Ιταλία: Μια γενική απεργία δύσκολη, που έδειξε όμως δυνατότητες

Ιταλία: Μια γενική απεργία δύσκολη, που έδειξε όμως δυνατότητες

  • |

Στις 16 Δεκέμβρη 2021 στην Ιταλία, έγινε μια γενική απεργία ενάντια στον προϋπολογισμό της κυβέρνησης Μάριο Ντράγκι, μετά από κάλεσμα της CGIL υπό την ηγεσία του Μαουρίτσιο Λαντίνι και της UIL υπό την ηγεσία του Πιερπάολο Μπομπαρντιέρι -πρόκειται για τις 2 από τις 3 βασικές συνδικαλιστικές συνομοσπονδίες.

Ήταν μια δύ­σκο­λη απερ­γία, με ελά­χι­στο χρόνο προ­ε­τοι­μα­σί­ας, καθώς ανα­κη­ρύ­χθη­κε στις 6 Δε­κέμ­βρη και έγινε λίγο πριν αρ­χί­σουν οι δια­κο­πές των Χρι­στου­γέν­νων. Υπήρ­χε σο­βα­ρό ρίσκο να απο­δει­χθεί μια με­γά­λη απο­τυ­χία.

Φράνκο Τουριλιάτο | μετάφραση Πάνος Πέτρου

Οι πέντε δια­δη­λώ­σεις που ορ­γα­νώ­θη­καν -στη Ρώμη για την κε­ντρι­κή Ιτα­λία, στο Μι­λά­νο για τη βό­ρεια, στο Μπάρι για τη νότια, στο Πα­λέρ­μο για την Σι­κε­λία και στο Κά­λια­ρι για τη Σαρ­δη­νία- είχαν καλή συμ­με­το­χή, με ισχυ­ρή την πα­ρου­σία των ερ­γα­ζο­μέ­νων σε ερ­γο­στά­σια: η συμ­με­το­χή στην απερ­γία ήταν υψη­λό­τε­ρη στους με­ταλ­λερ­γά­τες, τους ερ­γα­ζό­με­νους στις με­τα­φο­ρές και στην αγρο­βιο­μη­χα­νία, αλλά χα­μη­λή σε άλ­λους κλά­δους, όπως στο δη­μό­σιο.

Το πα­νό­ρα­μα της Ιτα­λί­ας

Μετά από 2 χρό­νια παν­δη­μί­ας, με πε­ρί­που 140.000 θύ­μα­τα, ένα ρη­μαγ­μέ­νο σύ­στη­μα υγεί­ας, 5 εκα­τομ­μύ­ρια αν­θρώ­πους στην από­λυ­τη φτώ­χεια, εκα­τομ­μύ­ρια ανέρ­γους κι επι­σφα­λείς, υπήρ­χαν με­γά­λες ελ­πί­δες και αυ­τα­πά­τες για τον προ­ϋ­πο­λο­γι­σμό του 2022 και το Εθνι­κό Σχέ­διο Ανά­καμ­ψης. Καθώς υπήρ­χαν ση­μα­ντι­κοί δια­θέ­σι­μοι πόροι (200 δισ. ευρώ για το Σχέ­διο Ανά­καμ­ψης, άλλα 33 δισ. για το δη­μο­σιο­νο­μι­κό νο­μο­σχέ­διο), υπήρ­χε η προσ­δο­κία ότι θα χρη­σι­μο­ποι­η­θούν για ένα με­γά­λο σχέ­διο δη­μό­σιων επεν­δύ­σε­ων και μα­ζι­κών προ­σλή­ψε­ων προ­σω­πι­κού για να εγ­γυ­η­θούν τα συ­στή­μα­τα παι­δεί­ας, υγεί­ας, συ­γκοι­νω­νί­ας, τις επαρ­κείς κοι­νω­νι­κές υπη­ρε­σί­ες και η πε­ρι­βό­η­τη οι­κο­λο­γι­κή με­τά­βα­ση. Με άλλα λόγια, ότι θα πα­ρα­χω­ρού­ταν μια κοι­νω­νι­κή «απο­ζη­μί­ω­ση» στις ερ­γα­ζό­με­νες και λαϊ­κές τά­ξεις που υπέ­φε­ραν και συ­νε­χί­ζουν να υπο­φέ­ρουν από την κοι­νω­νι­κο-οι­κο­νο­μι­κή και την παν­δη­μι­κή κρίση.

Οι επι­λο­γές της άρ­χου­σας τάξης και της κυ­βέρ­νη­σης -που εγ­γυά­ται τα συμ­φέ­ρο­ντα των κυ­ρί­αρ­χων, υπό τη βο­να­παρ­τι­στι­κή ηγε­σία του Μάριο Ντρά­γκι, με μια πλα­τιά και ετε­ρό­κλη­τη κοι­νο­βου­λευ­τι­κή πλειο­ψη­φία και μια δια­κο­σμη­τι­κή αντι­πο­λί­τευ­ση από τους ακρο­δε­ξιούς Αδελ­φούς της Ιτα­λί­ας- υπήρ­ξαν πολύ δια­φο­ρε­τι­κές. Ο στό­χος της αστι­κής τάξης είναι με­γά­λης κλί­μα­κας δια­δι­κα­σί­ες βιο­μη­χα­νι­κής ανα­διάρ­θρω­σης και πε­ραι­τέ­ρω επι­σφα­λειο­ποί­η­ση, υπο­τα­γή και εκ­με­τάλ­λευ­ση της ερ­γα­τι­κής δύ­να­μης προ­κει­μέ­νου να δια­σφα­λί­σει την επι­βί­ω­ση του Ιτα­λι­κού και του Ευ­ρω­παϊ­κού κα­πι­τα­λι­σμού. Υπάρ­χει με­γά­λος κίν­δυ­νος για μια νέα σο­βα­ρή ήττα του ερ­γα­τι­κού και συν­δι­κα­λι­στι­κού κι­νή­μα­τος και μιας βα­θιάς και δρα­μα­τι­κής κοι­νω­νι­κής και πο­λι­τι­κής υπο­χώ­ρη­σης. Πα­ράλ­λη­λα, οι δια­δι­κα­σί­ες κλει­σί­μα­τος ερ­γα­τι­κών χώρων, με­τε­γκα­τά­στα­σης και μα­ζι­κών απο­λύ­σε­ων είναι σε πλήρη εξέ­λι­ξη, θί­γο­ντας εκα­το­ντά­δες χι­λιά­δες ερ­γα­ζό­με­νους. Αυτά αφο­ρούν εκα­το­ντά­δες ερ­γο­στά­σια, κά­ποια από τα οποία έχουν ζήσει πολύ σκλη­ρούς και πα­ρα­τε­τα­μέ­νους αγώ­νες, όπως η GKN στη Φλω­ρε­ντία και η Whirlpool στη Νά­πο­λι.

