Ολα τα ’χε η Μαριωρή…

Ολα τα ’χε η Μαριωρή…

  • |

Μια φορά κι έναν καιρό, έγινε μια επανάσταση… Μικρό πράμα οι επαναστάσεις δεν είναι. Ούτε αθώο. Μήτε και απλό. Είναι σαν τον μουσακά ένα πράμα: ως συνταγή τη διεκδικούν έθνη πολλά, θέλει σωστά υλικά, χρειάζεται σοβαρή προετοιμασία, συγκεκριμένες στρώσεις, με τη σωστή σειρά, σιγανό ψήσιμο, όχι πολλά ζουμιά και δεν αρέσει σε όλους! Αλλοι τρώνε κρέας, άλλοι όχι. Σε άλλους αρέσει η μελιτζάνα, άλλοι ούτε να τη μυρίσουν! Κάποιοι ξερνάνε κιόλας. Αλλοι ανεβάζουν απλώς τη θερμοκρασία (του φούρνου): γιατί κάλλιο να καεί το φαΐ και να μείνουν όλοι νηστικοί, παρά ν’ αναγκαστούν να φάνε κάτι που δεν το κάνουν κέφι… Γι’ αυτό σε λέω: η επανάσταση είναι σαν τον μουσακά.

Νόρα Ράλλη

Πάντως εκείνον τον καιρό, τον παλιό, κάπως έδεσαν τα υλικά και η επανάσταση έγινε. Και, ως συνήθως, επειδή δεν άρεσε σε όλους, με το που έγινε, ξέ-γινε. Μια που διώξαμε τους Τουρκαλάδες, μια που φέραμε άλλους δερβέναγες. Κάπως πιο γαλανούς, πιότερο ξανθούς, γενικά πιο γερμαναραίους. Ο Καποδίστριας δεν μας άρεσε και τον φάγαμε λάχανο, αλλά ο Οθων Φρίντριχ Λούντβιχ φον Βίτελσμπαχ, αυτός μάλιστα! Ρωσόφιλος σαν τον συγχωρεμένο δεν ήτο, οπότε αι Μεγάλαι Δυνάμεις αποφάσισαν να έχουμε μοναρχία στην Ελλάδα και η χώρα να γίνει βασίλειο! Τι νομίζεις πως γιορτάζαμε πέρυσι; Τη μετατροπή της Ελλάδας σε βασίλειο γιορτάζαμε (σιγά που θα γιόρταζε ο Μητσοτάρχας τις όποιες επαναστάσεις…).

Σεπτέμβρη του 1831 δολοφονήθηκε ο Καποδίστριας, Φλεβάρη του 1833 έφτακε ο Οθων. Ενα χρόνο μετά, μετέφερε και την πρωτεύουσα από το Ναύπλιο στην Αθήνα. Κάτι χαλάσματα ήταν η Αθήνα τότε: κάτι περίπου για σπίτια, καμιά τρακοσαριά όλα κι όλα, ο Πειραιάς είχε τρία καλύβια μοναχά (με το ένα ν’ ανήκει στον νεοδιορισμένο τελώνη!), χωματόδρομοι, κατσίκια και ένας ρημαγμένος και κατακλεμμένος από έναν άλλο αριστοκράτη λόρδο Παρθενώνας. Μα και τα περίπου για σπίτια, ο Οθων τα δέσμευσε για τους παρατρεχάμενούς του – δηλαδή για «τις ανάγκες του κράτους και τους υπαλλήλους του», κατά πώς λένε οι ιστορικοί.

«Με πήρε το Σχέδιο»: από τότε έχει μείνει αυτή η φράση, καθώς αντί πινακίου φακής τούς τα έπαιρναν τα σπίτια των Αθηναίων. Ξεσπιτωμένοι, δίχως φαΐ, τίγκα στους μαυραγορίτες, δεν την έλεγες και ωραία τη ζωή στας Αθήνας για τους πλεμπαίους τού τότε (κάθε σύγκριση με το σήμερα είναι εντελώς τυχαία – με έμφαση στο «εντελώς»!). Η Αμαλίτσα όμως, η βασίλισσα, βαριόταν τους χωριαταραίους, με τις μαύρες πατούσες και το χνώτο τους να μυρίζει βρούβα και λαψανίδια. Ετσι, άρχισε τα γιορτάσια. Οχι ότι είχε και πολλούς να καλέσει: κάτι διπλωμάτες από τα εξωτερικά, κάτι άλλους επίσημους ξένους, άντε και κάποιους πρωτεργάτες της Επανάστασης – έτσι, για το μπούγιο. Αστική τάξη η Ελλάδα δεν είχε (ούτε και απέκτησε ποτέ). Οι μικρομεσαίοι ήταν οι κουμανταδόροι και του τότε και του τώρα, και κάποιοι που μεγαλοπιάστηκαν (και ποτέ δεν πιάστηκαν).

Ανάμεσα σ’ όλους αυτουνούς, πάντοτε παρούσα ήταν και η χήρα Κοντολέοντος, η διαβόητη Μαριωρή-Ζαφειρίτσα Κοντολέοντος! Νεαρή ήτο η Μαριωρή κι εύθυμος. Τουτέστιν, ολίγον ζωηρούλα – ακαδημαϊκώς «χειραφετημένη θηλυκότητα», λαϊκώς «τον άπλωνε τον τραχανά». Μην τα πολυλογούμε, δεν άφηνε εσπερίδα για εσπερίδα που να μην πιάνει πρώτη στασίδι. Στις περισσότερες δε από αυτές, φορούσε αραχνοΰφαντο μαύρο βέλο ως ένδειξη χηρείας και σεβασμού στον αποθαμένο. Ασε που ενώ δεν είχε να φάει, προσποιούνταν την εύπορη (ξαναλέω: κάθε σύγκριση με το σήμερα είναι παντελώς τυχαία!).

Ο Κωλέττης, λένε, πως σαν την είδε σε μια τέτοια σύναξη της αριστοκρατίας, είπε τη γνωστή ατάκα, κοροϊδεύοντας την πείνα και τη ζωηράδα της.

Ε, λοιπόν, όπως και κάθε άλλη αναγωγή των παραπάνω στο σήμερα, έτσι κι αυτή η ατάκα διόλου δεν ισχύει για εμάς! Γιατί εμείς σήμερα και φαΐ πολύ έχουμε, και αυτοκινητάρες έχουμε, και βιλάρες σε νησιά έχουμε, και βενζίνη να βάλουμε έχουμε, και ενέργεια να καίμε ολημερίς έχουμε, και τον πρίγκιπα της Ουαλίας συμβουλάτορα έχουμε! Ολα τα ’χουμε!

Οσο για τον φερετζέ, τι να πω… Ας ψαχτεί καθείς, μπας και βρεθεί κανείς.

efsyn.gr

Εκτρωφείο Λαγων Καρφής Ευαγγελος