Πανεπιστημιακή αστυνομία: «…σκεφτήκαν και βρήκαν πως φταίει ο Μαρξ»

Πανεπιστημιακή αστυνομία: «…σκεφτήκαν και βρήκαν πως φταίει ο Μαρξ»

  • |

Του Σεραφείμ Ι. Σεφεριάδη, καθηγητή Πολιτικής Επιστήμης στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, Life Member στο Πανεπιστήμιο του Cambridge (CLH) και Διευθυντή του Εργαστηρίου Συγκρουσιακής Πολιτικής

Στην αρχαία ελληνική γραμματεία, ύβρις είναι η υπέρβαση του μέτρου, η αλαζονική συμπεριφορά, η αυθάδεια. Είναι μια σημασία που απόλυτα χαρακτηρίζει και απηχεί τη στάση της κυβέρνησης όχι μόνο στο ζήτημα της παιδείας, αλλά και γενικότερα. Ενέχει την παραποίηση της πραγματικότητας, την υποβολιμαία και επιλεκτική χρήση των δεδομένων (μικρές αλήθειες που κρύβουν μεγάλα ψέματα) με στόχο, εν τέλει, την κανονικοποίηση του προβληματικού. Η κοινωνία ευτυχώς αντιδρά, όμως οι διαδικασίες συγκρότησης ενός μαζικού μετώπου αντίστασης είναι ακόμη μοριακές ‒τέτοιες που επιτρέπουν στους κυρίαρχους να εξακολουθούν (να δούμε για πόσο διάστημα ακόμη) τις υβριστικές πρακτικές τους. Όμως ο δρόμος τους είναι αδιέξοδος· οι πιο διορατικοί ανάμεσά τους το καταλαβαίνουν και προσπαθούν να προειδοποιήσουν για τις επερχόμενες θύελλες. Στις περιστάσεις δε βλάπτει να υπενθυμίσει κανείς το ήδη γνωστό: πως την ύβρι ακολουθεί κατά κανόνα η νέμεσις.

Στο ευρύτερο αυτό πλαίσιο είναι που πρέπει να τεθεί και το ζήτημα των λεγόμενων ΟΠΠ («Ομάδων Πανεπιστημιακής Προστασίας»), διαβόητων ήδη πριν να έχουν ακόμη συγκροτηθεί. Οι πρόσφατες διαμαρτυρίες φοιτητικών συλλόγων και μεγάλου τμήματος της ευρύτερης πανεπιστημιακής κοινότητας με αφορμή την εκδίκαση της προσφυγής που κατατέθηκε στο Συμβούλιο της Επικρατείας έφερε και πάλι στο προσκήνιο τον εξόφθαλμο ανορθολογισμό που διέπει τη σύσταση ενός τέτοιου σώματος. Τα επιχειρήματα είναι πολλά και σε μεγάλο βαθμό γνωστά. Εκτός του ότι η λειτουργία μιας πανεπιστημιακής αστυνομίας που θα λογοδοτούσε όχι στις πανεπιστημιακές αρχές αλλά απ’ ευθείας στην ΕΛΑΣ αυταπόδεικτα καταργεί το αυτοδιοίκητο των πανεπιστημίων, έχει παράλληλα και πλειάδα λειτουργικών προβλημάτων που είναι βέβαιο πως όχι μόνο το πρόβλημα της όποιας παραβατικής βίας (που, παρά τα σχετικά στοιχεία, μεγεθύνεται υπέρμετρα στον κυρίαρχο λόγο) δεν θα αντιμετώπιζε, αλλά και θα απειλούσε να του προσδώσει διαστάσεις εκρηκτικές και ανεξέλεγκτες. Πρόκειται για διαπίστωση που κάνουν όχι μόνο φοιτητές και πανεπιστημιακοί, αλλά και η ίδια Πανελλήνια Ομοσπονδία Αστυνομικών. Άλλωστε και ο ίδιος ο κατ’ όνομα επικεφαλής του εκτελεστικού βραχίονα του κράτους, ο άνθρωπος που έβλεπε τις τιμές να απογειώνονται αλλά δεν έβρισκε δήθεν τρόπο να περέμβει (παρά τις διακαείς του επιθυμίες, βεβαίως-βεβαίως…), το είχε εκμυστηρευτεί σε προηγούμενη φάση της επικοινωνιακής του Οδύσσειας. Όπως πρόσφατα επισήμανε σε άρθρο του ο συνάδελφος Ξενοφών Κοντιάδης (Καθημερινή, 11/3/2022), το 2019 είχε δηλώσει πως η κυβέρνηση «δεν θέλει αστυνόμους στα πανεπιστήμια» προσθέτοντας με στόμφο πως κάποιοι «κινδυνολογούν ότι τάχα η αστυνομία θα μπαίνει κάθε τόσο στα πανεπιστήμια».

