Πού πάει ο αριστερός ριζοσπαστισμός «όταν δεν τον ακούμε πια»;

Πού πάει ο αριστερός ριζοσπαστισμός «όταν δεν τον ακούμε πια»;

  • |

Η πανελλαδική, δημόσια, διαδικτυακή συζήτηση που πραγματοποιήθηκε με πρωτοβουλία της «Ομπρέλας», μετά τη δημοσιοποίηση του συλλογικού κειμένου συμβολής της στον προσυνεδριακό διάλογο του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, υπενθύμισε με σαφήνεια ότι η Ανανεωτική και Ριζοσπαστική Αριστερά υπάρχει ως ισχυρό ιδεολογικό ρεύμα, αγκυρωμένη κοινωνική ιστορικότητα και ανθεκτικός «πολιτικός πόλος»

Υπενθύμισε ότι ο αριστερός ριζοσπαστισμός εξακολουθεί να αποτελεί μια ενοποιητική ταυτοτική αναφορά, με την οποία χιλιάδες αριστεροί επανακτούν το «ιστορικό βάθος» της στράτευσής τους, σε μια εποχή που ο «επαγγελματισμός» και οι συχνές κομματικές «μεταγραφές» απαξιώνουν την πολιτική.

Δημήτρης Γιατζόγλου

Από τη δημόσια ρητορική του προέδρου οι δύο αυτοί όροι έχουν «εξαφανιστεί», όπως και από τα «επίσημα» προσυνεδριακά κείμενα. Στην υπό κατασκευή νέα «ευρύχωρη» ταυτότητα, δεν έχουν θέση –ούτε καν ως καταγωγικό ίχνος. Διότι υποτίθεται ότι ο αριστερός ριζοσπαστισμός, και το πολιτικό υποκείμενο που συγκροτήθηκε στο όνομά του, έχουν εξαντλήσει τη δυναμική τους. Ανήκουν στο «παλιό» που πρέπει να πεθάνει για να μην εμποδίζει τη γέννηση του «νέου». Το «νέο», εκτός από την εκλογική αριθμητική, το απαιτεί εξάλλου και η «εποχή» μας. Είναι η 4η βιομηχανική επανάσταση, ο ψηφιακός καπιταλισμός, το διαδίκτυο, που οδηγούν νομοτελειακά στην έκλειψη της ταξικότητας ως απαρχαιωμένου ταυτοτικού κριτηρίου, στην απόρριψη των «παραδοσιακών» ιδεολογικών συγκροτήσεων, στο imperium του ηγέτη – αρχηγού –και αλίμονο στους αριστερούς λουδίτες που δεν θα ενσωματώσουν στη διανοητική τους σκευή αυτό το «πνεύμα της προόδου».

Οι λουδίτες πάντως που μίλησαν στη σύσκεψη της «Ομπρέλας», σε πείσμα των επικήδειων που εκφωνούνται για τον «νεκρό», άλλοτε με αγριότητα και άλλοτε με συγκατάβαση, υπερασπίστηκαν το «παλιό» ως ζώσα πραγματικότητα. Αρνήθηκαν τη «συμβολή» τους στο «νέο». Κανείς δεν μπορεί να τους αγνοήσει.

Ο αριστερός ριζοσπαστισμός είναι κεντρική έννοια μιας συγκεκριμένης πολιτικής ιδεολογίας. Και οι έννοιες δεν ακυρώνονται με «αυταπόδεικτα αυτονόητα» πολιτικού τακτικισμού, ούτε με διατάγματα. Η «αποϊδεολογικοποίηση» ως όρος για ένα σύγχρονο, μαζικό, ανοιχτό κόμμα της Αριστεράς, αποτελεί φενάκη. Όπως πάντα, έτσι και στις σύγχρονες κοινωνίες, οι κοινωνικοί και πολιτικοί μετασχηματισμοί συντελούνται με υπόβαθρο την αντιπαράθεση ανταγωνιστικών ιδεολογιών με επίδικο την ηγεμονία.

Οι πολιτικές ιδεολογίες, ως συνεκτικά σύνολα εννοιών, αξιακών προταγμάτων, προτεραιοτήτων κοινωνικής απεύθυνσης, φαντασιακών αναπαραστάσεων, παράγουν διαφορετικές ερμηνείες, πολιτικές πρακτικές, συναισθηματικές ταυτίσεις. Οι πολιτικές γλώσσες της έκφρασής τους δηλώνουν τις διαφορές. Η υιοθέτηση από την Αριστερά της πολιτικής γλώσσας της Δεξιάς συσκοτίζει τη μεταξύ τους αντιπαράθεση.

Ο αριστερός ριζοσπαστισμός υποστηρίζει την αναγκαιότητα ενός συνολικού κοινωνικού μετασχηματισμού χειραφέτησης από τις δουλείες του καπιταλισμού. Αλλά δεν αναφέρεται μόνο στην προοπτική του «οράματος». Η αναπαραγωγή της ασυμβατότητας μεταξύ συγκυρίας και ριζοσπαστικού ορίζοντα, τον καθιστά έναν «διακηρυκτικό ριζοσπαστισμό», εγκλωβισμένο στην αντίληψη των σταδίων. Η εναλλακτικότητά του έγκειται στη συνεχή προσπάθεια συνάρθρωσης του άμεσου με το μακροπρόθεσμο. Στην προώθηση εκείνων των μεταρρυθμίσεων που προκαλούν ρωγμές στην κυριαρχία του καπιταλισμού και διαβρώνουν την ιδεολογική του ηγεμονία. Και γίνεται πειστική όταν μπορεί να προβάλλει το μέλλον στο παρόν.

