Η προέλευση της γυναικείας καταπίεσης

Η προέλευση της γυναικείας καταπίεσης

  • |

Ecehan Balta

Η καταπίεση των γυναικών δεν αποτελούσε αναπόσπαστο κομμάτι των ανθρώπινων κοινωνιών από την αρχή της ανθρώπινης ιστορίας. Ενώ οι γυναίκες καταπιέζονται καθολικά στον σημερινό κόσμο, αυτό δεν συνέβαινε πάντα, ούτε και σε όλα τα μέρη του κόσμου.

Υπάρχουν διάφορες ανθρωπολογικές θεωρίες σχετικά με την ακριβή προέλευση της γυναικείας καταπίεσης, αλλά οι ακριβείς πληροφορίες για τους προϊστορικούς χρόνους εξακολουθούν να είναι ελάχιστες. Σχετικές έρευνες συνεχίζονται μέχρι και σήμερα και νέα στοιχεία έρχονται συχνά στο φως, ωστόσο δεν μπορεί να υπάρχει απόλυτη ακρίβεια για το πώς και πότε ακριβώς ξεκίνησε η καταπίεση των γυναικών.

Από τη μητριαρχία στην πατριαρχία
Αν και υπάρχει η βεβαιότητα ότι οι μητριαρχικές κοινωνίες ήταν πολύ διαδεδομένες στους προϊστορικούς χρόνους, η μητριαρχική δομή δεν ήταν αυτή που κυριαρχούσε σε όλες τις προ-αγροτικές κοινωνίες. Οι κοινωνικές σχέσεις άλλαξαν μετά την πρώτη μόνιμη εγκατάσταση πληθυσμών, όταν η γεωργία έγινε η βάση της οικονομίας. Αυτή είναι η περίοδος που η πατριαρχική δομή των κοινωνιών έγινε η κυρίαρχη τάση, αλλά δεν μπορούμε να είμαστε σίγουροι για το ακριβές χρονοδιάγραμμα. Παράλληλα, οι μητριαρχικές δομές δεν εξαφανίστηκαν εντελώς. Γνωρίζουμε ότι ακόμα και σήμερα εξακολουθούν να υπάρχουν μητρογραμμικές/μητροτοπικές*/μητριαρχικές κοινότητες σε ορισμένα μέρη του κόσμου. Επίσης, η πεποίθηση πως όλες οι μητριαρχικές κοινωνίες ήταν συνυφασμένες με την έννοια της ισότητας δεν είναι ακριβής. Οι σχέσεις εξουσίας ήταν παρούσες και σε κάποιες κοινωνίες που ήταν δομημένες μητριαρχικά.

Αν προσπαθήσουμε να αποτινάξουμε τα σεξιστικά στερεότυπα με τα οποία έχουμε γαλουχηθεί και να μελετήσουμε τις ανθρωπολογικές έρευνες με ανοιχτό μυαλό, θα βρούμε πολλές πληροφορίες που αποδεικνύουν ότι τα καθήκοντα που συνήθως αποδίδονται στις γυναίκες δεν έχουν ιδιαίτερο «κύρος» – θα δούμε επίσης ότι η κατανομή των ρόλων μεταξύ των δύο φύλων είναι συχνά ανισομερής σε πολλές κοινωνίες.

Διαχρονικά, είναι γνωστό και αυτονόητο ότι οι ανθρώπινες κοινωνίες διαμορφώνονται από τις σχέσεις παραγωγής και αναπαραγωγής. Έτσι, όσο οι σχέσεις αυτές αλλάζουν, ακολουθούν αναπόφευκτα και κοινωνικοί μετασχηματισμοί. Η καταπίεση των γυναικών, η μετατροπή του καταμερισμού της εργασίας μεταξύ των δύο φύλων σε σεξιστικό καταμερισμό εργασίας, η κατωτερότητα ορισμένων φυλών σε σχέση με άλλες, προϋπήρξαν της ταξικής κοινωνίας και προετοίμασαν την υλική της βάση.

