Η γυναίκα της Πάτρας, του Θανάση Σκαμνάκη

Η γυναίκα της Πάτρας, του Θανάση Σκαμνάκη

  • |

Το θέμα που ξεπέρασε σε ενδιαφέρον, εντός του μικρού  μας κόσμου, τις εκρήξεις στην Ουκρανία, είναι η μάνα που κατηγορείται πως σκότωσε τα παιδιά της. Ακριβές ή όχι θα αποδειχθεί στην πορεία. Αλλά εν τω μεταξύ στα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων, στις πρώτες ειδήσεις στα κανάλια, στην πρώτη εικόνα του ψυχισμού μας κυριαρχούν αυτοί οι ανεξήγητοι θάνατοι των τριών παιδιών.

 

Το αρχετυπικό δείγμα ανάγεται στον Ευριπίδη και στην τραγωδία του Μήδεια.

 

Αλλά, όπως κάθε γεγονός, συντελείται εντός συγκεκριμένου κοινωνικού και ιστορικού πλαισίου. Συνεπώς και οι αντιδράσεις ανταποκρίνονται σε αυτό το περιβάλλον. Και στο παρόν δεν υπάρχει από μηχανής θεός να πάρει στο άρμα του την ηρωίδα και να την μεταφέρει στους ουρανούς. Η γυναίκα θα χρειαστεί να σηκώσει όλο το βάρος της κατηγορίας και της κατακραυγής. Σε μια κοινωνία που προσποιείται τη σύγχρονη αλλά δεν ξέρει ακριβώς τι εννοεί μ’ αυτό.

 

Οι άνθρωποι είναι αυτοί που είναι. Συντηρητικοί ή προοδευτικοί, συνήθως και τα δυό συγχρόνως, πρόθυμοι να συνδράμουν ή απέχοντες, αναζητούν, όταν τα μεγάλα αποσύρονται, προσιτούς στόχους να επενδύσουν τη ζωή τους. Μια μάνα ύποπτη για το φόνο των παιδιών της είναι μια συναρπαστική ανατάραξη της άνευρης ζωής τους. Προσθέτει στις ημέρες μια εξ αποστάσεως φρίκη. Που δεν θίγει την καθημερινότητά τους, δεν καταθλίβει, αλλά ταυτόχρονα εξάπτει, νεύρα, ψυχισμό, νομιμοφροσύνη. Σε έναν ανασφαλή καιρό θέτει τα όρια της ορθότητας και της βεβαιότητας. Επί πλέον προσφέρει στην ανιαρή καθημερινότητα έναν τόνο συναρπαστικού, σε πανελλαδική, πανευρωπαϊκή, παγκόσμια προβολή. Η μικρή γειτονιά της Πάτρας στο μάτι της παγκόσμιας κάμερας – ήμουν κι εγώ εκεί! Οπότε προσφέρεται για πλήρη αφοσίωση, σχεδόν στράτευση. Είναι θέμα συζήτησης και τρόπος ομοθυμίας σε έναν κόσμο γεμάτον διαφορές και διαφωνίες.

 

Είναι λαός. Ακόμα κι αν πρόκειται για ένα μικρό μέρος του. Είναι βαρβαρότητα.

Είναι ένας κοινωνικός φανατισμός αποτρόπαιος. Είναι ταυτόχρονα και ένα φαινόμενο. Μη βιαστούμε να γράψουμε κι εμείς «θάνατος» μπροστά στην πόρτα αυτών των θανατολάγνων. Είναι κάποιοι από εμάς. Θα τους συναντήσουμε στο καφενείο, στη δουλειά, στη γειτονιά, θα συνεννοηθούμε και πιθανόν θα συμφωνήσουμε μαζί τους για σοβαρά ή λιγότερο σοβαρά ζητήματα, θα αναγνωρίσουμε σ’ αυτούς εκείνο το αντιφατικό μείγμα, ανθρώπων που είναι ικανοί για τα ποταπά αλλά εν τω μεταξύ μπορεί να γίνουν ικανοί και για μεγάλα. Είναι μια μορφή της συλλογικής σκέψης και συνείδησης. Μη βιαστούμε να την κατατάξουμε σε ανθρωποφαγικές κατηγορίες. Δεν είναι οι στυγνοί αναζητητές των καναλιών, δεν ζουν από το αίμα των άλλων, όπως τα γνωστά κυκλώματα της σκανδαλοθηρίας που έχει μετονομαστεί σε δημοσιογραφία – η οποία όχι απλώς ενθαρρύνει αλλά  υποκινεί και συνεργεί στη βαρβαρότητα.

