρωσία, το ρήγμα βά­θαι­νε κι από την άλλη μεριά. Όταν συ­γκρο­τή­θη­κε πλέον η Ου­κρα­νι­κή Εθνο­φρου­ρά, ο Στρέλ­κοφ δια­πί­στω­νε μια αλ­λα­γή: «Είχαν πλέον πραγ­μα­τι­κό κί­νη­τρο. Ήταν πει­σμέ­νοι ότι πο­λε­μούν μι­σθο­φό­ρους της Ρω­σί­ας».

Στα­δια­κά, η «γραμ­μή επα­φής» στα­θε­ρο­ποι­ή­θη­κε και η εκε­χει­ρία του Μινσκ «πά­γω­σε» τη σύ­γκρου­ση. Οι πρω­τερ­γά­τες επέ­στρε­ψαν στη Μόσχα. Άλλοι εξαρ­γυ­ρώ­νο­ντας τη δράση τους, όπως ο Μπο­ρο­ντάι, που πήρε θέση στη Δούμα, άλλοι ως εκ δε­ξιών αντι­πο­λι­τευό­με­νοι, με πι­κρία που ο Πού­τιν «άφησε τη δου­λειά στη μέση», όπως ο Στρέλ­κοφ-Γκίρ­κιν.

Ο ρόλος της Μό­σχας

Όλη εκεί­νη την πε­ρί­ο­δο, υπήρ­χε ένα ερω­τη­μα­τι­κό για τις προ­θέ­σεις της Μό­σχας, που απο­τυ­πω­νό­ταν στις κρι­τι­κές που δε­χό­ταν ο Πού­τιν για «λειψή υπο­στή­ρι­ξη» στο Ντον­μπάς. Στην πράξη, υπήρ­χε μια όχι πάντα αρ­μο­νι­κή συ­νύ­παρ­ξη των ντό­πιων οπλαρ­χη­γών και κά­ποιων «δια­νο­ου­μέ­νων» (του κλί­μα­τος Ντού­γκιν, Πρι­λέ­πιν κ.ά.), που έδι­ναν την έμ­φα­ση στην άμεση από­σχι­ση του Ντον­μπάς, απέ­να­ντι στους χει­ρι­σμούς των «στρα­τη­γι­στών» του Κρεμ­λί­νου, που ήθε­λαν να ελέγ­ξουν το Ντον­μπάς, όχι (ή όχι ακόμα…) για να το προ­σαρ­τή­σουν, αλλά για να το χρη­σι­μο­ποιούν ως «μοχλό» απο­στα­θε­ρο­ποί­η­σης όλης της Ου­κρα­νί­ας.

Είναι κοινό μυ­στι­κό ότι ο αρ­χι­τέ­κτο­νας των «Λαϊ­κών Δη­μο­κρα­τιών» και του σχε­δί­ου «Νο­βο­ρω­σία» είναι ο Βλά­ντι­σλαφ Σούρ­κοφ. Πρό­κει­ται για τον λε­γό­με­νο και «γκρί­ζο καρ­δι­νά­λιο», που είναι στο πλευ­ρό του Πού­τιν από το 1999 και ήταν προ­σω­πι­κός σύμ­βου­λος του Ρώσου προ­έ­δρου για την «ου­κρα­νι­κή πο­λι­τι­κή» από το 2013 ως το 2020. Ο Σούρ­κοφ πε­ρι­γρά­φει τα γε­γο­νό­τα του 2014 ως «επα­να­κα­τά­κτη­ση» και δεν κρύ­βει ότι είναι «πε­ρή­φα­νος για το ρόλο που έπαι­ξε» σε αυτή.

Πά­ντως σε κάθε πε­ρί­πτω­ση, ακόμα και σε όσους δια­τη­ρούν μια άλλη ανά­γνω­ση για το 2014, σή­με­ρα είναι πια κα­τα­φα­νές ότι τα «αυ­τό­νο­μα» κρα­τί­δια δεν έχουν καμία αυ­το­νο­μία. Η νέα φρου­ρά που βρί­σκε­ται τα τε­λευ­ταία χρό­νια στην ηγε­σία των «Λαϊ­κών Δη­μο­κρα­τιών» είναι ακόμα πιο ελεγ­χό­με­νη: Τόσο ο πρω­θυ­πουρ­γός της ΛΔ Ντο­νιέ­τσκ, όσο και ο πρω­θυ­πουρ­γός της ΛΔ Λου­γκάνσκ, είναι μέλη του κόμ­μα­τος του Πού­τιν, με προ­ϋ­πη­ρε­σία σε υψη­λές διοι­κη­τι­κές θέ­σεις του ρω­σι­κού κρά­τους.

