«ΚΕΝΑΚΑΙΝΕΡΑ»

«ΚΕΝΑΚΑΙΝΕΡΑ»

  • |

Αυτόν τον ευφάνταστο τίτλο έχει η Έκθεση Ζωγραφικής, της Γεωργίας Συριοπούλου (επιμέλεια: Θεόφιλος Τραμπούλης), η οποία πραγματοποιείται στην αίθουσα του φιλόξενου καφέ MatchPoint (Αινιάνος 1 και Πατησίων, από 2-13 Απρίλη).

Με το που είδα τον τίτλο, «ΚΕ­ΝΑ­ΚΑΙ­ΝΕ­ΡΑ», το πρώτο που μου θύ­μι­σε ήταν τις αρ­χαιο­ελ­λη­νι­κές επι­γρα­φές, οι οποί­ες είναι με κολ­λη­τά και κε­φα­λαία γράμ­μα­τα. Εδώ, πρό­κει­ται για ζω­γρα­φι­κά έργα, τα οποία έχουν δη­μιουρ­γη­θεί την τε­λευ­ταία διε­τία, δη­λα­δή την πε­ρί­ο­δο της παν­δη­μί­ας, και δεί­χνουν κυ­ρί­ως πρό­σω­πα, αλλά και σώ­μα­τα. Πρό­σω­πα σκυ­θρω­πά, σκυ­φτά, τα­λαι­πω­ρη­μέ­να, με ελα­φρά κλίση προς τα δεξιά, και με κλει­στά μάτια, «που οι συ­γκλί­σεις τους έχουν ισχυ­ρές αγιο­γρα­φι­κές ανα­μνή­σεις», όπως επι­ση­μαί­νει ο επι­με­λη­τής της Έκ­θε­σης. Σά­μπως, αυτή δεν είναι η εποχή μας; Μια εποχή δυ­στο­πι­κή. Ίσως, γι’ αυ­τούς τους λό­γους δεν υπάρ­χουν τί­τλοι στους πί­να­κες.  Ίσως, γι’ αυτό στα ζω­γρα­φι­κά έργα της Συ­ριο­πού­λου κυ­ριαρ­χεί το στοι­χείο του μαύ­ρου χρώ­μα­τος, που συ­νή­θως πα­ρεμ­βάλ­λε­ται ανά­με­σα και γύρω από τα πρό­σω­πα ως Κε­νό-φό­ντο. Ενί­ο­τε, υπάρ­χει το άσπρο, το κόκ­κι­νο, το θα­λασ­σί.  

Δημήτρης Κατσορίδας

Κενά Και Νερά, λοι­πόν!

Όμως, ποια είναι τα κενά; Είναι τα κενά μέσα μας; Είναι αυτά που νιώ­θου­με, έντο­να, σε ορι­σμέ­νες πολύ κρί­σι­μες φά­σεις της ζωής μας και αι­σθα­νό­μα­στε σαν να εί­μα­στε άδειοι; Είναι οι συ­ναι­σθη­μα­τι­κές μας ανά­γκες; Είναι τα σκο­τει­νά ση­μεία, του εσω­τε­ρι­κού μας λα­βύ­ριν­θου;