Οι βασικοί παράγοντες που έφεραν τη γυναίκα σε κατώτερη κοινωνική θέση, γεννήθηκαν κατά τη μετάβαση της οικονομίας από το στάδιο των κυνηγών-τροφοσυλλεκτών στο ανώτερο σύστημα παραγωγής που βασίστηκε στη γεωργία, την κτηνοτροφία και τη βιοτεχνία. Ο πρωτόγονος καταμερισμός εργασίας μεταξύ των δύο φύλων αντικαταστάθηκε από έναν πιο σύνθετο. Η υψηλότερη παραγωγικότητα δημιούργησε ένα σημαντικό πλεόνασμα που μεταφράστηκε αρχικά σε εσωτερικές διαιρέσεις και στη συνέχεια σε όξυνση των διαιρέσεων μεταξύ των διαφόρων κοινωνικών στρωμάτων. Η υποβάθμιση της θέσης των γυναικών δεν προέκυψε «φυσικά» από κάποια βιολογική διαφορά. Ήταν το αποτέλεσμα ραγδαίων κοινωνικών αλλαγών που κατέστρεψαν τις ισότιμες πρωτόγονες κομμουνιστικές κοινωνίες, οι περισσότερες από τις οποίες ήταν μητριαρχικές και τις αντικατέστησαν με μια πατριαρχική, ταξική κοινωνία. Το νέο πατριαρχικό ταξικό μοντέλο χαρακτηριζόταν από πολλές μορφές διακρίσεων και ανισοτήτων, συμπεριλαμβανομένης της ανισότητας μεταξύ των φύλων, από τα αρχικά του στάδια.

Η καταπίεση των γυναικών για τους κλασικούς μαρξιστές
Είναι ευρέως διαδεδομένη η άποψη ότι ο Μαρξ και ο Ένγκελς δεν εστίασαν αρκετά στη δυσχερή θέση των γυναικών. Αυτό όμως δεν είναι αλήθεια. Η εντύπωση αυτή είναι αποτέλεσμα μιας δογματικής ανάγνωσης του μαρξισμού, καθώς και των αντίστοιχων πολιτικών που εφαρμόστηκαν με τον εκφυλισμό της ρωσικής επανάστασης τη δεκαετία του 1930.

Ο Μαρξ και ο Ένγκελς ήταν από τους πρώτους που ξεκαθάρισαν και ανέλυσαν ότι η κοινωνική θέση των γυναικών αποτελεί σημαντικό δείκτη για την εξέλιξη των κοινωνιών. Υποστήριξαν ότι η ανδρική κυριαρχία αναπτύχθηκε κάτω από ορισμένες ιστορικές συνθήκες και ότι η ανθρωπότητα δεν θα μπορούσε να χειραφετηθεί πραγματικά μέχρι να τερματιστεί η καταπίεση των γυναικών.

Οι μελέτες του Μαρξ σχετικά με τις κοινωνίες περιλαμβάνουν αναλύσεις των οικογενειακών και προσωπικών σχέσεων, συμπεριλαμβανομένου του τρόπου με τον οποίο οι σχέσεις μεταξύ των φύλων αλληλεπιδρούσαν με τις σχέσεις παραγωγής. Στο βιβλίο «Η Αγία Οικογένεια», χαρακτήρισε την κατάσταση των γυναικών στην αστική κοινωνία ως απάνθρωπη. Παραφράζει μάλιστα εύγλωττα τα λόγια του Γάλλου ουτοπιστή σοσιαλιστή Σαρλ Φουριέ:

«Η αλλαγή σε μια ιστορική περίοδο καθορίζεται από τα προχωρήματα των γυναικών στον δρόμο προς την ελευθερία. Η χειραφέτηση των γυναικών είναι το φυσικό μέτρο της χειραφέτησης συνολικά».

Αν και αντίστοιχες αναφορές δεν υπάρχουν στο βιβλίο «Οι Βάσεις Κριτικής και Πολιτικής Οικονομίας», ενώ στο «Κεφάλαιο» είναι πολύ περιορισμένες, ο Μαρξ δεν αγνοεί τη θέση της γυναίκας ή τους τρόπους με τους οποίους η οικογένεια, η ατομική ιδιοκτησία και το κράτος λειτουργούν και διαμορφώνουν τη θέση της. Αντίθετα, αναλύει τα διάφορα στοιχεία των κοινωνιών στη διαλεκτική τους ενότητα.

