Κορνήλιος Καστοριάδης: Ο στοχαστής της Αυτόνομης Κοινωνίας

Κορνήλιος Καστοριάδης: Ο στοχαστής της Αυτόνομης Κοινωνίας

  • |

Πριν 100 χρόνια, στις 11-3-1922, γεννήθηκε ο στοχαστής, φιλόσοφος και ψυχαναλυτής Κορνήλιος Καστοριάδης.

 Το βα­σι­κό που τον απα­σχο­λού­σε ήταν το πως οι άν­θρω­ποι θα πά­ψουν να είναι πα­θη­τι­κοί κα­τα­να­λω­τές προ­ϊ­ό­ντων και ιδεών, πως θα ανα­πτύ­ξουν κρι­τι­κή σκέψη, και γε­νι­κά με ποιο τρόπο θα εν­δυ­να­μω­θούν απέ­να­ντι στην έλ­λει­ψη θέ­λη­σης, στην έλ­λει­ψη διά­θε­σης, στην έλ­λει­ψη επι­θυ­μί­ας, δη­λα­δή στην «μί­ζε­ρη αντί­λη­ψη της ελευ­θε­ρί­ας», που πα­ρά­γει κυ­νι­σμό και αλ­λο­τρί­ω­ση, και άρα εξά­πλω­ση της ανευ­θυ­νό­τη­τας, της αδια­φο­ρί­ας, της έλ­λει­ψης φα­ντα­σί­ας και πο­λι­τι­στι­κής και πο­λι­τι­κής δη­μιουρ­γί­ας, τα οποία έχουν τρα­γι­κά απο­τε­λέ­σμα­τα όπως είναι η μοι­ρο­λα­τρι­κή απο­δο­χή του εφή­με­ρου, η επι­τα­χυ­νό­με­νη κα­τα­στρο­φή της φύσης και κατά συ­νέ­πεια του αν­θρώ­που.

Δημήτρης Κατσορίδας

Με λίγα λόγια, το μέ­λη­μα του ήταν πως θα ξε­πε­ρα­στούν οι αρ­νή­σεις της κοι­νω­νί­ας και θα δη­μιουρ­γη­θεί κάτι αλη­θι­νά συλ­λο­γι­κό, αντι­ιε­ραρ­χι­κό και δη­μο­κρα­τι­κό. Γι’ αυτό μί­λη­σε για αυ­τό­νο­μη κοι­νω­νία και αυ­τό­νο­μο άτομο εντός της, σε αμ­φί­δρο­μη σχέση με­τα­ξύ τους, η οποία ση­μαί­νει άμεση δη­μο­κρα­τία και αυ­το­δια­χεί­ρι­ση, αυ­το­ορ­γά­νω­ση και συ­νε­λεύ­σεις πο­λι­τών που συμ­με­τέ­χουν στη λήψη των απο­φά­σε­ων κα­τό­πιν πλη­ρο­φό­ρη­σης-δια­βού­λευ­σης-ανα­στο­χα­σμού-γνώ­σης-παι­δεί­ας-κρι­τι­κής σκέ­ψης, εκλεγ­μέ­νοι και ανα­κλη­τοί ανά πάσα στιγ­μή αντι­πρό­σω­ποι, πε­ρισ­σό­τε­ρος ελεύ­θε­ρος χρό­νος, κυ­ριαρ­χία των πο­λι­τών και όχι των γρα­φειο­κρα­τών-τε­χνο­κρα­τών-ει­δι­κών και κομ­μά­των, αυ­το­θέ­σμι­ση των κα­νό­νων της κοι­νω­νί­ας. Η δε πάλη για αυ­τό­νο­μη κοι­νω­νία προ­ϋ­πο­θέ­τει την ενερ­γό συμ­με­το­χή των αν­θρώ­πων. Αν­θρώ­πων, οι οποί­οι δια­κα­τέ­χο­νται από το πάθος για δη­μιουρ­γία, πο­λι­τι­σμι­κή ανά­πτυ­ξη, δη­μο­κρα­τία, ελευ­θε­ρία, συλ­λο­γι­κό­τη­τα, με­τά­δο­ση γνώ­σε­ων. Αν­θρώ­πων που δια­κρί­νο­νται για την εντι­μό­τη­τά τους, την ανι­διο­τε­λή προ­σφο­ρά τους, ακέ­ραιους, αδιά­φθο­ρους και  αφο­σιω­μέ­νους σε αυτά που επι­λέ­γουν.