Το Σχέ­διο του Ντρά­γκι δια­θέ­τει πάνω από 100 δισ. ευ­ρω­παϊ­κών πόρων [το σχέ­διο Next Generation της ΕΕ] σε κα­πι­τα­λι­στι­κές εται­ρί­ες, χωρίς κα­νέ­ναν πε­ριο­ρι­σμό ή προ­ϋ­πό­θε­ση για τη χρήση τους. Αυτά προ­στί­θε­νται στα 170 δισ. που με­τα­φέρ­θη­καν από το κρά­τος στις εται­ρί­ες τα τε­λευ­ταία 10 χρό­νια και τα 40 δισ. που δίνει ο φε­τι­νός προ­ϋ­πο­λο­γι­σμός στα αφε­ντι­κά για τα επό­με­να 3 χρό­νια. Επί­σης, η κυ­βέρ­νη­ση έβαλε τέλος στο πά­γω­μα των εξώ­σε­ων και των απο­λύ­σε­ων. Σχε­δί­α­σε ένα νόμο αντα­γω­νι­στι­κό­τη­τας που προ­ω­θεί την ιδιω­τι­κο­ποί­η­ση δη­μό­σιων υπη­ρε­σιών. Επι­βε­βαί­ω­σε την ισχύ του κα­τά­πτυ­στου νόμου Μό­ντι-Φορ­νέ­ρο για τις συ­ντά­ξεις. Επι­τέ­θη­κε στο λε­γό­με­νο «ει­σό­δη­μα του πο­λί­τη», το οποίο, καλώς ή κακώς, εγ­γυά­ται τα ελά­χι­στα ανα­γκαία για την απλή επι­βί­ω­ση εκα­τομ­μυ­ρί­ων αν­θρώ­πων, ει­δι­κά στο Νότο. Συ­νε­χί­ζει στο δρόμο της λε­γό­με­νης «δια­φο­ρο­ποι­η­μέ­νης αυ­το­νο­μί­ας», η οποία στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα διαι­ρεί τη χώρα, ευ­νο­ώ­ντας τις πλου­σιό­τε­ρες πε­ριο­χές σε βάρος των φτω­χό­τε­ρων. Ει­σά­γει μια φο­ρο­λο­γι­κή με­ταρ­ρύθ­μι­ση που μειώ­νει την προ­ο­δευ­τι­κή φο­ρο­λό­γη­ση και ενι­σχύ­ει τα με­σαία και υψηλά ει­σο­δή­μα­τα, δια­θέ­το­ντας με­ρι­κά ψί­χου­λα για τα χα­μη­λό­τε­ρα. Απαλ­λάσ­σει τις μι­κρές και με­σαί­ες επι­χει­ρή­σεις από την πλη­ρω­μή του IRAP, του ει­δι­κού φόρου που χρη­μα­το­δο­τεί τη δη­μό­σια υγεία. Αυτό θε­ω­ρεί­ται το πρώτο βήμα για την κα­τάρ­γη­σή του και για τις με­γά­λες επι­χει­ρή­σεις, όπως επι­θυ­μεί η Κον­φι­ντού­στρια, η ορ­γά­νω­ση των ερ­γο­δο­τών στην Ιτα­λία. Επι­πλέ­ον, η κυ­βέρ­νη­ση φρό­ντι­σε να μην επι­στρέ­ψει τα 37 δισ. που έχουν κοπεί από το σύ­στη­μα υγεί­ας τα τε­λευ­ταία 10 χρό­νια και τα 30 δισ. που έχουν κοπεί από τα σχο­λεία. Πα­ράλ­λη­λα, μπλο­κά­ρει την ανα­νέ­ω­ση της τριε­τούς σύμ­βα­σης (η τε­λευ­ταία ίσχυε το 2019-21) για τους δη­μό­σιους υπαλ­λή­λους. Από την άλλη όμως, αυ­ξά­νει τις στρα­τιω­τι­κές δα­πά­νες κατά 5,4% (26 δισ. ετη­σί­ως).

Οι ηγε­σί­ες των με­γά­λων συν­δι­κά­των, οι οποί­ες για πολλά χρό­νια είχαν υπο­τα­χθεί πλή­ρως στις επι­λο­γές της αστι­κής τάξης, υπο­στή­ρι­ξαν από την αρχή την κυ­βέρ­νη­ση Ντρά­γκι, ελ­πί­ζο­ντας μά­ταια ότι -δε­δο­μέ­νων των τε­ρά­στιων πόρων που έχει στη διά­θε­σή του- ο πρώην επι­κε­φα­λής της Ευ­ρω­παϊ­κής Κε­ντρι­κής Τρά­πε­ζας θα αντα­πο­κρι­νό­ταν σε κά­ποια από τα πε­ριο­ρι­σμέ­να αι­τή­μα­τά τους.

