Καλή σου μέρα Δήμαρχε | Μπράβο χαϊλίκι το παράθειο

Καλή σου μέρα Δήμαρχε | Μπράβο χαϊλίκι το παράθειο

  • |

Με το που ήρθε ΑΥΤΌ το δελτίο τύπου για τα φυτοπροστατευτικά προϊόντα Δήμαρχε , το εκτύπωσα και πήγα στην χρόνια συνταξιούχο αγρότισσα μάνα μου να μου δώσει τη συμβουλή της, αλλά να μου εξηγήσει κιόλας, τι ακριβώς είναι αυτά τα προϊόντα, έχοντας την καρακαμπινάτη υποψία, ότι όχι μόνο θα μου τον ξεσφυρίξει τον αγύριστο, αλλά θα με διαολοστείλει κιόλα.

του Λευτέρη Τηλιγάδα   red line

Προς μεγάλη μου έκπληξη Δήμαρχε, όχι μόνο τίποτα από τα παραπάνω δεν συνέβη, αλλά τουναντίον, που θα λέγανε και μια ντουζίνα μορφωμένοι, με αποστόμωσε η γερόντισσα μάνα: «Μπράβο χαϊλίκι το παράθειο», είπε και πήρε στα χέρια της το τυπωμένο Α4 με τις εισηγήσεις και τους εισηγητές της ημερίδας. Ειρήσθω εν παρόδω Δήμαρχε, «παράθειο» έλεγε ο πατέρας μου το «παραθείο», ένα από τα πιο «σκληρά» δηλητήρια της καπνοπαραγωγής, το οποίο η μάνα μου το γνώριζε από το χρώμα της πλαστικής συσκευασίας μέσα στην οποία διατηρούσε την υγρή του φύση.

Η μάνα μου βέβαια Δήμαρχε, δεν ήξερε να διαβάζει. Όλα αυτά τα αραδιασμένα γράμματα στο χαρτί τα κοίταγε με την ίδια απορία, που θα παρατηρούσε ένας Εσκιμώος μια καμήλα να περπατάει μονάχη της πάνω στους αφιλόξενους πάγους του βόρειου πόλου: «Μωρ΄τι είν’ ετούτα τα καλικαντζάρια;»

«Και δε μου λες παιδί μου», με ρώτησε σοβαρά, «θα αφήσουν τα μπλόκα και τα Κεφαλόβρυσα οι αγρότες και θα πάνε στην Τράπεζα της Ελλάδας να μορφωθούν για τα λιπάσματα;»

Ως απορία, δεν μπορείς να πεις Δήμαρχε, είναι σωστή.

Ακούμπησε το τυπωμένο Α4 στα πόδια της και κοίταξε πέρα τον ορίζοντα.

«Κατά δαιμόνου πάει ο κόσμος παιδί μου», μου είπε. «Αν για να γεμίσει μια ντομάτα στη ντοματιά, πρέπει να την ποτίσεις με του κόσμου τα φαρμάκια, τότε γιατί να φας ντομάτα και να μην πάρεις το παράθειο, να το κατεβάσεις μονορούφι… Έτσι κι αλλιώς μετά, θα το αγοράσεις που θα το αγοράσεις το φάρμακο, για να μη σε σκοτώσει η ντομάτα που έφαγες, γιατί να το πιεις σε συσκευασία φύσης το χημικό…»

Δύσκολες κουβέντες μιας άλλης γενιάς Δήμαρχε. Μιας γενιάς που την ντομάτα ήξερε να την μεγαλώνει στο κήπο της ή στο χωράφι της με μόνο φυτοπροστατευτικό λίγη κοπριά από το δικό της στάβλο ή το μαντρί του γείτονα, και που στην τελική, μπορεί να μην ήταν και τόσο κόκκινη ή τόσο στρογγυλή, όσο οι σημερινές, αλλά μέσα της είχε σπόρους, που μπορούσαν κάθε χρόνο με λίγη κοπριά, λίγο νερό και λόγο χώμα να σου ξαναδώσουν πάλι μια ντοματιά, ένα καλοκαίρι, ένα τραπέζι στρωμένο με ζωηρά και δροσερά χαμόγελα.

Έτσι όπως κοίταζα αυτό το πιασμένο δελτίο τύπου στα τρυφερής σκληράδας δουλεμένα χέρια της μάνας μου Δήμαρχε, είδα όλους αυτούς τους εμπόρους της φυτοπροστασίας (που στο δικό μου το μυαλό θα πει δηλητηρίαση) να μιλούν για τις τεχνικές της διαχείρισης των σκευασμάτων της και της ελάττωσης των κινδύνων τους, να συνωστίζονται στο πόντιουμ της ματαιοδοξίας τους, έχοντας την βεβαιότητα, ότι κανένας αγρότης δεν θα είναι εκεί για να τους ακούσει.

Δυστυχώς, ούτε στα μπλόκα θα είναι Δήμαρχε.

Κάποια στιγμή μόνο θα περάσουν κατά μόνας οι καλλιεργητές από τα διάφορα μαγαζιά της εμπορίας των παραπάνω σκευασμάτων και θα φροντίσουν, επειδή τα λεφτά της συγκομιδής θα είναι λίγα και τα επόμενα χρόνια, τα κιλά της παραγωγής να είναι, «πάση θυσία», πολλά.

Για αυτό σου λέω…

Ωχ αμάν, Δήμαρχε, ωχ αμάν | τα λαχανικά χαλάν | ωχ αμάν, ωχ αμάν | στα ψυγεία δεν βαστάν.