Στα «Εθνολογικά Σημειωματάρια» του, ο Μαρξ μελέτησε τον Μόργκαν, όπως έκανε αργότερα και ο Ένγκελς. Στο βιβλίο αυτό ασχολείται με θέματα όπως η ανάπτυξη των κοινωνιών και η διαμόρφωση των τάξεων και του κράτους, σε μια ολιστική σύνδεση με τις σχέσεις ανδρών-γυναικών και τον θεσμό της οικογένειας. Στα «Εθνολογικά Σημειωματάρια», ο Μαρξ κάνει τη διάκριση και χρησιμοποιεί τις έννοιες της παραγωγής και της αναπαραγωγής της ζωής.

Ο Ένγκελς έγραψε το βιβλίο του «Η καταγωγή της οικογένειας, της ατομικής ιδιοκτησίας και του κράτους», βασισμένος στις μελέτες του Μόργκαν σχετικά με τις κοινωνίες ισότητας. Πρόκειται για αρχαίες και προϊστορικές κοινωνίες όπου δεν υπήρχε ατομική ιδιοκτησία, κράτος ή συστηματική καταπίεση των γυναικών και όπου η οικογένεια δεν θεωρούνταν πρωταρχικός κοινωνικός θεσμός. Ο Ένγκελς προσπάθησε να συμπληρώσει την προσπάθεια του Μαρξ να ερμηνεύσει τις μελέτες του Μόργκαν με όρους ιστορικού υλισμού. Ταυτόχρονα, θα πρέπει να λάβουμε υπόψη μας ότι το βιβλίο αυτό περιορίζεται στις επιστημονικές γνώσεις του 19ου αιώνα και γράφτηκε σε αυτή τη βάση. Σύμφωνα με τον Ένγκελς, που βασίστηκε στις μελέτες του Μόργκαν σε αυτό το θέμα, οι πρωτόγονες κομμουνιστικές κοινωνίες που βασίζονταν στην απλή γεωργία, βασίζονταν επίσης στις συγγενικές σχέσεις. Ωστόσο, καθώς αναπτύχθηκαν η τεχνολογία και οι παραγωγικές δυνάμεις, αναπτύχθηκαν και οι ταξικές κοινωνίες. Έτσι, ο καταμερισμός της εργασίας με βάση το φύλο μετατράπηκε σε καταπιεστικό καταμερισμό εργασίας μεταξύ των δύο φύλων, γεγονός που οδήγησε τις μητρογραμμικές κοινωνίες να μετατραπούν σε πατριαρχικές.

Το έργο του Ένγκελς συνέβαλε πολύ στο να αναδείξει τις ιστορικές δυνάμεις που κρύβονται πίσω από τον μετασχηματισμό του κοινωνικού ρόλου της γυναίκας και επομένως στο συμπέρασμα ότι οι γυναίκες δεν είναι καταδικασμένες να καταπιέζονται μέχρι το τέλος του κόσμου. Στο ίδιο βιβλίο του, ο Ένγκελς κάνει με σαφή τρόπο τη διάκριση μεταξύ παραγωγής και αναπαραγωγής στις παραγωγικές δραστηριότητες των ανθρώπων. Ορίζει την αναπαραγωγή ως την παραγωγή της ίδιας της εργατικής δύναμης και τη διατήρηση του ανθρώπινου είδους. Σύμφωνα με τον Ένγκελς, η εθνικοποίηση των μέσων παραγωγής και η κατάργηση της πυρηνικής δομής της οικογένειας ως της βασικής οικονομικής δομής της κοινωνίας, αποτελούν το κλειδί για να επιτευχθεί η χειραφέτηση των γυναικών.