Αυτά μπο­ρούν να συ­νο­ψι­στούν ως εξής: Με­ρι­κή με­ταρ­ρύθ­μι­ση του νόμου για τις συ­ντά­ξεις. Πε­ρισ­σό­τε­ροι πόροι για τα δί­κτυα κοι­νω­νι­κής προ­στα­σί­ας που θα πα­ρέ­χουν επι­πλέ­ουν εγ­γυ­ή­σεις όσους χά­νουν τη δου­λειά τους. Μια φο­ρο­λο­γι­κή με­ταρ­ρύθ­μι­ση που θα αντα­πο­κρί­νε­ται στις ανά­γκες των μι­σθω­τών, που είναι οι μο­να­δι­κοί στην Ευ­ρώ­πη των οποί­ων οι μι­σθοί πέ­φτουν στα­θε­ρά τα τε­λευ­ταία 30 χρό­νια (και τι έκανε άραγε η γρα­φειο­κρα­τι­κή ηγε­σία για να το εμπο­δί­σει;). Αλ­λα­γές στους νό­μους για την επι­σφά­λεια με μια ενιαία σύμ­βα­ση σε όλους τους χώ­ρους δου­λειάς. Ένα γε­νι­κό­τε­ρο αί­τη­μα για διά­θε­ση πε­ρισ­σό­τε­ρων πόρων σε υγεία και παι­δεία.

Οι δια­πραγ­μα­τεύ­σεις προ­χω­ρού­σαν αργά επί μή­νε­ςχω­ρίς τα συν­δι­κά­τα να κερ­δί­ζουν τί­πο­τα. Ένας από τους λό­γους που συ­νέ­βη αυτό ήταν και ότι οι ηγε­σί­ες τους απέ­κλειαν κάθε πι­θα­νό­τη­τα απερ­γιών και αγώ­νων. Τε­λι­κά, κα­τέ­λη­ξαν να πε­ριο­ρι­στούν μόνο στο αί­τη­μα ότι του­λά­χι­στον 8 δισ. του προ­ϋ­πο­λο­γι­σμού θα χρη­σι­μο­ποι­η­θούν για να στη­ρι­χθούν τα ει­σο­δή­μα­τα των ερ­γα­ζο­μέ­νων μέσα από φο­ρο­α­παλ­λα­γές. Τα κόμ­μα­τα που στη­ρί­ζουν την κυ­βέρ­νη­ση απά­ντη­σαν προ­τεί­νο­ντας φο­ρο­λο­γι­κές αλ­λα­γές που κι­νού­νται στην αντί­θε­τη κα­τεύ­θυν­ση: Μεί­ω­ση των συ­ντε­λε­στών φο­ρο­λο­γί­ας και συ­νε­πώς της προ­ο­δευ­τι­κής φο­ρο­λό­γη­σης και πα­ρα­χώ­ρη­ση ελα­φρύν­σε­ων στα με­σαία και υψηλά ει­σο­δή­μα­τα, συ­μπε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νων των ιδιω­τών επαγ­γελ­μα­τιών. Με­ρι­κά ψί­χου­λα πα­ρα­χω­ρή­θη­καν στα χα­μη­λό­τε­ρα ει­σο­δή­μα­τα. Ακόμα και η υπό­σχε­ση του Ντρά­γκι να ανα­βά­λει τις πε­ρι­κο­πές φόρων στα με­γα­λύ­τε­ρα ει­σο­δή­μα­τα για ένα χρόνο, προ­κει­μέ­νου να δια­θέ­σει με­ρι­κές εκα­το­ντά­δες εκα­τομ­μύ­ρια επι­πλέ­ον σε φο­ρο­α­παλ­λα­γές στους ερ­γα­ζό­με­νους, ανα­τρά­πη­κε από την πλειο­ψη­φία των πο­λι­τι­κών κομ­μά­των που στη­ρί­ζουν την κυ­βέρ­νη­ση.

Ως απο­τέ­λε­σμα, οι συν­δι­κα­λι­στι­κές ηγε­σί­ες βρέ­θη­καν με την πλάτη στον τοίχο. Όχι μόνο δεν ικα­νο­ποι­ή­θη­καν τα αι­τή­μα­τά τους, αλλά τους αρ­νή­θη­καν και οποιον­δή­πο­τε με­σο­λα­βη­τι­κό ή συμ­βου­λευ­τι­κό ρόλο. Η CISL, η οποία υπήρ­ξε πά­ντο­τε η συ­νο­μο­σπον­δία που ήταν πιο στενά προ­σκολ­λη­μέ­νη στις διά­φο­ρες κυ­βερ­νή­σεις, δεν αντι­με­τώ­πι­σε ιδιαί­τε­ρη «δυ­σκο­λία» στο να απο­δε­χτεί τα κυ­βερ­νη­τι­κά μέτρα. Από τη μεριά τους, οι ηγε­σί­ες της CGIL και της UIL, υπο­χρε­ώ­θη­καν να απε­λευ­θε­ρω­θούν από τη λαβή της κυ­βέρ­νη­σης και, συ­νε­πώς, προ­κή­ρυ­ξαν γε­νι­κή απερ­γία για τις 16 Δε­κέμ­βρη.