Ποιος είναι «ο χώρος πίσω από το κενό;». Και είναι, άραγε, κάτι που πρέ­πει να εξορ­κί­σου­με το Κενό; Όχι, βέ­βαια! Αρκεί να το νιώ­σου­με, να το αφου­γκρα­στού­με, να μην το εμπο­δί­σου­με να υπάρ­ξει, να το συ­να­ντή­σου­με, να το επε­ξερ­γα­στού­με. Διότι, δεν είναι τί­πο­τε άλλο από τη δια­χεί­ρι­ση των συ­ναι­σθη­μά­των μας, η συ­νά­ντη­ση με τις μα­ταιώ­σεις και τα φα­ντά­σμα­τά μας, και η προ­σπά­θεια συμ­φι­λί­ω­σης μαζί τους. Στα φι­λο­σο­φι­κά συ­στή­μα­τα της Ανα­το­λής, η ζωή εξε­λίσ­σε­ται σε κύ­κλους, όπου στο τέλος κάθε κύ­κλου και στο άνοιγ­μα ενός νέου αφή­νε­ται ένα Κενό. Είναι το διά­στη­μα ανα­δί­φη­σης εκεί­νου που υπήρ­ξε, προ­τού αρ­χί­σει ένας και­νούρ­γιος κύ­κλος. Στην κα­θη­με­ρι­νό­τη­τά μας, αυτό το κενό διά­στη­μα είναι ο ύπνος, όπου το σώμα και το πνεύ­μα έχουν ανά­γκη ξε­κού­ρα­σης, ανά­πλα­σης και επα­να­φόρ­τι­σης. Γι’ αυτό χρειά­ζε­ται να μά­θου­με να τι­μά­με τα Κενά.

Και, πως κα­λύ­πτο­νται τα κενά; Συ­νή­θως με αρ­μούς. Αλλά, οι αρμοί θέ­λουν την φρο­ντί­δα του Νερού. Και, ποιος ο ρόλος του νερού; Το νερό ρέει, συ­μπα­ρα­σύ­ρει, κα­θα­ρί­ζει, γε­μί­ζει τα Κενά, ακόμη και τα πλημ­μυ­ρί­ζει, υπερ­χει­λί­ζει τις όχθες, αλ­λά­ζει την το­πο­λο­γία και τα σχή­μα­τα.

«Τα πάντα ρει» (κα­θε­τί ρέει), έλεγε ο Ηρά­κλει­τος. Και εξη­γού­σε πως δεν μπο­ρείς να μπεις δύο φορές στο ίδιο πο­τά­μι. Τι ση­μαί­νει αυτό; Πως στο ίδιο πο­τά­μι μπαί­νου­με και δεν μπαί­νου­με. Διότι, ενώ η εμ­φά­νι­ση του πο­τα­μού φαί­νε­ται ίδια, εντού­τοις το πε­ριε­χό­με­νο έχει αλ­λά­ξει. Το Νερό ρέει συ­νε­χώς, δια­βρώ­νει, οι όχθες αλ­λά­ζουν, κά­ποιες φορές υπερ­χει­λί­ζουν. Η υπερ­χεί­λι­ση είναι η εκτρο­πή, η έκρη­ξη, ενί­ο­τε η φθορά και η κα­τα­στρο­φή, έως ότου επέλ­θει μια νέα ροή κ.ό.κ. Έτσι, είναι και η ζωή. Λόγω των συ­νε­χών αλ­λα­γών, υπερ­χει­λί­ζει και πα­ρα­σύ­ρει τις όχθες που η ίδια έφτια­ξε για τον εαυτό της. Όταν, λοι­πόν, ο Ηρά­κλει­τος λέει ότι δεν μπο­ρείς να μπεις στο ίδιο πο­τά­μι δύο φορές, δεν εν­νο­εί, μόνο, ότι την στιγ­μή που πας να μπεις δεύ­τε­ρη φορά, τα Νερά έχουν κυ­λή­σει, αλλά εν­νο­εί επί­σης ότι και εσύ είσαι και δεν είσαι ο ίδιος. Επι­φα­νεια­κά, μόνο, μπο­ρεί να είσαι ο ίδιος. Δεν άλ­λα­ξε μόνο το πο­τά­μι, αλλά και εσύ. Αυτό είναι το βα­θύ­τε­ρο νόημα του Ηρά­κλει­του ότι τα πάντα ρέουν όπως το Νερό, πως τα πάντα κι­νού­νται, αλ­λά­ζουν και τί­πο­τα δεν είναι στα­τι­κό.

