Το κόστος μετάβασης της κοινωνικής ασφάλισης από το αναδιανεμητικό στο Ultra – Κεφαλαιοποιητικό

Το κόστος μετάβασης της κοινωνικής ασφάλισης από το αναδιανεμητικό στο Ultra – Κεφαλαιοποιητικό

  • |

Η  πρόσφατη  κοινωνικο-ασφαλιστική  παρέμβαση  της  κυβέρνησης  αποτελεί  αντικείμενο  κριτικών  παρατηρήσεων  οι  οποίες  συνοψίζονται,  μεταξύ  των  άλλων,  στην  διατήρηση  του  συστήματος  κοινωνικής  ασφάλισης (ΣΚΑ)  ως  δημοσιονομικού  εργαλείου  της  οικονομικής  πολιτικής, στο  πλαίσιο  της  μνημονιακής  στρατηγικής  και  των  ασκούμενων  (2009-2019)  πολιτικών.

Παράλληλα, το  συγκεκριμένο  νομοσχέδιο  του  Ασφαλιστικού,  χαρακτηρίζεται  από την   χρηματοδοτική  και  την  κοινωνικο-ασφαλιστική  προσαρμογή  του στις μνημονιακές δεσμεύσεις του  πρωτογενούς  πλεονάσματος  και  της  εξυπηρέτησης  του  δημοσίου  χρέους,  υπονομεύοντας  καθοριστικά    τον  κοινωνικό  και  αναπτυξιακό   του  ρόλο  στο  πλαίσιο    της  οικονομικής  πολιτικής.  Ταυτόχρονα,  αποτελεί  αντικείμενο  κριτικής επειδή  δεν  εντάσσεται στο περιεχόμενο του  η  μετάβαση  του  ΣΚΑ και  ειδικότερα της επικουρικής ασφάλισης από την αναδιανεμητική στην ultra-κεφαλαιοποιητική λειτουργία, στοχεύοντας στην μετατροπή  της  σε  «πεδίο  κερδοφορίας»  των  επιχειρήσεων  και  ειδικότερα  των  ασφαλιστικών  επιχειρήσεων. Όμως,  στα  οικονομικά  της  κοινωνικής  ασφάλισης  (Blake, 2006), είναι γνωστό   ότι  η μετάβαση από ένα αναδιανεμητικό σύστημα κοινωνικής ασφάλισης σε ένα  κεφαλαιοποιητικό  σύστημα,  προκαλεί ένα κόστος μετάβασης, αφού η γενιά της μετάβασης θα πρέπει να καταβάλλει διπλές ασφαλιστικές εισφορές. Μία για να χρηματοδοτήσει τις συντάξεις των συνταξιούχων του παλαιού συστήματος και μια για να αποταμιεύσει στον ατομικό λογαριασμό του κεφαλαιοποιητικού συστήματος.

Το κόστος μετάβασης έχει υπολογιστεί για την επικουρική ασφάλιση   στην  Ελλάδα  σε   56 δις ευρώ  περίπου,  ενώ σε περίπτωση που γίνονταν κάτι αντίστοιχο στην κύρια ασφάλιση   το αντίστοιχο κόστος εκτιμάται στα 120-130 δις ευρώ.  Από  την  άποψη  αυτή,  είναι  ενδιαφέρον  να  τονισθεί ότι καμία  αναπτυγμένη οικονομικά χώρα δεν έχει  τολμήσει  να αναλάβει ένα τέτοιο κόστος μετάβασης, δεδομένου  ότι   το κόστος   αυτό  είναι πραγματικό και όχι  λογιστικό.

Αυτό  σημαίνει  ότι    θα κληθούν να  το πληρώσουν είτε οι ασφαλισμένοι (μέσω διπλών ασφαλιστικών εισφορών), είτε το κράτος μέσω της επιβολής επιπρόσθετης φορολογίας στους πολίτες. Ακόμη και ομόλογα αναγνώρισης,  όπως  υποστηρίζεται, να εκδοθούν,  η ουσία δεν αλλάζει, αφού   και  το ομόλογο   αυτό  δεν είναι τίποτα άλλο παρά ένας τίτλος χρέους (χρεόγραφο).  Αξίζει  να  σημειωθεί,  επειδή  γίνεται  συχνή  επίκληση  στο  παράδειγμα  της  Σουηδίας,   η   συγκεκριμένη  χώρα  δεν εφήρμοσε  κεφαλαιοποιητικό σύστημα στην κοινωνική ασφάλιση, αλλά υιοθέτησε το διανεμητικό σύστημα των νοητών ατομικών λογαριασμών.

Έτσι,  κατ΄αυτόν  τον  τρόπο  η  Σουηδία  απέφυγε   το   κόστος μετάβασης,   δεδομένου  ότι   η χρηματοδότηση   εξακολουθεί να   πραγματοποιείται   με το διανεμητικό σύστημα. Όμως, στην  επιλογή   αυτή   οι Σουηδοί μετά από 20 έτη λειτουργίας  άσκησαν  έντονη  και  τεκμηριωμένη  κριτική  για    τον  κίνδυνο της γήρανσης του πληθυσμού ο  οποίος  μεταφέρθηκε από το κράτος στον ασφαλισμένο,  με  αποτέλεσμα  να  απωλεσθεί   εντελώς  η έννοια της αλληλεγγύης που   εμπεριέχεται   στην   κοινωνική ασφάλιση  και  να   δημιουργηθούν,  όπως  προκύπτει  εκ  του  αποτελέσματος,  αυξημένες ανισότητες μεταξύ των συνταξιούχων και πολύ χαμηλές συντάξεις σε σχέση με το βιοτικό επίπεδο των Σουηδών.   Με  άλλα  λόγια,  ο   δημόσιος   κεφαλαιοποιητικός   πυλώνας που εφήρμοσε   η   Σουηδία ξεκίνησε από το μηδέν και   ως  εκ  τούτου  δεν   αντικατέστησε κάποιο αναδιανεμητικό σύστημα,   με  αποτέλεσμα   να   μην   υπάρχει κανένα κόστος μετάβασης.