Η κα­τά­στα­ση που αντι­με­τώ­πι­ζαν οι μη­χα­νι­σμοί αυτών των δύο συ­νο­μο­σπον­διών είχε γίνει απο­λύ­τως κρί­σι­μη και όσον αφορά την αξιο­πι­στία τους απέ­να­ντι στα μέλη τους και την ερ­γα­τι­κή τάξη γε­νι­κό­τε­ρα, αλλά και όσον αφορά την ικα­νό­τη­τά τους να δια­τη­ρή­σουν έναν ελά­χι­στο χώρο για ελιγ­μούς απέ­να­ντι στην κυ­βέρ­νη­ση.

Πράγ­μα­τι, είναι εμ­φα­νές ότι η από­φα­ση των Λα­ντί­νι και Μπο­μπαρ­ντιέ­ρι­να πάνε σε απερ­γία δεν είχε ως κί­νη­τρο την επί­γνω­ση της δύ­σκο­λης κα­τά­στα­σης των ερ­γα­ζό­με­νων τά­ξε­ων -που εκ­φρά­στη­κε το φθι­νό­πω­ρο με κι­νη­το­ποι­ή­σεις σε ερ­γο­στά­σια για την υπε­ρά­σπι­ση θέ­σε­ων ερ­γα­σί­ας- αλλά ένα άλλο γε­γο­νός: ο ρόλος τους ως συμ­βου­λευ­τι­κός μη­χα­νι­σμός είχε τεθεί σε αμ­φι­σβή­τη­ση από την κυ­βέρ­νη­ση Ντρά­γκι και τα κόμ­μα­τα που την υπο­στη­ρί­ζουν. Η σχέση τους με τμή­μα­τα της κοι­νω­νι­κής τους βάσης απο­κτού­σε όλο και με­γα­λύ­τε­ρες ρωγ­μές.

Στη διάρ­κεια αυτής της πε­ριό­δου, αυτοί οι μη­χα­νι­σμοί σπα­τά­λη­σαν μήνες ολό­κλη­ρους, όπου αντί να υπο­τάσ­σο­νται στον Ντρά­γκι, θα μπο­ρού­σαν να οι­κο­δο­μή­σουν τις πιο σα­φείς και ισχυ­ρές πρω­το­βου­λί­ες στους χώ­ρους δου­λειάς και να προ­ω­θή­σουν έναν γε­νι­κευ­μέ­νο αγώνα για να απο­σπά­σουν οι­κο­νο­μι­κά, κοι­νω­νι­κά και θε­με­λιώ­δη δι­καιώ­μα­τα για τους ερ­γα­ζό­με­νους.

Συ­νε­πώς, η προ­κή­ρυ­ξη της «γε­νι­κής απερ­γί­ας» ήρθε κα­θυ­στε­ρη­μέ­να, χωρίς επαρ­κή προ­ε­τοι­μα­σία και χωρίς να δεί­χνουν οι ηγε­σί­ες της CGILκαι της UIL ότι θέ­λουν στα σο­βα­ρά να ακο­λου­θή­σουν ένα νέο δρόμο. Υπήρ­χε­ο­κίν­δυ­νο­ςαυ­τήη δράση, καθώς υλο­ποι­ή­θη­κε λειψά και χωρίς την ανα­γκαία απο­φα­σι­στι­κό­τη­τα, να προ­κα­λέ­σει ακόμα με­γα­λύ­τε­ρη απο­θάρ­ρυν­ση σε τμή­μα­τα της ερ­γα­τι­κής τάξης.

Αλλά η επί­γνω­ση όλων αυτών των κιν­δύ­νων δεν εμπό­δι­σε τα πιο ρι­ζο­σπα­στι­κά και συ­νει­δη­το­ποι­η­μέ­να τμή­μα­τα των συν­δι­κα­λι­στών αγω­νι­στών -όπως το αντι­πο­λι­τευ­τι­κό ρεύμα εντός της CGIL- να συμ­με­τέ­χουν πλή­ρως στην οι­κο­δό­μη­ση της απερ­γί­ας, την οποία αντι­λαμ­βά­νο­νταν ως το αρ­χι­κό βήμα μιας ευ­ρύ­τε­ρης κοι­νω­νι­κής κι­νη­το­ποί­η­σης. Οι πρω­το­βου­λί­ες των συν­δι­κά­των βάσης [ΣτΜ: από­πει­ρες δικής τους «γε­νι­κής απερ­γί­ας»] υπήρ­ξαν πολ­λές και ση­μα­ντι­κές, αλλά απο­λύ­τως ανε­παρ­κείς. Ήταν άλ­λω­στε η συλ­λο­γι­κό­τη­τα των ερ­γα­ζο­μέ­νων της GKNστη Φλω­ρε­ντία [ΣτΜ: μια «από τα κάτω» πρω­το­βου­λία ερ­γα­ζο­μέ­νων που έδωσε έναν εμ­βλη­μα­τι­κό αγώνα το προη­γού­με­νο διά­στη­μα] αυτή που όλους αυ­τούς τους μήνες τό­νι­ζε την ανά­γκη για μια γε­νι­κή απερ­γία και την απαι­τού­σε.

