Πόσο πάει η μουστάρδα στο σούπερ μάρκετ της Παγγαίας;

Πόσο πάει η μουστάρδα στο σούπερ μάρκετ της Παγγαίας;

  • |

Κάποτε, πριν από καμιά τριακοσαριά και βάλε εκατομμύρια χρόνια, υπήρχε η Παγγαία, η ενιαία πανήπειρος, μια τεράστια μάζα στεριάς περιστοιχισμένη από την Πανθάλασσα. Στην Πανθάλασσα ενδημούσαν τα πρώτα ασπόνδυλα, αστερίες, αχινοί, κοράλλια αλλά και ιχθυόσαυροι ή νοτόσαυροι και στη στεριά κυκλοφορούσαν βατράχια, χελώνες, ερπετά και κάτι περίεργα πλάσματα όπως πελυκόσαυροι, ρυγχόσαυροι, θηκόδοντες, μαστοδόσαυροι κι άλλα είδη με ονόματα που αποφεύγω να αραδιάσω, γιατί όλο και κάποια κοτσάνα θα ξεφύγει. Από χλωρίδα, οι γεωλόγοι λένε πως στην Παγγαία κυριαρχούσαν μεγάλα δάση κωνοφόρων και άλλων γυμνόσπερμων και μπόλικες φτέρες.

ΚΙΜΠΙ*

Αυτή η γεωλογική παγκοσμιοποίηση, πριν οι μεγάλες ήπειροι αρχίσουν να χωρίζουν τα τσανάκια τους κι οι λίμνες και τα ποτάμια που τις διέσχιζαν γίνουν βαθείς κι απέραντοι ωκεανοί, θα ήταν μια πολύ βολική συνθήκη για το είδος μας, παρότι τότε δεν υπήρχαμε ούτε ως πιθανότητα. Φανταστείτε όμως τι γαμάτη και φτηνή θα ήταν η ενιαία αγορά της Παγγαίας. Τα σούπερ μάρκετ της θα «τα σπάγανε».

Ελλείψει ανθρώπινου είδους, ευφυΐας, εμπορευματικού πολιτισμού και καπιταλισμού, αυτή η αγορά, στην εποχή της Παγγαίας, δεν κατέστη εφικτή. Αλλά, 330 εκατομμύρια χρόνια μετά, υπάρχει. Τα σούπερ μάρκετ της βουλιάζουν από αγαθά που έχουν διασχίζει ωκεανούς και ηπείρους με κάθε μέσο – πλωτό, χερσαίο, εναέριο. Φυσικά δεν πουλάνε φιλέτα ρυγχόσαυρων ή πατέ μεσοζωικού αστερία, αλλά σε κάθε βαζάκι με βρώσιμο περιεχόμενο, σε κάθε συσκευασία με ένα ψηφιακό γκατζετάκι, μπορεί κανείς να βρει μια συμπύκνωση της παγκοσμιοποίησης των διαχωρισμένων ηπείρων.

Η αγορά της Παγγαίας μπορεί να βρεθεί σε ένα βαζάκι μουστάρδας. Κι ας αυτοδιαφημίζεται ως προϊόν εγχώριου παραγωγού. Μια μουστάρδα μπορεί να έχει σινάπι από τον Καναδά ή την Ουγγαρία, ζάχαρη από την Καραϊβική, ξίδι από τη Γαλλία, αλάτι από τον Ατλαντικό, μέλι από την Τουρκία, κουρκουμά και πιπέρι από την Ινδία, λάδι από την Ιταλία, ενδεχομένως ηλιέλαιο από την Ουκρανία, κι αυτό είναι σίγουρο όταν η μουστάρδα μετασχηματιστεί σε μαγιονέζα, που μπορεί να έχει και αυγά Τουρκίας. Μια ελληνική μουστάρδα και μια ελληνική μαγιονέζα μπορεί να μην έχουν ούτε γραμμάριο ελληνικού συστατικού, εκτός ίσως από νερό και αλάτι, όπως και μια αυθεντική γαλλική Dijon δεν είναι απαραίτητο να έχει τίποτα γαλλικό. Αλλά αυτό έχει και τις συνέπειές του.

Η τιμή της μουστάρδας, αυτού του φθηνού ντελικατέσεν που υπάρχει σχεδόν σε κάθε ψυγείο, είναι εκτεθειμένη σε κάθε διαταραχή που καταγράφεται στην αλυσίδα παραγωγής και εφοδιασμού της οικονομικής Παγγαίας. Διαταραχή παραγωγική, τεχνολογική, κερδοσκοπική ή πολεμική, καλή ώρα (κακή, για την ακρίβεια). Κάθε έλλειψη ή ανατίμηση οποιουδήποτε από τα 5-10 συστατικά της, κάθε αύξηση στο κόστος μεταφοράς των ευαίσθητων καρυκευμάτων που προορίζονται για την τέρψη του ουρανίσκου μας προστίθεται στην τελική τιμή της μουστάρδας.