Όμως κάθε νοήμων παρατηρητής αυτής της ‒τελικά ανούσιας‒ συζήτησης μπορεί εύκολα να βγάλει το συμπέρασμα πως αυτό που κύρια τη χαρακτηρίζει είναι η αφόρητη προσχηματικότητα στο πλαίσιο ‒ακριβώς‒ μιας εξακολουθητικής ύβρεως. Φέρνει στο νου εκείνους τους στίχους του Γιάννη Νεγρεπόντη που μελοποίησε ο αξέχαστος Μάνος Λοΐζος στο γνωστό Τρίτος Παγκόσμιος, «ο Μπράουν ο Φίσερ κι Κράφτ σκεφτήκαν και βρήκαν πως φταίει ο Μαρξ!»: για τα δεινά δεν φταίνε όσοι τα προκαλούν, αλλά τα θύματα. Είναι το μοτίβο εκφοράς του πρωθυπουργού, της κυβέρνησης, όλων όσων καρπώνονται την απλήρωτη υπερεργασία της κοινωνίας και θέλουν να κατασιγάσουν τις αναμενόμενες (και αναπόφευκτες) αντιστάσεις της καταστέλλοντας ‒όλο και πιο προληπτικά, όλο και πιο βίαια. Και είναι φυσικό: όταν το μόνο που ένα σύστημα έχει να προσφέρει είναι οι εντεινόμενες ανισότητες, η εξαθλίωση και ‒όπως τελευταία βλέπουμε‒ ο πόλεμος και η καταστροφή, τι άλλο μέσο μένει παρά το ψέμα και η προληπτική βία;

Έχει λοιπόν σημασία αυτή η πραγματικότητα να αναδειχτεί και να στοιχειοθετηθεί στις διάφορες όψεις της. Για το ζήτημα της παιδείας (όπως επίσης της υγείας, των κοινωνικών υπηρεσιών καθώς και της δημόσιας ωφέλειας στο σύνολό της) το μείζον είναι οι δημόσιες δαπάνες ‒ο τομέας που κυνικά παρακάμπτεται και αποσιωπάται. Δεσπόζει εδώ μια κορυφαία αντίφαση: το γεγονός ότι ενώ σε βάθος χρόνου αρκετών δεκαετιών η Ελλάδα συγκαταλέγεται σταθερά στον πάτο αντίστοιχων χωρών ως προς το ποσοστό του ΑΕΠ που δαπανάται για την παιδεία, τα νοικοκυριά πρωτεύουν ως προς τις ίδιες δαπάνες τους για υπηρεσίες για τη χρηματοδότηση των οποίων φορολογούνται αδρά (τα τελευταία μάλιστα χρόνια συντριπτικά). Το απορρέον έλλειμμα επιδρά δραματικά στην ποιότητα του ανθρώπινου και υλικοτεχνικού εξοπλισμού όλων των παιδαγωγικών ιδρυμάτων, όχι μόνον ‒και όχι κυρίως‒ των τριτοβάθμιων, δημιουργώντας μια δυστοπική αίσθηση εγκληματικής εγκατάλειψης. Οποιοσδήποτε καλοπροαίρετα ανυποψίαστος αναλυτής επισκεπτόταν ελληνικές εκπαιδευτικές μονάδες θα αναρωτιόταν: μα γιατί αυτή η πολιτεία μισεί τόσο τη νεολαία της; Στο πλαίσιο αυτό δεν είναι διόλου παράξενο αυτό που πολλοί παιδαγωγοί τακτικά επισημαίνουν: τα παιδιά λατρεύουν τη γνώση αλλά μισούν το σχολείο ‒κι όταν φτάσουν κάποια στιγμή στο πανεπιστήμιο, είτε υποτάσσονται και συνθλίβονται είτε αντιδρούν ανακλαστικά σε ό,τι βιώνουν (χαράζουν, λ.χ., τα θρανία τους, ή ρυπαίνουν χώρους που ‒απροσδόκητα και τραυματικά‒ τους έχουν υποδεχτεί όντας ήδη ρυπαροί), είτε οργανώνονται για να ανατάξουν τις συνθήκες.

Η κυβέρνηση και όλοι όσοι εποφθαλμιούν την ανέλιξή τους σε κάποιο θώκο της κυριαρχίας τάσσονται ασφαλώς με την προληπτική καταστολή της οργανωμένης αντίστασης που τους τρομάζει (ακριβώς γιατί τους αποκαλύπτει), κατά περίπτωση υποδαυλίζοντας την ανακλαστική «βία». Περί αυτού πρόκειται: οι ήδη διαβόητες ΟΠΠ δεν έχουν σκοπό την «προστασία» αλλά την προβοκάτσια. Και το διάτρητο στρατήγημα των εμπνευστών τους είναι ήδη ορατό. Η συνειδητοποίηση αυτής της πραγματικότητας συγκαταλέγεται στις βασικές προϋποθέσεις της επερχόμενης νεμέσεως.

xekinima.org/