Δεν είναι μόνο…

 

Είναι η διπλανή πόρτα που μπορεί να στέλνει ένα πιάτο φαΐ όταν έχει ανάγκη ο διπλανός και ταυτόχρονα να του κλείνει ερμητικά την πόρτα, να μην μπει μέσα η ξένη ανάγκη.

 

Είναι ο πολύπλοκος εαυτός όπου ενεδρεύουν το λαϊκό ένστικτο της αυτοθυσίας και το εξ ίσου λαϊκό ένστικτο της αυτοπροστασίας μέσω της κατασπάραξης του άλλου.

Δεν νομίζω πως είναι εύκολο να διακρίνουμε και να διαχωρίσουμε εύκολα από τη μια μεριά τον «όχλο» που κραυγάζει και από την άλλη το λαό που «θρηνεί».  Νομίζω πως ενυπάρχουν και τα δυο στο ίδιο κοινωνικό σώμα.

Είναι η έκφραση της αντίφασης του καιρού μας.

 

Είναι δύσκολο να απαντήσεις με λίγες λέξεις σε τόσο περίπλοκα ζητήματα. Και  προφανώς δεν μπορείς να απαντάς με αφορισμούς.

 

Κάποιες φορές ο κόσμος μας διεκδίκησε και διεκδικεί να γίνει μεγάλος. Να απλωθεί σε μεγάλες σκέψεις, προσδοκίες, διεκδικήσεις, αισθήματα. Αυτό το ρεύμα παρασύρει κάθε φορά και ανυψώνει από τη ροή των λασπόνερων τις αισθήσεις και την ψυχή μας. Είναι οι φορές που νομίζουμε πως κρατάμε τις ζωές και τον κόσμο  στα χέρια μας. Πως οι λάσπες του συνοικισμού δεν είναι η μοίρα σου. Και πως τα φώτα των μεγάλων δρόμων καταυγάζουν ένα μέλλον δικό σου και δικό τους – δικό μας. Και σηκώνουμε το αληθινό μας ανάστημα. Λίγο ακόμη πιο μεγάλο. Σ’ αυτές τις εποχές των εξάρσεων σβήνονται οι μικρές και σκοτεινές όψεις των ψυχών μας.

 

Αλλά η ήττα των προσδοκιών ξαναγυρίζει τους αντάρτες στη μικρή γωνιά όπου ξαναγίνεται σημαντικό το ασήμαντο. Και ξαναρχίζει το μαγκάνι του μίσους.

 

Προσπαθώ να πω, να μη βιαστούμε να αφορίσουμε το πλήθος που απαιτεί την κεφαλήν επί πίνακι της δύστυχης γυναίκας. Ούτε να ανακαλέσουμε ρωμαϊκές αρένες, επευφημίες πιστών μπροστά στην πυρά των μαγισσών, μεσαιωνικές και νεωτερικές βαρβαρότητες κάθε είδους.

 

Και κυρίως μη τα κάνουμε όλα αυτά πριν κοιτάξουμε στις δικές μας γειτονιές, στα φέισμπουκ μας, στις φωνές μας… Πόση οργή καταγράφεται κατά ποικίλων αλλόθρησκων, διαφορετικών, διαφωνούντων.

 

Πόσες βαρβαρότητες έχουμε πραγματοποιήσει, με άψογους τρόπους!..

kommon.gr

Σχόλια (0)

Το email σας δεν θα δημοσιευθεί.