Στο υπόβαθρο του μετασχηματισμού του «παλαιού ΣΥΡΙΖΑ», ο οποίος έχει επιβληθεί με αλλεπάλληλα τετελεσμένα, για τα οποία ουδέποτε ρωτήθηκε η «βάση», η ιδεολογία είναι επίσης παρούσα και ευδιάκριτη. Δεν εννοώ την απαρίθμηση κάποιων γενικών αρχών (της δικαιοσύνης, της αλληλεγγύης, της ισότητας, της δημοκρατίας…). Το άθροισμά τους δεν συγκροτεί πολιτική ιδεολογία. Η ιδεολογία του «νέου πολιτικού σχηματισμού» προκύπτει από τα πολιτικά χαρακτηριστικά του, που έχουν ήδη προεξοφληθεί, βασισμένα σε μια αυθαίρετη ανάγνωση της πραγματικότητας. Και που αποτυπώνονται στην αντιπολιτευτική πρακτική του, από το 2019 μέχρι σήμερα. Δεν είναι η ιδεολογία του κοινωνικού μετασχηματισμού, αλλά της προσαρμογής. Της προσαρμογής στη ζήτηση της πολιτικής αγοράς και στην αμφιθυμία της κοινής γνώμης –στην απολυτοποίηση της κυβερνησιμότητας– στη ρευστοποίηση της ταυτότητας –ώστε να χωρούν όλοι και όλα– στον στρατηγικό αναπροσανατολισμό για να κατακτηθεί η ηγεμονία στον «μεσαίο κοινωνικό και πολιτικό χώρο –στην αδιαμεσολάβητη θεσμικά σχέση του αρχηγού με τα μέλη ως «εκλεκτορικό πλήθος».

Η ιδεολογία του «νέου» είναι η επιστροφή σε φθαρμένα πολιτικά υποδείγματα και στρατηγικές του παρελθόντος, που η αναπαλαίωσή τους εκλαμβάνεται σαν νεωτερισμός. Ένα άθροισμα δανείων από πρακτικές και φαντασιακές αναπαραστάσεις, μέσα από τις οποίες η αστική ιδεολογία συνοψίζει την πολιτική συμμετοχή. Η ιδεολογία του «νέου» είναι τελικά η απολογητική και η νομιμοποίηση της μετάβασης του ΣΥΡΙΖΑ στο ασταθές και αναλώσιμο κόμμα της συστημικής κανονικότητας και του λαϊκιστικού αρχηγισμού.

Υπό κανονικές συνθήκες, όλα αυτά θα έπρεπε να συζητηθούν στο επικείμενο Συνέδριο –το 3ο για τον «παλαιό ΣΥΡΙΖΑ» και ταυτόχρονα το ιδρυτικό της μεταμόρφωσης. (Υπάρχει και εδώ βέβαια ένα πολιτικό παράδοξο: Το κείμενο του «Απολογισμού της περιόδου 2012-2019» θα τεθεί υπό την αίρεση και όσων συνέδρων συμμετείχαν ενεργητικά στο «αντι-ΣΥΡΙΖΑ» μέτωπο, όπως απαιτεί η δημοκρατικότητα των διαδικασιών. Αλλά ας το αφήσουμε στην άκρη ως επουσιώδες). Οι συνθήκες, όμως, δεν είναι κανονικές και το ξέρουν όλοι. Από το βράδυ των εκλογών του 2019, ο πρόεδρος κήρυξε την κατάσταση έκτακτης ανάγκης και στο όνομά της δρομολόγησε τη «μετάβαση» στο «νέο» που επιβλήθηκε υπό το ψευδώνυμο της «διεύρυνσης» και χωρίς σοβαρές αντιστάσεις που να παράγουν διλήμματα εγκαίρως.

Ο αποφασιστικός ρόλος του συνεδρίου έχει προκαταβολικά ακυρωθεί. Καλείται να επικυρώσει τα τετελεσμένα. Οποιαδήποτε άλλη εκδοχή ανάγεται στη σφαίρα του πολιτικού σουρεαλισμού. Στο συνέδριο θα πάρουν μέρος πολλοί που συμμερίζονται τη μετάβαση. Θα πάρουν, όμως, μέρος και πολλοί σαν κι αυτούς που μίλησαν στη σύσκεψη της «Ομπρέλας». Και μαζί τους θα πάει και ο «αριστερός ριζοσπαστισμός» για να ακουστεί πάλι, όχι σαν ρέκβιεμ, αλλά ως διεκδίκηση αυτονομίας. Αυτή είναι ευθύνη τους. Ο ριζοσπαστισμός πάει, λοιπόν, συνέδριο. Το πού θα βρεθεί μετά απ’ αυτό, μας αφορά και εμάς που δεν θα πάρουμε μέρος.

left.gr