Κατά τη δια­πί­στω­ση του Ιτα­λού αρι­στε­ρού δη­μο­σιο­γρά­φου Αντρέα Σε­ρε­ζί­νι, «το σφυ­ρο­δρέ­πα­νο, στο Ντο­νιέ­τσκ δεν έρ­χε­ται σε ιδιαί­τε­ρη αντί­θε­ση με τα πορ­τρέ­τα του Τσά­ρου Νι­κό­λα­ου του Δεύ­τε­ρου και τις από­ψεις των οπα­δών της Ρω­σι­κής Ανω­τε­ρό­τη­τας -δεν είναι κα­θό­λου δύ­σκο­λο να συ­νυ­πάρ­χουν». Ο Σε­ρε­ζί­νι έμει­νε πολύ στο Ντον­μπάς, «ελ­πί­ζο­ντας να κα­τα­γρά­ψει ένα νέο Ισπα­νι­κό Εμ­φύ­λιο», αλλά απέ­κτη­σε μια πολύ κα­θα­ρή ει­κό­να της νοη­μα­το­δό­τη­σης που έχουν αυτά τα σύμ­βο­λα και η ρη­το­ρι­κή στο πλαί­σιο του με­γα­λο­ρω­σι­κού εθνι­κι­σμού.

Όπως γρά­φει:

«Συ­νει­δη­το­ποί­η­σα ότι ο αντι­φα­σι­σμός στο Ντο­νιέ­τσκ είναι πολύ δια­φο­ρε­τι­κός από τον δικό μας… Η κόκ­κι­νη ση­μαία συμ­βο­λί­ζει εκεί τη δύ­να­μη της σο­βιε­τι­κής αυ­το­κρα­το­ρί­ας, η οποία αντι­κα­τέ­στη­σε το στόχο της ισό­τη­τας με το όνει­ρο της κυ­ριαρ­χί­ας».

Ει­λι­κρι­νής αντι­φα­σι­σμός, και ει­λι­κρι­νής αγω­νία ενά­ντια στους Ου­κρα­νούς φα­σί­στες, εί­μα­στε σί­γου­ροι ότι υπάρ­χουν ανά­με­σα στις γραμ­μές κά­ποιων από τους πο­λι­το­φύ­λα­κες. Αλλά τέ­τοια αι­σθή­μα­τα μπο­ρεί να βρει κα­νείς και από την άλλη πλευ­ρά του «ση­μεί­ου επα­φής» των στρα­τευ­μά­των, με­τα­ξύ των αν­θρώ­πων που στέ­κο­νται ενά­ντια στο σχέ­διο «Νο­βο­ρω­σία», και πολύ πε­ρισ­σό­τε­ρο μέσα στις γραμ­μές όσων σή­με­ρα αντι­στέ­κο­νται στη ρω­σι­κή ει­σβο­λή. Άλ­λω­στε αυ­θόρ­μη­τες «αντι-ολι­γαρ­χι­κές τά­σεις», εμ­φα­νί­στη­καν τόσο στο «Μεϊ­ντάν», όσο και στο «Αντι-Μεϊ­ντάν», αλλά δεν ήταν αυτές που επη­ρέ­α­σαν τε­λι­κά την έκ­βα­σή τους.

Γρά­φει ο Σε­ρε­ζί­νι:

«Στην μικρή πόλη Τορέζ –πήρε το όνομα από τον Μορίς Τορέζ, πρώην ηγέτη του ΚΚ Γαλ­λί­ας- χι­λιά­δες αν­θρα­κω­ρύ­χοι είχαν μεί­νει άνερ­γοι από την αρχή του πο­λέ­μου. Σή­με­ρα, πολ­λοί από αυ­τούς δου­λεύ­ουν στο Kopankas, στα πα­ρά­νο­μα ορυ­χεία μη­δε­νι­κού κό­στους… Το 2015, ο μι­σθός ήταν 700 χρίβ­νιες τη βδο­μά­δα, ή λίγο πάνω από 30 ευρώ. Δού­λευαν 6 μέρες τη βδο­μά­δα σε ακραία εκ­με­ταλ­λευ­τι­κές συν­θή­κες και πολύ συχνά πλη­ρώ­νο­νταν με σα­κού­λες κάρ­βου­νο. Το υλικό που είχαν εξο­ρύ­ξει με σκλη­ρή δου­λειά, πω­λού­νταν στους “εχθρούς” στο Κίεβο και αυτοί που έλεγ­χαν τη δια­δρο­μή -βγά­ζο­ντας χρή­μα­τα από αυτό- ήταν συ­νή­θως οι ίδιοι οι ηγέ­τες των σε­πα­ρα­τι­στών».

Kα­τα­λή­γει το άρθρο του Ιτα­λού δη­μο­σιο­γρά­φου στην εφη­με­ρί­δα  «Μα­νι­φέ­στο»:

«Τι σχέση έχει ο αντι­φα­σι­σμός με όλα αυτά; Όπως φαί­νε­ται, καμία. Είναι απλά μια λέξη, όπως το άγαλ­μα του Λένιν είναι απλά ένα άγαλ­μα -το οποίο αν μπο­ρού­σε να ζω­ντα­νέ­ψει, θα ντρε­πό­ταν που βρί­σκε­ται εκεί».

rproject.gr/

Σχόλια (0)

Το email σας δεν θα δημοσιευθεί.