Τα ιστορικά μπουζουξίδικα και το αντίο του Καζαντζίδη

Τα ιστορικά μπουζουξίδικα και το αντίο του Καζαντζίδη

  • |

Οι δεκαετίες του 1950 και του 1960 είναι κοινά αποδεκτό πως έχουν καταγραφεί ως η πιο παραγωγική περίοδος στην ιστορία του ελληνικού λαϊκού τραγουδιού. Ποσοτικά αλλά και παραγωγικά. Μια αδιαμφισβήτητη πραγματικότητα που είχε να κάνει με πολλά πράγματα, άλλα κοινωνικά, άλλα αισθητικά και άλλα συγκυριακά.

Μουσταΐρας Γιώργος

Δεν είναι πρόθεση του παρόντος σημειώματος η ανάλυση του φαινομένου αλλά μια σύντομη ξενάγηση, με αφορμή ένα εξαιρετικό τραγούδι που κυκλοφόρησε το 1968 και απέδωσε μοναδικά η κορυφαία τραγουδίστρια Πόλυ Πάνου. Είχε τον τίτλο “Πάμε σε κέντρα κοσμικά” και δημιουργούς τον συνθέτη Ιωάννη Πολίτη και τον στιχουργό Ηλία Ωρολογά:

Απόψε θέλω να περπατήσω
μαζί με σένα να το γλεντήσω,
να κάνω τρέλες, να μεθύσω, να τα σπάσω
κι όλες τις πίκρες της ζωής να τις ξεχάσω.

Πάμε σε κέντρα κοσμικά και σε κουτούκια
στην Πόλυ Πάνου για ν’ ακούσουμε μπουζούκια,
πάμε στου “Τζίμη του Χονδρού” και στου “Κεφάλα”
στου Μαργωμένου κι από κει στη “Μαντουμπάλα”.

Αγκάλιασέ με από τη μέση
κι έλα να πάμε όπου σ’ αρέσει,
πάμε, παιδί μου, η καρδιά σου όπου θέλει
να σου χορέψω στο τραπέζι τσιφτετέλι.

Πάμε σε κέντρα κοσμικά και σε κουτούκια
και στη “Βεντέτα” για ν’ ακούσουμε μπουζούκια,
πάμε στου “Τζίμη του Χονδρού” και στην “Τριάνα”
στου “Περιβόλα” κι από κει στη “Μαντουμπάλα”.

Πάμε σε κέντρα κοσμικά και σε κουτούκια
και στη «Βεντέτα» για ν’ ακούσουμε μπουζούκια,
πάμε στου «Τζίμη του Χονδρού» και στου «Κεφάλα»
και στην «Τριάνα» κι από κει στη «Μαντουμπάλα».

 

Μέσα από τους στίχους του τραγουδιού, σε τρία λεπτά και κάτι ψιλά, ταξιδεύουμε στα πάλκα και στις πίστες εμβληματικών λαϊκών μαγαζιών, που έχουν καταγραφεί στη συνείδησή μας ως οι χώροι όπου “έλαμψαν” με την παρουσία τους κορυφαίοι ερμηνευτές και οργανοπαίκτες, γλέντησε χιλιάδες κόσμος και γράφτηκαν άπειρες σελίδες της ιστορίας του λαϊκού μας τραγουδιού.

Υπόψιν ότι έτος 1968, που κυκλοφόρησε το “Πάμε σε κέντρα κοσμικά”, ήταν σημαδιακό για 4(!) από τα 7 μαγαζιά που αναφέρονται στο τραγούδι. Η “Τριάνα” του Χειλά, του “Τζίμη του Χονδρού”, του “Κεφάλα” και του “Περιβόλα” εκείνη τη χρονιά κατέβασαν ρολά! Αφορμή, λοιπόν, το τραγούδι για να τα γνωρίσουμε.

Του “Τζίμη του Χονδρού”

Ο Δημήτρης Μάρκου ο και Τζίμης ο Χονδρός αποκαλούμενος, είχε προϊστορία με επιτυχημένα μαγαζιά από προπολεμικά. Στην ιστορία, όμως, έμεινε με το θρυλικό κέντρο “Τζίμης ο Χονδρός”, στο νούμερο 77 της οδού Αχαρνών, που μεσουράνησε στη νύχτα επί δυο δεκαετίες. Από τα τέλη της δεκαετίας του 40 μέχρι τα τέλη του 60. Στο πάλκο του βρέθηκαν ονόματα – μύθοι του λαϊκού τραγουδιού: Γιώργος Μητσάκης & Στέλλα Χασκήλ, Σεβαστή Παπαδοπούλου (Σεβάς Χανούμ), Βασίλης Τσιτσάνης & Μαρίκα Νίνου, Στέλιος Κερομύτης, Απόστολος Χατζηχρήστος, Πρόδρομος Τσαουσάκης, κ.α.

