Ροκανίζοντας ο καθένας τον πόνο του

Ροκανίζοντας ο καθένας τον πόνο του

  • |

«Χθες με βαριά καρδιά απ’ τη θλίψη, καθόμουν μόνος/ σ’ ένα σκιερό άλσος και ροκάνιζα τον πόνο μου./ Γιατί είναι φάρμακο στις στενοχώριες μου/ σιωπηλά διάλογο ν’ ανοίγω με την ψυχή μου./ Αύρες ψιθύριζαν και απ’ τ’ ακροκλώναρα τα πουλιά/ στάλαζαν με το τραγούδι τους γλυκιά ηρεμία/ στην κουρασμένη μου ψυχή. Κι απ’ τα δέντρα/τα τζιτζίκια, του ήλιου οι φίλοι, τερέτιζαν/ και γέμιζαν το άλσος με τη χαρούμενη φλυαρία τους/ Στο γρασίδι, κοντά στα πόδια μου, σιγοκυλούσε δροσερό νερό./ Εγώ όμως δεν μπορούσα να ξεφύγω απ’ τη θλίψη μου/ κι απαρηγόρητος όπως πριν καθόμουν εκεί./ Ξένα όλ’ αυτά μου φαίνονταν, γιατί όταν πονάει η ψυχή/ δεν μπορεί ν’ απολαύσει την ομορφιά της φύσης./ (…) Τυλιγμένος στην ομίχλη πλανιέμαι εδώ κι εκεί/ κι ούτε στα όνειρά μου δεν έχω αυτό που ποθώ.» -Από το ποιητικό έργο του Γρηγορίου του Ναζιανζηνού [για να μη λέμε ότι δεν είχαν και οι Βυζαντινοί τους λυρικούς τους].

Γιώργος Σταματόπουλος

Ναι, όταν πονάει η ψυχή τίποτε δεν μπορείς ν’ απολαύσεις, μήτε τους πάντερπνους καρπούς μήτε τα μεμυρισμένα άνθη· θέλεις ν’ ακούσεις τη μουσική των ημερών, τους θρήνους, τους γόους, τα αναστάσιμα τροπάρια, σφίγγεις τα χείλη να μη φανεί η συγκίνηση που σκορπίζει το γλυκύ έαρ [πού έδυ τ η ς το κάλλος; Πού, πού, πού;]. Και ας μην αναρωτηθούμε τι συμβαίνει όταν μαζί με την ψυχή πονάει και ο νους, διότι χάνεται κανείς… Ροκανίζει λοιπόν ο καθείς μόνος του τον πόνο του αλλά βαθύτερα επιζητεί να τον μοιραστεί, ίσως για να λειανθεί, ίσως για να εξοριστεί έστω για λίγο, ίσως γιατί δεν λείπει από την κοινότητα ο πόνος· δεν έχουν τελειωμό τα βάσανα και οι καημοί τούτου του κόσμου, καταπώς φρονούσαν οι παλιότεροι ποιητές [μας]. Και πώς υπνώττει ηδέως κανείς; Με τον Αυγερινό πια κάνεις παρέα -δεύρο ας περιπατήσωμεν, ομού μετά του πόνου.

Εάν δεν πονούσε η ψυχή πώς θα αντίκριζε τη φύση; Κάπως έτσι θαρρώ και ας μας φαίνονται λίγο μακρινά και ξένα: «Κοιμούνται οι κορφές και τα φαράγγια των βουνών, τα ξέφωτα και οι χαράδρες, το δάσος και όλα τα ερπετά που τρέφει η μαύρη γης και τ’ αγρίμια του βουνού και το μελισσομάνι και τα κήτη στα βάθη της γαλάζιας θάλασσας, κοιμούνται κι όλα τα πουλιά με τις μακριές φτερούγες». -Από τον ύμνο του Αλκμάνα (7ος π.Χ. αι.) σε ολόκληρη την [αποκοιμισμένη] φύση, έμψυχη και άψυχη, άγρια και ήρεμη· φανταζόμαστε ίσως τι θα έλεγε για τη φύση που ξυπνά και αγγέλλει το καθημερινό της θαύμα. Πονάνε όλα αυτά; Δεν απαντάς, διότι η επικοινωνία…κ.λπ.

Ας είναι λοιπόν τούτες οι μέρες μέρες ανά(σ)τασης του του ελληνικού λαού, μέρες αναγέννησης αλλά και επίδειξης σθένους εκ μέρους εκείνων των πολιτικών κομμάτων που ευαγγελίζονται τη βελτίωση της ζωής των απλών ανθρώπων, που αν ξυπνούσαμε [οι απλοί άνθρωποι] θα ερχόταν, μονομιάς, λέει ο ποιητής- ανάποδα ο ντουνιάς. Δεν μας λέει όμως ο ποιητής -ποτέ δεν θα μας πει- ποιος θα κουμαντάρει το τυχόν αναπόδισμα του ντουνιά -αλλά δεν είναι αυτός ο σκοπός του.

efsyn.gr

Σχόλια (0)

Το email σας δεν θα δημοσιευθεί.