Η διε­ξα­γω­γή μιας γε­νι­κής απερ­γί­ας (αν και ση­μα­ντι­κοί κλά­δοι όπως τα σχο­λεία, τα νο­σο­κο­μεία και τα τα­χυ­δρο­μεία δεν θα συμ­με­τεί­χαν) ήταν μια δύ­σκο­λη πρό­κλη­ση, όχι μόνο για τις δύο συ­νο­μο­σπον­δί­ες που την προ­κή­ρυ­ξαν, αλλά πάνω από όλα για την ερ­γα­τι­κή τάξη συ­νο­λι­κά, καθώς μια απερ­γία συν­δέ­ε­ται άμεσα με τον πο­λι­τι­κό συ­σχε­τι­σμό δύ­να­μης ανά­με­σα στις κοι­νω­νι­κές τά­ξεις της χώρας.Δια­δο­χι­κά χρό­νια πο­λι­τι­κής και ιδε­ο­λο­γι­κής κοι­νω­νι­κής επί­θε­σης, χωρίς αντί­στα­ση από τις με­γά­λες συν­δι­κα­λι­στι­κές ορ­γα­νώ­σεις, έχουν οδη­γή­σει σε σύγ­χυ­ση και απο­θάρ­ρυν­ση, που έχουν αντί­κτυ­πο στην πο­λι­τι­κή συ­νεί­δη­ση και την ενό­τη­τα της ερ­γα­τι­κής τάξης, κά­νο­ντας έτσι την υλο­ποί­η­ση μιας γε­νι­κής απερ­γί­ας πιο δύ­σκο­λη από ποτέ.

Τα­συν­δι­κά­τα­βά­ση­ςε­πέ­λε­ξαν να μη συμ­με­τέ­χουν -με τα δικά τους αι­τή­μα­τα- στην απερ­γία της 16ης Δε­κέμ­βρη, σε αντί­θε­ση με αυτό που τους είχαν ζη­τή­σει να κά­νουν οι ερ­γά­τες της GKN.

Τι βγήκε από την απερ­γία;

Το πρώτο θε­τι­κό στοι­χείο είναι ότι εξα­κο­λου­θούν να υπάρ­χουν ση­μα­ντι­κά τμή­μα­τα της ερ­γα­τι­κής τάξης που είναι πρό­θυ­μα να κι­νη­το­ποι­η­θούν και να κα­τέ­βουν στους δρό­μους. Οι 5 δια­δη­λώ­σεις ήταν με­γά­λες, με πάνω από 30.000 δια­δη­λω­τές στη Ρώμη, αντί­στοι­χους στο Μι­λά­νο, ενώ μι­κρό­τε­ρες ήταν φυ­σιο­λο­γι­κά αυτές στο Μπάρι και στα δύο νησιά [Σαρ­δη­νία και Σι­κε­λία]. Στο Μι­λά­νο και στη Ρώμη, υπήρ­ξε ισχυ­ρή ερ­γα­τι­κή συμ­με­το­χή (ει­δι­κά με­ταλ­λερ­γά­τες), όχι μόνο από ερ­γο­στά­σια που αγω­νί­ζο­νται να κρα­τή­σουν τις θέ­σεις ερ­γα­σί­ας, αλλά και από εκεί­να που λει­τουρ­γούν πλή­ρως, ει­δι­κά στη Λομ­βαρ­δία. Επι­πλέ­ον, αυτή η δυ­να­τό­τη­τα για κι­νη­το­ποί­η­ση είχε ήδη εκ­φρα­στεί τους τε­λευ­ταί­ους μήνες σε επι­μέ­ρους αγώ­νες όπως στα logistics(με ισχυ­ρή πα­ρου­σία των με­τα­να­στών), στους ερ­γα­ζό­με­νους της Alitaliaκι έπει­τα στην GKN στη Φλω­ρε­ντία.

Στις πλα­τεί­ες, μπο­ρού­σε κα­νείς να αντι­λη­φθεί την ικα­νο­ποί­η­ση των ερ­γα­τών που βγή­καν από την απο­θαρ­ρυ­ντι­κή ακι­νη­σία, που συμ­με­τεί­χαν επι­τέ­λους σε μια πλα­τιά κι­νη­το­ποί­η­ση, που συ­γκε­ντρώ­θη­καν έξω από τους χώ­ρους δου­λειάς τους, που πήραν τα λε­ω­φο­ρεία, που βά­δι­σαν στη δια­δή­λω­ση συ­ζη­τώ­ντας ή και κά­νο­ντας αστεία με συ­ντρό­φους, που μπό­ρε­σαν να κοι­νω­νι­κο­ποι­ή­σουν την κα­τά­στα­σή τους και τις σκέ­ψεις τους, ενω­μέ­νοι με άλλα τμή­μα­τα ερ­γα­ζο­μέ­νων, που επα­να­συν­δέ­θη­καν με τις ιστο­ρι­κές πα­ρα­δό­σεις και τη μα­χη­τι­κό­τη­τα που εκ­φρά­ζο­νται σε αυτές τις δια­δη­λώ­σεις, που επι­βε­βαί­ω­σαν την ενα­ντί­ω­σή τους στην κυ­βέρ­νη­ση και στα αφε­ντι­κά. Αξί­ζει να ση­μειώ­σου­με την πα­ρου­σία και συ­ντα­ξιού­χων, αλλά κυ­ρί­ως των πολ­λών φοι­τη­τών-μα­θη­τών που σε κά­ποιες πό­λεις (ει­δι­κά στη Ρώμη), κα­τέ­λα­βαν σχο­λεία και πα­νε­πι­στή­μια, όπως και την πα­ρου­σία ευ­ρύ­τε­ρα της νε­ο­λαί­ας.