Ο Μαρξ και ο Ένγκελς μελέτησαν την αλληλεπίδραση των παραγωγικών δυνάμεων και των σχέσεων παραγωγής προκειμένου να καθορίσουν τις μορφές παραγωγής της κάθε περιόδου. Τα επίπεδα συνεργασίας και οι σχέσεις εξουσίας που συγκρατούν τις ανθρώπινες κοινωνίες σε συνοχή, είναι καθοριστικοί παράγοντες τις μορφές παραγωγής. Οι σχέσεις παραγωγής, την ίδια στιγμή, υπάρχουν σε ένα πολύ ευρύτερο πλαίσιο από τα όρια της ίδιας της παραγωγής και καθορίζουν το κοινωνικό κατεστημένο. Δημιουργούν επίσης το έδαφος για κοινωνικές συγκρούσεις.

Η ανάλυση αυτή απορρίπτει τη θεωρία του τεχνολογικού ντετερμινισμού, που υποστηρίζει πως η τεχνολογία μιας κοινωνίας καθορίζει τις κοινωνικές δομές και αλλαγές. Αναδεικνύει παράλληλα ότι οι μηχανισμοί καταπίεσης και ελέγχου, όπως ο σεξισμός και ο ρατσισμός, είναι σχέσεις εξουσίας που εξασφαλίζουν τη συνέχεια του τρόπου παραγωγής και ενός συγκεκριμένου είδους σχέσεων ανάμεσα στις κοινωνικές τάξεις.

Από τη θεωρία στο γυναικείο κίνημα
Η Κλάρα Τσέτκιν, μια από τις γνωστές μορφές του γερμανικού Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος, έγραψε σε ένα άρθρο της το 1896 ότι ο καπιταλισμός, που είναι ο σύγχρονος τρόπος παραγωγής, δημιουργεί συγκεκριμένα προβλήματα στις γυναίκες.

Η Τσέτκιν κάνει τον διαχωρισμό ανάμεσα στις γυναίκες της αστικής τάξης και στις γυναίκες της εργατικής τάξης και ασχολείται με τα προβλήματα και τα αιτήματα των τελευταίων. Για την ίδια:

«όσον αφορά τη γυναίκα της εργασίας, είναι η ανάγκη του καπιταλισμού να εκμεταλλεύεται και να αναζητά συνεχώς φτηνό εργατικό δυναμικό, αυτή που δημιούργησε το γυναικείο ζήτημα».

Τονίζει επίσης ότι οι γυναίκες της εργατικής τάξης έχουν αιτήματα που σχετίζονται με την ελευθερία αλλά επίσης και οικονομικά αιτήματα. Για αυτό

«ο αγώνας των γυναικών της εργατικής τάξης για ελευθερία, δεν μπορεί να είναι όμοιος με τον αγώνα που διεξάγουν οι γυναίκες της άρχουσας τάξης ενάντια στους άντρες της τάξης τους. Αντίθετα, πρέπει να είναι αγώνας κοινός με τους άντρες της τάξης τους, ενάντια σε ολόκληρη την τάξη των καπιταλιστών».

Η Διεθνής Σοσιαλιστική Συνδιάσκεψη Εργατριών, που πραγματοποιήθηκε το 1907, είχε ως στόχο τη σύνδεση των αγώνων του σοσιαλιστικού κινήματος (σε διάφορες χώρες) με τον αγώνα για το δικαίωμα ψήφου για τις γυναίκες και τη δημιουργία μόνιμων σχέσεων μεταξύ των γυναικείων οργανώσεων σε όλο τον κόσμο. Όπως καταλαβαίνουμε από την αναφορά της Κολοντάι, η ανικανότητα των σοσιαλδημοκρατών να υπερασπιστούν τον αγώνα για «καθολική ψήφο χωρίς διακρίσεις λόγω φύλου» σε διάφορες χώρες, ήταν ένα από τα βασικά κίνητρα που οδήγησαν τις γυναίκες να συσπειρωθούν για να υπερασπιστούν τα δικαιώματά τους. Και αν η ισότητα των φύλων δεν γινόταν αναπόσπαστο κομμάτι της ταξικής πάλης των εργαζομένων, τότε, οι γυναίκες θα έπρεπε να αγωνιστούν κατά των έμφυλων διακρίσεων και στο εσωτερικό των οργανώσεων των εργαζομένων.