Αντί­θε­τα, αυτά τα στοι­χεία δεν υπάρ­χουν σε μια ετε­ρό­νο­μη κοι­νω­νία, όπως είναι η κα­πι­τα­λι­στι­κή, η οποία δια­κρί­νε­ται από αν­θρώ­πους κλει­σμέ­νους στην ατο­μι­κό­τη­τά τους και στην ιδιω­τι­κή τους σφαί­ρα, ανή­μπο­ρους ή/και αδιά­φο­ρους να επω­μι­στούν τις ευ­θύ­νες που απορ­ρέ­ουν από τις κοι­νω­νι­κές σχέ­σεις και ανά­γκες, πα­ρα­δί­νο­ντας τις τύχες τους σε άλ­λους, οι οποί­οι ανε­ξέ­λεγ­κτα δια­μορ­φώ­νουν και επι­βάλ­λουν νό­μους και ιδε­ο­λη­ψί­ες. Αν­θρώ­πους πα­ρα­δο­μέ­νους στον μη­δε­νι­σμό, που εν­δια­φέ­ρο­νται μόνο για τη με­γι­στο­ποί­η­ση της κα­τα­νά­λω­σης, την από­κτη­ση γο­ή­τρου ή δύ­να­μης, πλού­του ή συ­νε­χών αγα­θών, χει­ρα­γω­γού­με­νους από τα μέσα μα­ζι­κής ενη­μέ­ρω­σης, πε­ρι­φέ­ρο­ντας το σαρ­κίο τους από εδώ και από εκεί, χωρίς κοι­νω­νι­κές ευαι­σθη­σί­ες και ανη­συ­χί­ες για το τι μέλει γε­νέ­σθαι, ζώ­ντας στην κε­νό­τη­τα μιας ψευ­δούς ικα­νο­ποί­η­σης. Και το πιο τρα­γι­κό απ’ όλα είναι ότι δεν γνω­ρί­ζουν ή δεν θέ­λουν να γνω­ρί­σουν ότι είναι εγκλω­βι­σμέ­νοι σε ένα τρόπο ζωής που η θε­σμι­σμέ­νη πα­ρά­δο­ση έχει κα­θιε­ρώ­σει και ση­μα­σιο­δο­τή­σει. Και αυτό ακρι­βώς είναι η αλ­λο­τρί­ω­ση, δη­λα­δή η απο­ξέ­νω­ση τόσο από τον εαυτό μας όσο και από την κα­τε­στη­μέ­νη θέ­σμι­ση της κοι­νω­νί­ας, την οποία οι άν­θρω­ποι δεν αμ­φι­σβη­τούν, αλλά την δέ­χο­νται ως κάτι «φυ­σι­κό» και «αναλ­λοί­ω­το».

Όμως, βα­σι­κή προ­ϋ­πό­θε­ση της αυ­το­νο­μί­ας είναι η αμ­φι­σβή­τη­ση των «ιερών αλη­θειών», των νόμων και των θε­σμών που έχουν φτιά­ξει άλλοι για εμάς χωρίς εμάς. Ταυ­τό­χρο­να, είναι το Πρό­ταγ­μα, δη­λα­δή η συ­νει­δη­τή πρό­θε­ση του με­τα­σχη­μα­τι­σμού του υπάρ­χο­ντος, μέσω της ανά­δυ­σης του και­νούρ­γιου, κα­θο­δη­γού­με­νου από ένα νέο νόημα. Οι μαρ­ξι­στές μι­λά­νε για το πρό­ταγ­μα του σο­σια­λι­σμού, ενώ ο Κα­στο­ριά­δης, ο οποί­ος εγκα­τέ­λει­ψε τον μαρ­ξι­σμό, το λέει Αυ­τό­νο­μη Κοι­νω­νία. Το πρό­ταγ­μα έρ­χε­ται σε αντί­θε­ση με την αντί­λη­ψη της ου­το­πί­ας, επει­δή ο Κα­στο­ριά­δης την θε­ω­ρεί με­τα­φυ­σι­κή έν­νοια, η οποία ανα­φέ­ρε­ται σε ένα απροσ­διό­ρι­στο και επί της ου­σί­ας ανύ­παρ­κτο επέ­κει­να (ου-τό­πος), ενώ αντί­θε­τα το πρό­ταγ­μα μιας αυ­τό­νο­μης κοι­νω­νί­ας θε­ω­ρεί ότι εν δυ­νά­μει μπο­ρεί να πραγ­μα­το­ποι­η­θεί. Όμως, η πραγ­μα­το­ποί­η­σή του εξαρ­τά­ται, μόνο, από την δρα­στη­ριό­τη­τα των αν­θρώ­πων, «από τη κα­τα­νό­η­σή τους, από τη θέ­λη­σή τους, από τη φα­ντα­σία τους».