Αλλά όλα αυτά δεν ήταν δε­δο­μέ­νο ότι θα συμ­βούν. Και μόνο από την αντι-απερ­για­κή επί­θε­ση των ερ­γο­δο­τι­κών δυ­νά­με­ων που διε­ξά­χθη­κε με τη μέ­γι­στη δύ­να­μη πυρός. Πήρε τη μορφή μιας πολύ βί­αι­ης και ενο­ποι­η­μέ­νης αντί­δρα­σης από όλες τις συ­νι­στώ­σες, οι­κο­νο­μι­κές (η ερ­γο­δο­τι­κή ένωση Κον­φι­ντού­στρια και οι εταί­ροι της) και πο­λι­τι­κές (συ­μπε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νου του Δη­μο­κρα­τι­κού Κόμ­μα­τος), όπως και των μι­ντια­κών τους ερ­γα­λεί­ων που στο­χο­ποί­η­σαν τους πρω­τα­γω­νι­στές της απερ­γί­ας και απο­σιώ­πη­σαν πλή­ρως το γε­γο­νός. Υπήρ­ξε μια πλα­τιά ενό­τη­τα της αστι­κής τάξης ενά­ντια στην ερ­γα­τι­κή τάξη η οποία τόλ­μη­σε να μι­λή­σει για να εκ­φρά­σει τις δικές της συν­θή­κες εκ­με­τάλ­λευ­σης και κα­τα­πί­ε­σης.

Και εδώ μπο­ρού­με να εντο­πί­σου­με το δεύ­τε­ρο ση­μα­ντι­κό στοι­χείο: και μόνο η προ­κή­ρυ­ξη της απερ­γί­ας προ­κά­λε­σε ρήγμα στο ιδε­ο­λο­γι­κό και πο­λι­τι­κό αφή­γη­μα περί των τάχα κοι­νών στό­χων που έχει όλη χώρα, γύρω από την προ­σω­πι­κό­τη­τα του αλάν­θα­στου Βο­να­πάρ­τη, του Μάριο Ντρά­γκι. Η απερ­γία έδωσε έμ­φα­ση στην εξα­πά­τη­ση και στην αδι­κία των κυ­βερ­νη­τι­κών πε­πραγ­μέ­νων, στην δρα­μα­τι­κή κα­τά­στα­ση των ερ­γα­ζο­μέ­νων και στην επι­θυ­μία τους να κά­νουν γνω­στά και να διεκ­δι­κή­σουν τα δικά τους συμ­φέ­ρο­ντα και δι­καιώ­μα­τα. Προ­κά­λε­σε ρήγμα στο πλαί­σιο της κε­ντρι­κής πο­λι­τι­κής συ­ζή­τη­σης όπου επι­κρα­τεί μόνο η κου­ρα­στι­κή και ει­κο­νι­κή αντι­πα­ρά­θε­ση με­τα­ξύ των δια­φο­ρε­τι­κών αστι­κών πο­λι­τι­κών πα­ρα­τά­ξε­ων (όλες ενω­μέ­νες ενά­ντια στους ερ­γά­τες), και έβαλε ξανά στην ημε­ρή­σια διά­τα­ξη το πραγ­μα­τι­κό πε­ριε­χό­με­νο της κοι­νω­νι­κής σύ­γκρου­σης.

Από τη μεριά τους, οι ηγε­σί­ες και οι μη­χα­νι­σμοί της CGIL και της UIL κέρ­δι­σαν μια μικρή νίκη, την από­δει­ξη ότι πα­ρα­μέ­νουν ζω­ντα­νοί και «ανα­γκαί­οι» για τη δια­τή­ρη­ση της λε­γό­με­νης κοι­νω­νι­κής ει­ρή­νης. Ελ­πί­ζουν ότι αυτό θα ωθή­σει την κυ­βέρ­νη­ση και τα αφε­ντι­κά να τους ανα­γνω­ρί­σουν και πάλι τη θέση και το ρόλο τους και συ­νε­πώς θα τους κάνει πιο πρό­θυ­μους να κά­νουν κά­ποιες πα­ρα­χω­ρή­σεις στους ερ­γά­τες. Αυτές οι ελ­πί­δες μπο­ρεί να δια­ψευ­στούν, καθώς η πρό­θε­ση της αστι­κής τάξης είναι πολύ κα­θα­ρή. Θέ­λουν μια ολο­κλη­ρω­τι­κή νίκη. Μόνο πολύ σκλη­ροί αγώ­νες μπο­ρούν να τσα­κί­σουν αυτό το σχέ­διο.

Τα όρια και οι δυ­σκο­λί­ες της απερ­γί­ας

Όλα αυτά μας οδη­γούν στην εξέ­τα­ση των ελ­λεί­ψε­ων και των δυ­σκο­λιών της απερ­γί­ας της 16ης Δε­κέμ­βρη. Δεν ήταν μια απερ­γία ικανή να πα­ρα­λύ­σει την χώρα, όπως θα όφει­λε να κάνει μια γε­νι­κή απερ­γία. Όχι μόνο επει­δή κά­ποιες κα­τη­γο­ρί­ες ερ­γα­ζο­μέ­νων εξαι­ρέ­θη­καν (καθώς είχαν ήδη απερ­γή­σει νω­ρί­τε­ρα, κά­ποιοι κλά­δοι δεν είχαν δι­καί­ω­μα να ανα­νε­ώ­σουν την απερ­για­κή τους δράση, σύμ­φω­να με τους κα­νό­νες που έχουν εγκα­θι­δρυ­θεί ανά­με­σα στους «κοι­νω­νι­κούς εταί­ρους» και τους θε­σμούς), αλλά και επει­δή η απου­σία από την ερ­γα­σία, η δια­κο­πή της πα­ρα­γω­γι­κής δρα­στη­ριό­τη­τας, των με­τα­φο­ρών και των υπη­ρε­σιών, ήταν με­ρι­κή και ανι­σο­με­ρής. Είχε ασφα­λώς κά­ποιες «κο­ρυ­φώ­σεις» σε με­ρι­κούς κλά­δους, αλλά είχε επί­σης πολύ χα­μη­λή συμ­με­το­χή στα γρα­φεία και στο δη­μό­σιο, όπως είχε συμ­βεί και στην απερ­γία στα σχο­λεία με­ρι­κές μέρες πριν (10 Δε­κέμ­βρη).

