Οι σύμμαχοι του Πούτιν

Οι σύμμαχοι του Πούτιν

  • |

Ποιες χώρες απείχαν από τη –σχεδόν ομόθυμη– παγκόσμια κατακραυγή της ρωσικής επίθεσης και γιατί
Την ώρα που σύσσωμη η Δύση καταδικάζει τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, κάποιοι ηγέτες στέκονται αμετάκλητα στο πλευρό του ή αποφεύγουν να τον καταδικάσουν: είτε γιατί θεωρούν τις ΗΠΑ κοινό τους εχθρό είτε για λόγους ιδεολογικής συνάφειας, πολιτικής σκοπιμότητας και οικονομικής αναγκαιότητας.

Χριστίνα Πάντζου

Η κυβέρνηση της Κούβας είναι από τις πρώτες που συστρατεύτηκαν με τη Ρωσία. Την Τετάρτη, μετά την επίσκεψη του προέδρου της ρωσικής Δούμας, Βιατσεσλάβ Βολόντιν, στη χώρα (και ενώ την προηγουμένη η Δούμα είχε εγκρίνει την αναδιάρθρωση των 2,3 δισ. δολαρίων του κουβανικού χρέους), ο πρόεδρος Ντίας Κανέλ εξέφρασε την αλληλεγγύη του στη Ρωσική Ομοσπονδία, καταδικάζοντας «την επέμβαση στις εσωτερικές υποθέσεις της Ρωσίας και την αντιρωσική προπαγανδιστική και επικοινωνιακή υστερία».

Η Νικαράγουα, την οποία επισκέφθηκε στη συνέχεια ο Βολόντιν την Πέμπτη, διαβεβαίωσε διά του προέδρου Ντανιέλ Ορτέγα την άμεση υποστήριξή της στη Μόσχα. Την περασμένη εβδομάδα, δε, είχε καταφτάσει στην κεντροαμερικανική χώρα αντιπροσωπεία με επικεφαλής τον αντιπρόεδρο της ρωσικής κυβέρνησης Γιούρι Μπορίσοφ, με τον Ορτέγα να δηλώνει «τη συμπαράστασή μας σε αυτό τον αγώνα του ρωσικού λαού για την ειρήνη».

Από την πλευρά της, η Βενεζουέλα δήλωσε πως η επιδείνωση της κρίσης στην Ουκρανία είναι προϊόν της παραβίασης των Συμφωνιών του Μινσκ από μέρους του ΝΑΤΟ. Ο πρόεδρος Νικολάς Μαδούρο καταδίκασε τα «διεστραμμένα σχέδια που επιδιώκουν να περικυκλώσουν στρατιωτικά και στρατηγικά τη Ρωσία» και δήλωσε πως η στρατιωτική της επιχείρηση είναι απόλυτα νόμιμη, καθώς η κυριαρχία της Ρωσίας απειλείται από τις «ιμπεριαλιστικές δυνάμεις».

Σαφής ήταν και η στάση της χούντας της Μιανμάρ, με τον στρατηγό Ζάου Μιν Τουν, εκπρόσωπο του Στρατιωτικού Συμβουλίου της χώρας, να εξηγεί τους λόγους για τους οποίους στηρίζει τη ρωσική στρατιωτική επιχείρηση: «Πρώτον, γιατί η Ρωσία εργάζεται για να εδραιώσει την κυριαρχία της. Νομίζω ότι είναι το σωστό. Και δεύτερον, γιατί δείχνει στον κόσμο πως η Ρωσία είναι μια παγκόσμια δύναμη».