Φυσικά, μπορεί να πει κανείς ότι χωρίς μουστάρδα μπορούμε να ζήσουμε. Αλλά όχι χωρίς ψωμί, χωρίς ρεύμα, χωρίς χάλυβα ή χωρίς μπαταρίες αυτοκινήτων. Σε αυτή τη μικρή κόγχη της οικονομικής Παγγαίας, που κάποτε θα συναντήσει τη Λιβύη, όταν ο χορός των ηπείρων εξαφανίσει τη Μεσόγειο και η Ευρώπη γίνει Αφροευρώπη, σχεδόν κάθε προϊόν που αγοράζουμε πια μοιάζει με την παγκοσμιοποιημένη μουστάρδα. Κι έχουν δίκιο ο Κυριάκος και Αδωνις και ο Σταϊκούρας να μιλούν για «εισαγόμενο πληθωρισμό», αλλά, αντί να τον προβάλλουν ως βολικό άλλοθι για το γεγονός ότι τα νοικοκυριά αφήνονται βορά της ανελέητης ακρίβειας, θα έπρεπε να απολογούνται γι’ αυτό.

Οχι γιατί, κατά το «παπούτσι από τον τόπο σου…», ο εγχώριος πληθωρισμός, τα ντόπια καρτέλ και η εθνική κερδοσκοπία είναι ευπρόσδεκτα. Αλλά γιατί ο «εισαγόμενος πληθωρισμός» είναι το θλιβερό αποτύπωμα της μετατροπής της χώρας σε παραγωγικό ερειπιώνα της Ε.Ε που εισάγει ακόμη και το στάρι, το ηλιέλαιο ή τον σιναπόσπορο. Οσονούπω και το νικέλιο, αν καταφέρουν να καταστρέψουν ολοσχερώς και τη ΛΑΡΚΟ.

Ο εισαγόμενος πληθωρισμός είναι η αντανάκλαση της βιομηχανικής και παραγωγικής παρακμής της χώρας. Και φυσικοί και ηθικοί αυτουργοί αυτής της παρακμής είναι το πολιτικό σύστημα –του οποίου αγλάισμα είναι η Ν.Δ. και η φαμίλια Μητσοτάκη– και η τάξη που με τρυφερότητα εκπροσωπεί και υπηρετεί εδώ και σχεδόν μισό αιώνα.

Με λίγα λόγια, αν θέλει να δει κανείς γιατί η ελληνική αγορά «ρουφάει» κάθε ανατίμηση που συντελείται όπου γης, δεν έχει παρά να ρίξει μια ματιά στο εμπορικό ισοζύγιο και το μόνιμο και διαρκώς διευρυνόμενο έλλειμμά του. Εισάγουμε τα πάντα. Εν μέρει και τον αέρα που αναπνέουμε, αν πάρουμε υπόψη και το εμπόριο ρύπων, και εξάγουμε όλο και λιγότερα. Η μεταμόρφωση των βιομηχάνων σε ραντιέρηδες ακριβών εισαγωγών, η συστηματική αποεπένδυση ακόμη και από πρώτες ύλες και προϊόντα στα οποία η χώρα διέθετε συγκριτικό πλεονέκτημα, η σταθερή φυγή κεφαλαίων και λεηλατημένου πλούτου στο εξωτερικό, είναι η άλλη έκφραση του εμπορικού ελλείμματος. Είναι το σαθρό υπόβαθρο αυτού που τώρα με ευκολία βαφτίζεται εισαγόμενος πληθωρισμός. Σε αυτό, φυσικά, πρέπει να προσθέσουμε:

■ Τον επιδοματικό εξανδραποδισμό του αγροτικού κόσμου, τη σχιζοειδή στρατηγική της λεγόμενης Κοινής (δηλαδή, γαλλο-γερμανο-ολλανδικής) Αγροτικής Πολιτικής που χρηματοδότησε το ξερίζωμα παραδοσιακών καλλιεργειών και τη μετατροπή των αγροτών σε αποδέκτες ενισχύσεων, ανεξαρτήτως παραγωγής και διάθεσης των προϊόντων στην αγορά.

■ Το έπος της χρηματοπιστωτικής φούσκας, που σιχαίνεται τη χρηματοδότηση του πρωτογενούς και δευτερογενούς τομέα, αλλά είναι γενναιόδωρη με τις υπηρεσίες και τη μετατροπή της οικονομίας σε απέραντο σούπερ μάρκετ εισαγόμενων αγαθών και παροχής υπηρεσιών (τουρισμός) τα οποία τιμολογούνται και πληρώνονται κυρίως εκτός χώρας

■ Και, εννοείται, την εποποιία των καραβοκυραίων που έγιναν θαλασσοκράτορες της ενεργειακής και εμπορικής μας εξάρτησης. Ο τεράστιος στόλος του ελληνόκτητου εφοπλισμού, που κορδώνεται για την παγκόσμια πρωτιά του και την κυριαρχία του στις ρότες της Πανθάλασσας, στα λιγοστά περάσματά του από τα ελληνικά λιμάνια, δεν αφήνει ούτε ευρώ προστιθέμενης αξίας. Αφήνει μόνο πληθωρισμό, εγκιβωτισμένο στα κοντέινερ της COSCO, παροχετευμένο στις αποθήκες αερίου της Ρεβυθούσας και στις δεξαμενές πετρελαίου των ΕΛΠΕ ή της Motor Oil, τιμολογημένο αδρά στις τρελές χρεώσεις των ναύλων για κάθε φορτίο.

Τελικά, το παράδοξο με τον «εισαγόμενο πληθωρισμό» είναι πως σε μεγάλο βαθμό είναι αυθεντικό προϊόν εγχώριας παραγωγής. Η ιθύνουσα τάξη της χώρας δικαιούται να κατοχυρώσει ως ΠΟΠ τη «μουστάρδα» αβελτηρίας, απληστίας και οκνηρίας της.

efsyn.gr/

Σχόλια (0)

Το email σας δεν θα δημοσιευθεί.