Η CGIL και η UIL ανα­κοί­νω­σαν εξαι­ρε­τι­κά ψηλά πο­σο­στά απερ­για­κής συμ­με­το­χής στους με­ταλ­λερ­γά­τες, στις με­τα­φο­ρές, στην αγρο­βιο­μη­χα­νία και στην οι­κο­δο­μή. Ωστό­σο κά­ποια από αυτά τα στα­τι­στι­κά στοι­χεία δεί­χνουν αμ­φι­σβη­τή­σι­μα ή με­ρι­κά. Θα χρεια­στεί μια πολύ πιο ακρι­βής εξέ­τα­ση προ­κει­μέ­νου να εντο­πί­σου­με τις δυ­νά­μεις αλλά και τις αδυ­να­μί­ες της απερ­γί­ας. Αυ­τή­η­κα­τά­στα­ση ήταν σε με­γά­λο βαθμό ανα­πό­φευ­κτη: με δε­δο­μέ­νη τη γε­νι­κό­τε­ρη κα­τά­στα­ση των ερ­γα­ζό­με­νων τά­ξε­ων, θα χρεια­ζό­ταν πε­ρισ­σό­τε­ρος χρό­νος προ­ε­τοι­μα­σί­ας και η κα­τάλ­λη­λη συ­μπε­ρι­φο­ρά από τα συν­δι­κά­τα όλους τους προη­γού­με­νους μήνες για να αυ­ξη­θούν οι προσ­δο­κί­ες και οι συ­νει­δή­σεις. Θα χρειά­ζο­νταν του­λά­χι­στον με­ρι­κές εβδο­μά­δες με συ­νε­λεύ­σεις και συ­ζη­τή­σεις σε χώ­ρους δου­λειάς όπως και μια πλατ­φόρ­μα με λι­γό­τε­ρο γε­νι­κό­λο­γους στό­χους, με τους οποί­ους θα ταυ­τί­ζο­νταν πιο άμεσα οι μι­σθω­τοί. Θα χρειά­ζο­νταν επί­σης συν­δι­κα­λι­στι­κοί μη­χα­νι­σμοί που έχουν την ικα­νό­τη­τα να είναι επαρ­κώς ενερ­γοί για την οι­κο­δό­μη­ση μιας δύ­σκο­λης απερ­γί­ας -οι ση­με­ρι­νοί είναι αδρα­νο­ποι­η­μέ­νοι στις συ­ντη­ρη­τι­κές ρου­τί­νες τους. Για να κά­νου­με λίγο πλάκα, μπο­ρού­με να πούμε ότι κά­ποιοι συν­δι­κα­λι­στές ηγέ­τες χρειά­στη­κε να δουν παλιά βί­ντεο από αγώ­νες του μα­κρι­νού πα­ρελ­θό­ντος προ­κει­μέ­νου να εξοι­κειω­θούν με το λε­ξι­λό­γιο που χρειά­ζε­ται να χρη­σι­μο­ποι­ή­σουν για να προ­κα­λέ­σει πάθος και να αρ­μό­ζει σε μια κα­τά­στα­ση μάχης.

Ο αγώ­νας πρέ­πει να συ­νε­χι­στεί

Σε κάθε πε­ρί­πτω­ση, άνοι­ξε μια ρωγμή. Υπάρ­χει η δυ­να­τό­τη­τα να την εκ­με­ταλ­λευ­τού­με, εφό­σον η 16η Δε­κέμ­βρη γίνει αντι­λη­πτή ως ένα σταθ­μός σε μια πα­ρα­τε­τα­μέ­νη, δύ­σκο­λη και σκλη­ρή κι­νη­το­ποί­η­ση, ικανή να διευ­ρύ­νει την απο­δο­χή της και στα­δια­κά να πο­λώ­σει και ευ­ρύ­τε­ρες δυ­νά­μεις.

Μι­λώ­ντας από το βήμα, ο Λα­ντί­νι και ο Μπο­μπαρ­ντιέ­ρι είχαν επί­γνω­ση ότι η αξιο­πι­στία των όσων έλε­γαν συν­δε­ό­ταν άμεσα με όσα θα έπρατ­ταν τις επό­με­νες εβδο­μά­δες (κα­νείς δεν ήλ­πι­ζε στα σο­βα­ρά ότι η συ­γκε­κρι­μέ­νη απερ­γία θα μπο­ρού­σε να αλ­λά­ξει το πε­ριε­χό­με­νο του προ­ϋ­πο­λο­γι­σμού που πή­γαι­νε προς ψή­φι­ση στη Βουλή). Οπότε, υπο­χρε­ώ­θη­καν να δη­λώ­σουν ότι αυτή η μέρα ήταν μόνο η αρχή κι ότι έχουν πρό­θε­ση να προ­ε­τοι­μά­σουν ένα σχέ­διο αν­θε­κτι­κής κι­νη­το­ποί­η­σης ώστε να διεκ­δι­κή­σουν συ­γκε­κρι­μέ­να ση­μεία της λί­στας με τα αι­τή­μα­τά τους.