Γνωρίζουμε πως η Ρόζα Λούξεμπουργκ, θεωρούσε τη συγγραφή άρθρων για τα δικαιώματα και τα αιτήματα των γυναικών ως «ένα πολύ επείγον ζήτημα», για το οποίο «δεν πρέπει να χαθεί ούτε μία μέρα!», όπως αναφέρει σε μια επιστολή της προς την Κλάρα Τσέτκιν.

Στο άρθρο της «Το δικαίωμα ψήφου των γυναικών και η ταξική πάλη» του 1912, υπερασπίζεται το δικαίωμα ψήφου των γυναικών της εργατικής τάξης που ήδη αγωνίζονται ενάντια στα ανδρικά προνόμια, τα οποία υπερασπίζεται το καπιταλιστικό κράτος. Στο ίδιο άρθρο, δίνει μια σαφή απάντηση σε όσους κάνουν διάκριση μεταξύ παραγωγικής και μη παραγωγικής εργασίας:

«Όσο κυριαρχεί ο καπιταλισμός και το συγκεκριμένο μισθολογικό σύστημα, το μόνο είδος εργασίας που θεωρείται παραγωγικό είναι εκείνο που παράγει υπεραξία, αφού αυτή δημιουργεί κέρδη για τους καπιταλιστές. Υπό αυτό το πρίσμα, μία χορεύτρια που τα πόδια της φέρνουν κέρδος στην τσέπη του εργοδότη της είναι παραγωγική εργάτρια, ενώ όλος ο κόπος των εργαζομένων γυναικών και μητέρων στους τέσσερις τοίχους του σπιτιού τους θεωρείται μη παραγωγικός. Αυτό ακούγεται βάναυσο και παράλογο, αλλά ανταποκρίνεται ακριβώς στη βαρβαρότητα και την παραφροσύνη της σημερινής καπιταλιστικής μας οικονομίας. Και για τη γυναίκα της εργατικής τάξης, το να δει καθαρά αυτή τη βάρβαρη πραγματικότητα, αποτελεί το πρώτο καθήκον της».

Φύλο και τάξη
Οι ρόλοι των φύλων διαμορφώθηκαν ιστορικά νωρίτερα από τις κοινωνικές τάξεις και η ανδρική κυριαρχία αποτέλεσε μια καθοριστική και διαχρονική ιστορική δύναμη. Αυτό το γεγονός έχει οδηγήσει πολλές φεμινίστριες να υποστηρίζουν ότι οι έμφυλες διακρίσεις είναι το καταλληλότερο μέσο για να δει κανείς ότι η καταπίεση διατηρήθηκε και αναπαράχθηκε σε όλα τα κοινωνικά συστήματα.

Όμως το φύλο και η τάξη είναι αλληλένδετα, όπως φαίνεται καθαρά από το βιβλίο του Ένγκελς «Η καταγωγή της οικογένειας, της ατομικής ιδιοκτησίας και του κράτους» και όχι μόνο. Η ταξική κοινωνία, ο σεξιστικός καταμερισμός εργασίας και η πατριαρχία είναι αλληλένδετες διαδικασίες. Η τάξη είναι το κέντρο της μαρξιστικής πολιτικής για τις σοσιαλίστριες φεμινίστριες, αλλά ταυτόχρονα, η έμφυλη ή φυλετική καταπίεση δεν μπορεί να περιοριστεί στην οικονομική εκμετάλλευση. Αυτές οι πτυχές της ζωής μας είναι αδιαχώριστες και συστηματικά συνδεδεμένες.