Αντίστοιχα, η Γερμανία δεν έχει αναλάβει κανένα τέτοιο κόστος μετάβασης,   ενώ  αντίθετα  στη  συγκεκριμένη  χώρα,  η   κοινωνική   ασφάλιση   είναι   κατά   70% αναδιανεμητικού   και  κατά  30%   κεφαλαιοποιητικού χαρακτήρα.  Η  Γερμανία  συνέδεσε   το αναδιανεμητικό σύστημα με την αύξηση του προσδόκιμου ζωής, όπως  επιβλήθηκε  και  νομοθετήθηκε   στην  Ελλάδα από το πρώτο μνημόνιο.

Ο κεφαλαιοποιητικός πυλώνας και σε αυτή την περίπτωση είναι σχεδιασμένος από μηδενική βάση  και  ως  εκ  τούτου,  όπως  και  στη  Σουηδία,  δεν   προκύπτει  κόστος μετάβασης. Το ίδιο συμβαίνει και σε άλλες αναπτυγμένες ευρωπαϊκές χώρες όπως η Ολλανδία, η Αυστρία, το Λουξεμβούργο, η Ελβετία. Το πείραμα της μετάβασης   με  όρους   ultra-κεφαλαιοποιητικής  λειτουργίας   έχει   εφαρμοστεί μόνο σε χώρες της Λατινικής Αμερικής και της Ανατολικής Ευρώπης  με  τα  γνωστά  δυσμενή   αποτελέσματα (σημαντική  μείωση  των  συντάξεων,  επιδείνωση  του  βιοτικού  επιπέδου  των  συνταξιούχων,  διεύρυνση  των    κοινωνικών  και  οικονομικών  ανισοτήτων)  τα  οποία  έχουν καταγραφεί στη διεθνή σχετική βιβλιογραφία.  Στις  συνθήκες  αυτές    διαπιστώνεται  ότι πολλές χώρες, ειδικά της Ανατολικής Ευρώπης, να έχουν επιστρέψει στο αναδιανεμητικό σύστημα των εγγυημένων παροχών,   προκειμένου   να εξασφαλισθεί   ένα ανεκτό επίπεδο διαβίωσης στον γηραιότερο πληθυσμό.

Επίσης, τα οφέλη που προσφέρει το αναδιανεμητικό σύστημα υπερτερούν έναντι του κεφαλαιοποιητικού  σε μια χώρα   και  αυτό   γιατί   τα  θετικά  αποτελέσματα  δεν είναι μόνο οικονομικά,  είναι   και κοινωνικά.  Φυσικά, το φαινόμενο της γήρανσης του πληθυσμού και η έκθεση της Παγκόσμιας Τράπεζας το 1999, έστρεψε πολλές χώρες στην υιοθέτηση των τριών πυλώνων ασφάλισης και στην δημιουργία κεφαλαιοποιητικού πυλώνα από τον μηδέν (χωρίς κόστος μετάβασης),  ο οποίος εκφράζεται ως επί το πλείστον   από τα Ταμεία Επαγγελματικής Ασφάλισης(ΕΤΑ)  τα οποία έχουν  νομοθετηθεί  στην χώρας μας (19 ΕΤΑ) από το 2002.

Επιπλέον,  η  ultra-κεφαλαιοποίηση  της  κοινωνικής  ασφάλισης (κύρια  και  επικουρική)  θα  επιφέρει  στην  χώρα  μας  όχι  μόνο  κόστος  μετάβασης  οικονομικού  και  κοινωνικού  χαρακτήρα  αλλά  και  δημοσιονομικού  χαρακτήρα  αφού  θα   επιβαρύνει τις ήδη δανειακέ υποχρεώσεις της χώρας μας μέχρι το 2060. Στις  συνθήκες  αυτές,  το  κοινωνικο-ασφαλιστικό  διακύβευμα  στην  Ελλάδα  είναι  άμεσα  αναγκαίο  και  επιτακτικό  να  επιλυθεί,  με  τον  σχεδιασμό  και  την  τεκμηριωμένη   υλοποίηση  μίας  εναλλακτικής  στρατηγικής  και  πολιτικής  κοινωνικής  ασφάλισης  ενδυνάμωσης  των  αναδιανεμητικών  στοιχείων  τα  οποία  θα  εξασφαλίζουν  μεσομακροπρόθεσμα,  την  ισότητα,  την  οικονομική  ισορροπία, την  κοινωνική  αποτελεσματικότητα  και  την  κοινωνική  συνοχή.

* O Σάββας Γ. Ρομπόλης είναι Ομ.Καθηγητής Παντείου Πανεπιστημίου και ο Βασίλειος Γ. Μπέτσης Υπ.Διδάκτωρ Παντείου Πανεπιστημίου

.economy365.gr