Ανάλογα θερμή προς τη Ρωσία ήταν η αντίδραση της κυβέρνησης της Συρίας, που υιοθέτησε τη ρητορική του Πούτιν και χαρακτήρισε την επίθεση «μια στρατιωτική επιχείρηση από τους συμμάχους της Ρωσίας για να διατηρήσουν την εθνική τους ασφάλεια και σταθερότητα». Σε τηλεφωνική του επικοινωνία με τον Πούτιν χθες, ο πρόεδρος Μπασάρ αλ Ασαντ χαιρέτισε τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία ως «αποκατάσταση της ιστορίας», καταγγέλλοντας πως η αποσταθεροποιητική πολιτική ΗΠΑ και ΝΑΤΟ έχει προκαλέσει σοβαρή επιδείνωση της κατάστασης στη Μέση Ανατολή.

Την Πέμπτη, και ενώ εξελισσόταν η επίθεση, ο πρωθυπουργός του Πακιστάν Ιμράν Χαν έκανε επίσημη επίσκεψη στον Πούτιν, δηλώνοντας ότι ήλπιζε «πως η διπλωματία θα είχε αποτρέψει μια ανοιχτή στρατιωτική και σύρραξη», αλλά αποφεύγοντας να αποδώσει ευθύνες για αυτή την κλιμάκωση. Απαντώντας στις επικρίσεις για την άτυχη στιγμή της επίσκεψής του, ο Χαν δήλωσε: «Εχουμε μια διμερή σχέση με τη Ρωσία και θέλουμε να την ενισχύσουμε. Δεν θέλουμε να είμαστε μέρος κάποιου στρατοπέδου».

Την ίδια ημέρα, ο πρωθυπουργός της Ινδίας, Ναρέντρα Μόντι, τηλεφώνησε στον Πούτιν ζητώντας την άμεση κατάπαυση της βίας. Η Ινδία, που εξαρτάται σημαντικά από τη Ρωσία για στρατιωτικό εξοπλισμό αλλά και έχει αναζητήσει να ενισχύσει τις σχέσεις της με τη Δύση τα τελευταία χρόνια, επανέλαβε ότι «οι διαφορές Ρωσίας – ΝΑΤΟ μπορούν να λυθούν μόνο με ειλικρινή και έντιμο διάλογο», χωρίς να καταδικάσει την επίθεση.

Και το Ιράν δεν καταδικάζει τη Ρωσία, αλλά δηλώνει αντίθετο με τον πόλεμο, στάση που αντανακλά τους δεσμούς του με τη Μόσχα τις τελευταίες δεκαετίες, τις όλο και πιο τεταμένες σχέσεις του με τη Δύση σε σειρά ζητημάτων, περιλαμβανομένου του πυρηνικού του προγράμματος, και τις ευρύτερες εξελίξεις στη Μέση Ανατολή. Ο Ιρανός ΥΠΕΞ, Χοσεΐν Αμίρ-Αμπντολαχιάν, δήλωσε πως η κρίση «έχει τις ρίζες της στις προκλήσεις του ΝΑΤΟ», προσθέτοντας, ωστόσο, πως ο πόλεμος δεν είναι λύση και καλώντας για άμεση κατάπαυση του πυρός και μια «πολιτική δημοκρατική λύση».

Ακόμη πιο ενδιαφέρουσα είναι η αντίδραση του Πεκίνου, όπου ο πρόεδρος Σι Τζινπίνγκ καλείται να ισορροπήσει ανάμεσα στη στήριξη της συμμάχου Ρωσίας και στην προάσπιση της αρχής της μη επέμβασης στα εσωτερικά μιας χώρας, με το βλέμμα στραμμένο στην Ταϊβάν. Την Πέμπτη δεν στήριξε την επίθεση, παρότι τις προηγούμενες ημέρες είχε αναγνωρίσει τις «νόμιμες ανησυχίες ασφαλείας» της Ρωσίας. Για πολλούς, η στάση της Κίνας συνίσταται κυρίως στο να αξιολογήσει την απάντηση της Δύσης στην κλιμάκωση της κρίσης Ρωσίας – Ουκρανίας στο πλαίσιο της ατζέντας της για την Ταϊβάν, και να διαπιστώσει το αν και πώς αυτή η κρίση θα δοκιμάσει την ενότητά της.

efsyn.gr/