Χαρακτηριστικά του μαγαζιού τα δέκα βαρέλια με κρασί, που έπιαναν τη μια πλευρά της αίθουσας. Εικόνα από το εσωτερικό του “Τζίμη του Χονδρού”, όπως και από το πάλκο με τη Νίνου και τον Τσιτσάνη, έχουν αποτυπωθεί στην ταινία “Πιάσαμε την καλή”, του 1955. Γεύση από την ατμόσφαιρα του μαγαζιού μπορούμε να πάρουμε ακούγοντας τον δίσκο “Η Μαρίκα Νίνου στου Τζίμη του Χονδρού”, αποτέλεσμα ερασιτεχνικής ηχογράφησης, που έκανε θαμώνας, κάπου το 1955. Εδώ η διασκευή του “Θέλω να γίνω μπουφετζής”:

 

Αποκριά του 1963, χαράματα της 26ης Φεβρουαρίου, το μαγαζί του “Τζίμη του Χοντρού” άρπαξε φωτιά. Μάλλον κάποιο αποτσίγαρο φούντωσε τους σωρούς από σερπαντίνες και χαρτοπόλεμο. Μεγάλη η ζημιά. Οι εργασίες αποκατάστασης τράβηξαν σε μάκρος. Τελικά, στις 12 Οκτωβρίου όλα ήταν και πάλι έτοιμα. Το πάλκο του ξαναζωντάνεψε με τους Πάνο Γαβαλά, Ρία Κούρτη, Απόστολο Καλδάρα, Λέλα Παπαδοπούλου, Φούλη Δημητρίου, Χρηστάκη, κ.α.

Η “Τριάνα” του Χειλά

Ο Βασίλης Χειλάς, έχοντας επιστρέψει από την Αμερική, όπου οι φήμες τον ήθελαν στη συμμορία του… Αλ Καπόνε, άνοιξε στο 170 της Λεωφόρου Συγγρού, το 1948, μια ταβέρνα, την “Τριάνα”. Αυτή εξελίχθηκε σε ένα από τα πιο εμβληματικά μαγαζιά της αθηναϊκής νυχτερινής ζωής. Τσιτσάνης, Παπαϊωάννου, Καζαντζίδης, Σεβάς Χανούμ, Μπέλλου, Χιώτης, Λίντα, Μπιθικώτσης, Μαρινέλλα φιγουράρισαν στις μαρκίζες και στο πάλκο της.

Ζυθεστιατόριον “Η Τριανα”

Εκεί δοκιμάστηκε για πρώτη φορά η Βίκυ Μοσχολιού και δεν… άρεσε. Επέμεινε, όμως ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης και τελικά το ελληνικό τραγούδι κέρδισε μια κορυφαία ερμηνεύτρια.

Του “Περιβόλα” και του “Κεφάλα”

Στη περιοχή του Αγίου Νικολάου της Νίκαιας, στην διασταύρωση των οδών Παναγή Τσαλδάρη και Βρυούλων, βρίσκονταν τα δύο φημισμένα λαϊκά μαγαζιά, που έπιαναν τις δυο γωνίες. Ο “Περιβόλας” βρισκόταν στο 23 της Π. Τσαλδάρη και ο “Κεφάλας” απέναντι, στο 24.

Το κέντρο “Περιβόλας” άνοιξε το 1927, από τους αδελφούς Κώστα και Σωτήρη Περιβόλα, σαν καφενείο – ζυθοπωλείο. Σ’ αυτό εμφανίζονταν αρχικά σμυρναίικες κομπανίες. Περί τα τέλη της δεκαετίας του 40 μετεξελίχθηκε σε ταβέρνα με μπουζούκια. Ήταν φημισμένο για την κουζίνα του…
Ο “Κεφάλας”, απέναντι, ιδιοκτησία των αδελφών Γιώργου και Δημήτρη Νικολάου, πήρε το όνομά του από τον Γιώργο, που ήταν ολίγον… κεφάλας. Στου “Κεφάλα” το 1956, ο συνθέτης και μαέστρος της Κολούμπια Στέλιος Χρυσίνης πρωτάκουσε την 15χρονη Δούκισσα (Δούκισσα Φωταρά) και αμέσως την πήρε στην εταιρεία για να “χτυπήσει” δίσκο. Ήταν το τραγούδι “Με την κοπέλα π’ αγαπώ” (1957) σε μουσική του ιδίου και σε στίχους Χρήστου Κολοκοτρώνη:

Με την κοπέλα π’ αγαπώ
ήρθα παρέα να τα πιω,
αμάν, απόψε να χαρώ
μπουζούκια, ντέφια και χορό.