Σε κάθε περίπτωση, ο καπιταλισμός έχει αναδείξει ακόμα περισσότερο την πατριαρχία, ως σύστημα και ως ιδεολογία. Τα έμφυλα στερεότυπα υπήρχαν χιλιάδες χρόνια πριν από τον καπιταλισμό, όπως μπορούμε να δούμε σε κείμενα και ευρήματα από αρχαίους πολιτισμούς. Αυτό σίγουρα σχετίζεται με τη θεωρία βάσης και της υπερδομής (ή του εποικοδομήματος) που περιγράφει ο Μαρξ (ως οικονομική βάση του καπιταλιστικού συστήματος ο Μαρξ ορίζει τα μέσα και τις σχέσεις παραγωγής, ενώ ως υπερδομή/εποικοδόμημα ορίζει τις κοινωνικές σχέσεις, τα πολιτικά συστήματα κοκ, που βασικός τους ρόλος είναι να διατηρούν την οικονομική βάση). Ωστόσο, η δομή της οικογένειας και η διαίρεση των φύλων δεν είναι στατικές. Πρόκειται για συστήματα που συνδέονται με την εξέλιξη της κοινωνίας. Αλλάζουν καθώς αλλάζει η κοινωνία. Εδώ, αποδεικνύεται η διαλεκτική σχέση μεταξύ βάσης και υπερδομής. Η αλλαγή των σχέσεων παραγωγής μπορεί να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για αλλαγή στις ανθρώπινες σχέσεις. Αλλά αυτές οι σχέσεις πρέπει να αναλύονται και να ορίζονται συγκεκριμένα.

Ορισμένες σοσιαλίστριες φεμινίστριες θεωρούν τον καπιταλισμό και τον σεξισμό ως ξεχωριστά αν και τεμνόμενα συστήματα ίσης σημασίας. Όπως ακριβώς ο καπιταλισμός βασίζεται σε σχέσεις καταπίεσης και στην εκμετάλλευση των εργαζομένων από τους καπιταλιστές, έτσι και η πατριαρχία είναι ένα σύστημα στο οποίο οι άνδρες κυριαρχούν πάνω στις γυναίκες. Αυτή είναι γνωστή ως η θεωρία του «διπλού συστήματος».

Οι μαρξιστές από την άλλη πλευρά δεν εξαντλούν τη σημασία της καταπίεσης των γυναικών και των ΛΟΑΤΚΙ+ ατόμων στο ταξικό ζήτημα. Δεν θεωρούν την καταπίεση των φύλων ως δευτερεύουσας σημασίας. Αντίθετα, εντοπίζουν τη ρίζα της φυλετικής, σεξουαλικής και οποιασδήποτε άλλης καταπίεσης στις ταξικές σχέσεις.

Μπορούμε να δούμε ότι ο σεξισμός στον καπιταλισμό έχει πάρει μια εντελώς νέα μορφή και έχει γίνει ένα πολύ χρήσιμο εργαλείο για το σύστημα και ένα από τα βασικά συστατικά του. Ο σεξισμός δεν μπορεί να εξαλειφθεί όσο εξακολουθεί να υπάρχει ο καπιταλισμός. Την ίδια ώρα, πρέπει να γίνεται καθαρό πως ο σεξισμός, ο ρατσισμός και άλλες μορφές διακρίσεων δεν θα εξαφανιστούν ως δια μαγείας την επομένη μέρα της επανάστασης. Η αλλαγή των νοοτροπιών είναι μια μακρά διαδικασία που δεν θα υλοποιηθεί μόνο με διατάγματα και νόμους. Η αλλαγή της νοοτροπίας των ανθρώπων είναι μια διαδικασία που βασίζεται τόσο στην εκπαίδευση όσο και σε ουσιαστικές δράσεις. Μέσα από την εφαρμογή της μαρξιστικής θεωρίας, που θα βελτιώσει τις ζωές μας, θα μπορέσει να γίνει σύντομα φανερό ότι η ζωή σε μια σοσιαλιστική κοινωνία είναι πολύ ανώτερη από την καπιταλιστική κοινωνία.

* Η μητρογραμμική κοινότητα, η καταγωγή των ανθρώπων και οι συγγενικές σχέσεις ορίζονται από την μητέρα αντί του πατέρα, όπως συμβαίνει σήμερα.
Στις μητροτοπικές κοινότητες, ο άντρας εγκαθίσταται στο σπίτι ή κοντά στο σπίτι/τόπο της γυναίκας.

/xekinima.org/