Η συ­νέ­χεια του αγώνα είναι ασφα­λώς εφι­κτή και πάνω από όλα είναι ανα­γκαία, εφό­σον θέ­λου­με να έχου­με τη δύ­να­μη -όπως επι­διώ­κουν τα ρεύ­μα­τα του τα­ξι­κού συν­δι­κα­λι­σμού- να επι­βά­λου­με ένα πρό­γραμ­μα πάλης με κα­θα­ρό και ισχυ­ρό πε­ριε­χό­με­νο: Κα­τάρ­γη­ση του νόμου για τις συ­ντά­ξεις. Επι­βο­λή ρι­ζο­σπα­στι­κών αλ­λα­γών στη νο­μο­θε­σία που θα τι­μω­ρεί την επι­σφά­λεια και τις με­τε­γκα­στά­σεις. Μεί­ω­ση των ωρών ερ­γα­σί­ας με ίδιο μισθό. Μια πραγ­μα­τι­κά φο­ρο­λο­γι­κή με­ταρ­ρύθ­μι­ση που θα κάνει τα αφε­ντι­κά να πλη­ρώ­σουν. Υπε­ρά­σπι­ση και ενί­σχυ­ση του «ει­σο­δή­μα­τος του πο­λί­τη». Απόρ­ρι­ψη της δια­φο­ρο­ποι­η­μέ­νης αυ­το­νο­μί­ας που διαι­ρεί τη χώρα και τους ερ­γα­ζό­με­νους. Επαρ­κή μέτρα για την αντι­με­τώ­πι­ση της υπερ­θέρ­μαν­ση του πλα­νή­τη και τη διά­σω­ση του πε­ρι­βάλ­λο­ντος. Και τέλος ένα συ­νε­κτι­κό σχέ­διο ανοι­κο­δό­μη­σης των σχο­λεί­ων και της δη­μό­σιας υγεί­ας.

Είναι εφι­κτό να κά­νου­με βή­μα­τα μπρο­στά, αν προ­σφέ­ρου­με ορ­γα­νω­τι­κά ερ­γα­λεία συμ­με­το­χής και πο­λι­τι­κή και συν­δι­κα­λι­στι­κή ηγε­σία σε αυτά τα «πρω­το­πό­ρα» τμή­μα­τα, τα οποία κα­τέ­βη­καν στους δρό­μους με έναν κάπως συγ­χυ­σμέ­νο τρόπο, αλλά που είναι απο­λύ­τως κρί­σι­μα για την ορ­γά­νω­ση και την κα­θο­δή­γη­ση ερ­γα­τι­κών συ­νε­λεύ­σε­ων, όπως και για την ανοι­κο­δό­μη­ση ενός πλα­τιού και ενω­τι­κού ιστού ενερ­γής συμ­με­το­χής και θέ­λη­σης για αγώνα. Πολλά θα εξαρ­τη­θούν ασφα­λώς από το τι θα κάνει ή δεν θα κάνει η ηγε­σία της CGIL(για την οποία δεν έχου­με ιδιαί­τε­ρες αυ­τα­πά­τες). Όπως και από το τις με­τα­το­πί­σεις στο εσω­τε­ρι­κό της, από τους χώ­ρους που θα μπο­ρέ­σει να κα­τα­λά­βει η αρι­στε­ρή αντι­πο­λί­τευ­ση, το βάρος που θα απο­κτή­σουν οι πιο μα­χη­τι­κοί εκ­πρό­σω­ποι και στε­λέ­χη που υπο­στη­ρί­ζουν μια συ­νε­κτι­κή τα­ξι­κή άποψη.

Τα συν­δι­κά­τα βάσης έχουν επί­σης να παί­ξουν ρόλο. Χρειά­ζε­ται να προ­κα­λέ­σουν ενω­τι­κή δράση, όχι μόνο με­τα­ξύ τους, αλλά με όλους τους ερ­γα­ζό­με­νους και ιδιαί­τε­ρα με εκεί­νους που βρή­καν ένα ση­μείο ανα­φο­ράς στην απερ­γία της 16ης Δε­κέμ­βρη. Χωρίς να πα­ρα­με­λούν τα τμή­μα­τα της ερ­γα­τι­κής τάξης που ελ­πί­ζουν με λι­γό­τε­ρες ή πε­ρισ­σό­τε­ρες αυ­τα­πά­τες ότι ο Λα­ντί­νι θα δεί­ξει την ανα­γκαία απο­φα­σι­στι­κό­τη­τα απέ­να­ντι στα αφε­ντι­κά μέχρι τέ­λους. Αντί­θε­τα [ΣτΜ: με αυτή την αυ­τα­πά­τη], ξέ­ρου­με ότι η δρα­στη­ριό­τη­τα της CGIL είναι πολύ πιο τα­κτι­κί­στι­κη και πε­ριο­ρι­σμέ­νη από ό,τι θα όφει­λε να είναι. Αλλά το «πα­ρά­θυ­ρο» που άνοι­ξε ση­μαί­νει ότι πρέ­πει να γνω­ρί­ζου­με πώς να δρού­με σε αντι­φα­τι­κές συν­θή­κες προ­κει­μέ­νου να προ­χω­ρή­σου­με στην οι­κο­δό­μη­ση ενός τα­ξι­κού συν­δι­κα­λι­σμού.

Οι δυ­νά­μεις της ρι­ζο­σπα­στι­κής Αρι­στε­ράς που υπο­στή­ρι­ξαν και συμ­με­τεί­χαν ενερ­γά στην απερ­γία έχουν επί­σης να παί­ξουν ένα κρί­σι­μο ρόλο. Συμ­βάλ­λο­ντας με όλες τις δυ­νά­μεις τους σε μια δια­δι­κα­σία θε­με­λί­ω­σης και ανά­πτυ­ξης της αντί­στα­σης των ερ­γα­ζό­με­νων τά­ξε­ων ενά­ντια στην κυ­βέρ­νη­ση και τα αφε­ντι­κά.

/rproject.gr