Πω πω, μια γλυκιά κοπέλα
όλο νάζι κι όλο τρέλα
που χορεύει και μαγεύει
το ντουνιά.

Το κορμί της σαν λυγίζει
με τρελαίνει με ζαλίζει,
έχει χάρη, έχει γλύκα
κι ομορφιά.

 

Το “Φαληρικόν” του Μαργωμένου

Στις Τζιτζιφιές (τέρμα Θησέως), ο Γιώργος Μαργωμένος διατηρούσε το λαϊκό κέντρο “Φαληρικόν”, που επί εικοσιπενταετία ήταν το πρώτο όνομα στην περιοχή. Ο Μαργωμένος είχε πολύ καλό όνομα ως καταστηματάρχης και ήταν πάντα σωστός στους λογαριασμούς του με τις ορχήστρες.

Το 1955, με την μεσολάβηση της Άννας Χρυσάφη κατάφερε και ανέβασε στο ίδιο πάλκο τον Βασίλη Τσιτσάνη και τον Γιάννη Παπαϊωάννου. Η συνεργασία των δύο κορυφαίων συνθετών, που έγιναν και κουμπάροι, έληξε τραγικά στις 3 Αυγούστου του 1972, όταν ο Γιάννης Παπαϊωάννου, φεύγοντας από το μαγαζί, σκοτώθηκε σε τροχαίο δυστύχημα. Ήταν 58 χρονών…

Άλλα μεγάλα ονόματα που είχαν παίξει στου Μαργωμένου ήσαν ο Πάνος Γαβαλάς και ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης. Για την ιστορία, ο Μαργωμένος που είχε το “Φαληρικόν” ως καλοκαιρινό μαγαζί, κάποια στιγμή άνοιξε απέναντί του και χειμερινό.

Η “Βεντέτα” και Πόλυ Πάνου

Αρχές του 1967 η Πόλυ Πάνου, με συνεταίρο τον Πάνο Γαβαλά, έφτιαξαν την δισκογραφική εταιρεία “Βεντέτα”. Ο συνεταιρισμός έληξε το 1968, οπότε ο Γαβαλάς έφτιαξε τη “Σονάτα” και η Πόλυ Πάνου, με τον σύζυγό της Στέλιο Πελαγίδη και τον Γιώργο Μαργωμένο κράτησαν τη “Βεντέτα”.

Μετά την μεγάλη επιτυχία που είχε στο “Φαληρικόν”, άνοιξε μαζί με τον Μαργωμένο, που ήταν και κουμπάρος της, ένα καινούργιο κέντρο επί της Αχαρνών, που πήρε το όνομα “Βεντέτα”.

“Μαντουμπάλα”

Την δεκαετία του 1960 λειτουργούσε στην οδό Αλεξάνδρας το κέντρο “Μαντουμπάλα”, που πήρε το όνομά του από την ομώνυμη τεράστια επιτυχία του Στέλιου Καζαντζίδη. Το τραγούδι είχε κυκλοφορήσει σε δίσκο, που από την άλλη πλευρά είχε το “Δυο πόρτες έχει η ζωή” και έκανε κοντά 100.000 πωλήσεις! Σ’ αυτό το μαγαζί, το 1966, ο Στέλιος Καζαντζίδης αποχαιρέτησε για πάντα το λαϊκό πάλκο. Εδώ ήταν, που ένας μπράβος της νύχτας, ονόματι Πανολιάσκος, απείλησε να απασφαλίσει χειροβομβίδα αν δεν του πλήρωναν προστασία!
Αυτή η μικρή περιήγηση στους “ναούς” του λαϊκού μας τραγουδιού, δεν θα μπορούσε σε καμιά περίπτωση να θεωρηθεί όχι πλήρης αλλά ούτε καν επαρκής. Μια απειροελάχιστη “μυρωδιά” από το κλίμα και την ατμόσφαιρα της εποχής, με αφορμή το τραγούδι της Πόλυς Πάνου, μόνο, μπορέσαμε να πάρουμε. Που όμως μας βοήθησε να ταξιδέψουμε στον χωροχρόνο, να ονειρευτούμε και να μελαγχολήσουμε. Το τελευταίο συναίσθημα έχει να κάνει με την μουσική κατάντια του σήμερα. Πάλι καλά, θα πει κανείς, που υπάρχουν ακόμα αρκετά διάσπαρτα κουτούκια ανά την Ελληνική επικράτεια και σώζουν μουσικά την κατάσταση!

/slpress.gr/p