Έδωσε ιδιαί­τε­ρη έμ­φα­ση στην οι­κο­λο­γία, προ­τάσ­σο­ντας τον «δη­μο­κρα­τι­κό αυ­το­πε­ριο­ρι­σμό» ως τρόπο ανα­γνώ­ρι­σης των ορίων των πρά­ξε­ων μας και των αντι­λή­ψε­ών μας ότι τάχα μπο­ρού­με στον τομέα της οι­κο­νο­μι­κής πα­ρα­γω­γής να ανα­πα­ρά­γου­με επ’ αό­ρι­στον την ση­με­ρι­νή κα­τά­στα­ση πραγ­μά­των σε σχέση με το πε­ρι­βάλ­λον, από του οποί­ου την ευ­θραυ­στό­τη­τα και επι­βί­ω­ση θα εξαρ­τη­θεί η ίδια η ύπαρ­ξη της αν­θρω­πό­τη­τας.

Τέλος, να θυ­μί­σου­με ότι άσκη­σε κρι­τι­κή στη μαρ­ξι­στι­κή θε­ω­ρία, έχο­ντας κατά κύριο λόγο υπόψη του τα κράτη του τέως λε­γό­με­νου «υπαρ­κτού σο­σια­λι­σμού». Όμως, αδι­κεί τον μαρ­ξι­σμό όταν τον θε­ω­ρεί κλει­στό σύ­στη­μα, το οποίο εμ­φα­νί­ζε­ται με την έν­νοια του υπερ­κα­θο­ρι­σμού της ιστο­ρί­ας από τους οι­κο­νο­μι­κούς νό­μους ή ότι ερ­μη­νεύ­ει την ιστο­ρία με βάση συ­γκε­κρι­μέ­νους ατσά­λι­νους νό­μους, οι οποί­οι έχουν την ισχύ φυ­σι­κών νόμων. Και ενώ εν μέρει έχει δίκιο στην κρι­τι­κή του, εντού­τοις υπήρ­χαν και υπάρ­χουν μαρ­ξι­στι­κά ρεύ­μα­τα, τα οποία άσκη­σαν και ασκούν κρι­τι­κή στην τε­λε­ο­λο­γι­κή αντί­λη­ψη του μαρ­ξι­σμού, ενώ αρ­νού­νται την ανα­γω­γή (ανα­γω­γι­σμός) και τη με­τα­φο­ρά των με­θό­δων των φυ­σι­κών επι­στη­μών, αλλά και των νόμων της φύσης, στη με­λέ­τη της κοι­νω­νί­ας. Και αυτό διότι οι νόμοι που επι­κρα­τούν στην φύση δεν μπο­ρούν να με­τα­φερ­θούν στην κί­νη­ση της κοι­νω­νί­ας, επει­δή τα κοι­νω­νι­κά φαι­νό­με­να είναι πο­λύ­πλο­κες δια­δι­κα­σί­ες λόγω του γε­γο­νό­τος ότι υπει­σέρ­χε­ται ο αν­θρώ­πι­νος πα­ρά­γο­ντας (η συ­νεί­δη­ση, οι κοι­νω­νι­κοί αντα­γω­νι­σμοί, οι δια­φο­ρε­τι­κοί πο­λι­τι­σμοί, κ.λπ.). Επι­πρό­σθε­τα, επει­δή ο μαρ­ξι­σμός «Έχει συ­νεί­δη­ση της ιστο­ρι­κής, με­τα­βα­τι­κής του ση­μα­σί­ας», όπως έλεγε ο Τρό­τσκι, γι’ αυτό και η μαρ­ξι­στι­κή θε­ω­ρία (όχι η στα­λι­νι­κή δια­στρέ­βλω­σή της), είναι μια ανοι­χτή θε­ω­ρία, η οποία συ­νε­χώς εμπλου­τί­ζε­ται και ανα­νε­ώ­νε­ται, λαμ­βά­νο­ντας πάντα υπόψη και την εξέ­λι­ξη των επι­στη­μών. Υπό αυτή την έν­νοια, δεν είναι τυ­χαίο που στο εσω­τε­ρι­κό του μαρ­ξι­σμού υπάρ­χουν και ανα­πτύσ­σο­νται δια­φο­ρε­τι­κά ρεύ­μα­τα σκέ­ψης και δια­φο­ρε­τι­κές ερ­μη­νεί­ες. Και αυτό είναι το με­γα­λείο του, ότι είναι ένα ανοι­χτό και κα­θό­λου από­λυ­το σύ­στη­μα, το οποίο τε­λι­κά προ­ε­τοι­μά­ζει τα ανα­γκαία στοι­χεία για την υπέρ­βα­ση του, τα οποία δια­λε­κτι­κά θα είναι και ο θρί­αμ­βός του, όπως πάλι έλεγε ο Τρό­τσκι, που ο Κα­στο­ριά­δης στα νιάτα του είχε τα­χθεί μαζί του και με το τρο­τσκι­στι­κό ρεύμα.

://rproject.gr