Άρα, μήπως χρειά­ζε­ται να εί­μα­στε σαν το Νερό; Δη­λα­δή, ρευ­στοί, ευ­έ­λι­κτοι, να αλ­λά­ζου­με, να ξε­περ­νά­με τα εμπό­δια και να κα­θά­ρου­με τα σκο­τει­νά μας ση­μεία;

Ίσως, και, προς αυτό να θέλει να μας προ­τρέ­ψει ο τί­τλος της Έκ­θε­σης. Του­λά­χι­στον, εγώ, έτσι το ερ­μη­νεύω… Εξάλ­λου, αυτός είναι ο σκο­πός της τέ­χνης. Όταν φεύ­γει από τον/την δη­μιουρ­γό του/της, να μπο­ρεί να πα­ρά­γει δια­φο­ρε­τι­κές ερ­μη­νεί­ες στους ακρο­α­τές, και να μας φέρ­νει σε επαφή με εσω­τε­ρι­κές, δικές μας, διερ­γα­σί­ες εκεί­νης της στιγ­μής.

Κενά Και Νερά, λοι­πόν! Όχι, με την έν­νοια της αι­τιο­κρα­τί­ας ή της Αρι­στο­τε­λι­κής λο­γι­κής ότι η φύση απε­χθά­νε­ται τα Κενά, αλλά με την έν­νοια τόσο του αστάθ­μη­του όσο και του συν­δυα­σμού, που επι­τρέ­πει την διερ­γα­σία, την ελευ­θε­ρία (ή δυ­σκο­λία) από­δο­σης των δια­φό­ρων μορ­φών και κι­νή­σε­ων, την πα­ρέκ­κλι­ση από «το αί­τη­μα της σω­στής από­δο­σης του χώρου [που] είναι ένα κα­τε­ξο­χήν αί­τη­μα της εξου­σί­ας», όπως λέει η ζω­γρά­φος.

Θαρρώ πως ο τί­τλος της Έκ­θε­σης, της Συ­ριο­πού­λου, μας δίνει τροφή για πε­ραι­τέ­ρω σκέ­ψεις. Ως πα­ρά­δειγ­μα ανα­φέ­ρω τη σχέση με­τα­ξύ Κε­νού-Νε­ρού. Όπως φαί­νε­ται,  πα­ρεμ­βάλ­λε­ται ο σύν­δε­σμος «Και». Δεν βρί­σκο­νται σε αντι­πα­ρά­θε­ση το Κενό με το Νερό, αλ­λιώς θα υπήρ­χε το «είτε». Αντί­θε­τα, το «Και» συν­δέ­ει το Κενό με το Νερό. Το κενό ως κάτι άπια­στο, αψη­λά­φη­το, απε­ριό­ρι­στο, που όμως επι­τρέ­πει διερ­γα­σί­ες μέσω της αγω­γι­μό­τη­τάς του, στην προ­κει­μέ­νη πε­ρί­πτω­ση την ροή του Νερού. Η έν­νοια του Νερού είναι με­τα­φο­ρι­κή. «Το νερό και τα υγρά σκά­βουν το χώμα, σκά­βουν την πέτρα, σκά­βουν το σώμα, δια­νοί­γουν οπές, εκλύ­ο­νται από πό­ρους και κα­θι­στούν το αντι­κεί­με­νο, που ήταν ως εκεί­νη την ώρα κλει­στό, δια­πε­ρα­τό και άρα για τη Γε­ωρ­γία [Συ­ριο­πού­λου] αι­σθη­τό», όπως επι­ση­μαί­νει ο επι­με­λη­τής στο Ενη­με­ρω­τι­κό Ση­μεί­ω­μα της Έκ­θε­σης.

Ροή-κί­νη­ση-ρευ­στό­τη­τα-διά­βρω­ση-φθο­ρά-ανα­δια­μόρ­φω­ση κ.ό.κ., είναι ο κύ­κλος της ζωής. Κενά Και Νερά, λοι­πόν!

/rproject.gr

Σχόλια (0)

Το email σας δεν θα δημοσιευθεί.