Kριμαικός πόλεμος και «Μεγάλη Ιδέα»,του Σπύρου Αλεξίου

Kριμαικός πόλεμος και «Μεγάλη Ιδέα»,του Σπύρου Αλεξίου

  • |

Το κείμενο αποτελεί κεφάλαιο (πρώτη γραφή) από το βιβλίο του Σπύρου Αλεξίου, που θα κυκλοφορήσει το φθινόπωρο, με θέμα τη διαδρομή της “Μεγάλης Ιδέας” την περίοδο 1844 -1922.  το βιβλίο θα εκδοθεί από τις εκδόσεις ΤΟΠΟΣ

1ο  μέρος: ένας Παγκόσμιος πόλεμος ετοιμάζεται

Στην κοινή συνείδηση αλλά και στην επίσημη ιστοριογραφία δύο πόλεμοι έχουν καταγραφεί με τον χαρακτηρισμό «Παγκόσμιοι»: αυτοί που διαδραματίστηκαν στον 20ο αιώνα. Κι όμως, στα μισά του 19ου αιώνα υπάρχει ένας πόλεμος που από κάθε άποψη θα μπορούσε να λάβει τον ίδιο χαρακτηρισμό. Έμεινε στην ιστορία με το προσωνύμιο «Κριμαϊκός» καθώς οι σημαντικότερες στρατιωτικές επιχειρήσεις διαδραματίστηκαν στη χερσόνησο της Κριμαίας. Στο πλαίσιο του πολέμου αυτού είχαμε επιχειρήσεις και στη δυτική Ανατολία, τον Καύκασο, τη Βαλτική Θάλασσα, τη Λευκή Θάλασσα και τον Ειρηνικό Ωκεανό.

Χρησιμοποιήθηκαν για πρώτη φορά τεχνολογικά επιτεύγματα όπως ο τηλέγραφος κι ο σιδηρόδρομος. Καλώδιο τηλέγραφου βυθίστηκε στη Μαύρη Θάλασσα μεταξύ Βάρνας, Βουλγαρίας και Μπαλακλάβα στην Κριμαία, μήκους 500 χιλιομέτρων, πράγμα που επέτρεπε να γίνονται τακτικές ενημερώσεις, μέσα σε διάστημα ελαχίστων ωρών! Για πρώτη φορά οι πολιτικοί των εμπλεκόμενων χωρών της Δύσης βρέθηκαν τότε αντιμέτωποι με δημοσιεύματα που ασκούσαν κριτική και στηλίτευαν τις ελλείψεις, τις τραγικές συνθήκες και κατέγραφαν τη φρίκη που βίωναν οι στρατιώτες αλλά και οι άμαχοι  στο μέτωπο.

Στις συγκρούσεις, στρατιωτικές και διπλωματικές, πήραν μέρος όλες οι μεγάλες αυτοκρατορίες της εποχής: Η Ρωσική, η Οθωμανική, η Βρετανική, η Γαλλική, η Αυστριακή ενώ επηρεάστηκε το σύνολο των χωρών στην ευρύτερη περιοχή της Ευρώπης, της Ανατολικής Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής. Οι συγκρούσεις διήρκεσαν 3 και πλέον χρόνια, ως χρονικό σημείο έναρξής του θεωρείται ο Οκτώβρης του 1853 και λήξης του ο Φεβρουάριος του 1856. Στην πραγματικότητα ξεκίνησε από το 1851 με την αντιπαράθεση Γαλλίας και Ρωσίας και τυπική αφορμή τον έλεγχο των Αγίων Τόπων.

Ο Κριμαϊκός πόλεμος, εκτός της τεράστιας σημασίας του για τη διαμόρφωση της Ευρωπαϊκής και παγκόσμιας ισορροπίας, επηρέασε καθοριστικά και το νεαρό ελληνικό κράτος που βρέθηκε στη δίνη της σύγκρουσης των υπερδυνάμεων της εποχής. Δεν ήταν, κατά γενική ομολογία, αναπόφευκτη η εξέλιξη αυτή. Ήταν σαφέστατη επιλογή της Μοναρχίας και της πολιτικής ηγεσίας η ανάμιξη της Ελλάδας, ήταν η πρώτη συγκροτημένη απόπειρα υλοποίησης της «Μεγάλης Ιδέας» που από τη δεκαετία του 1840 σταδιακά αποτέλεσε ιδεολογική και πολιτική επιλογή των κυρίαρχων τάξεων αλλά και ισχυρό ιδεολογικό ρεύμα στη χώρα. Η ανάμιξη της Ελλάδας ήταν αποτέλεσμα αυτής της πολιτικής και ιδεολογικής κατεύθυνσης, τουλάχιστον με το περιεχόμενο που αυτή είχε στην πρώτη φάση της. Επιγραμματικά, το περιεχόμενο αυτό, όπως εύστοχα το προσδιόρισαν ο Μ. Smith και η Ε. Σκοπετέα: «Στην κυριολεκτική ερμηνεία της ήταν το ρομαντικό όνειρο της ανασύστασης της ελληνοβυζαντινής αυτοκρατορίας με κέντρο την Κωνσταντινούπολη.»[1]

Η παρουσίαση του πολέμου αυτού είναι αναγκαία για να κατανοήσουμε την εξέλιξη της «Μεγάλης Ιδέας», να κατανοήσουμε ουσιαστικά τη διαμόρφωση και πορεία του ελληνικού κράτους στο Β΄ μισό του 19ου αιώνα.

Η ισορροπία του τρόμου

Στο μέσον του 19ου αιώνα στην Ευρώπη τυπικά επικρατεί η ισορροπία που διαμορφώθηκε το 1815 στο συνέδριο της Βιέννης και την εγγυόταν η «Ιερά Συμμαχία». Μόνο που πια η ισορροπία αυτή είχε κλονιστεί ανεπανόρθωτα. Ο αδύναμος κρίκος που την κλόνιζε και έφερνε στην επιφάνεια τις δεδομένες αντιθέσεις των αυτοκρατοριών ήταν η Οθωμανική αυτοκρατορία, ο «μεγάλος ασθενής» όπως αποκαλούνταν σε όλες τις διπλωματικές συναντήσεις. Μια αυτοκρατορία που σάπιζε, που γινόταν όλο και πιο αδύναμη, όπως είχε αποδείξει περίτρανα η Ελληνική επανάσταση.

Ταυτόχρονα, για τις δυτικές δυνάμεις υπήρχε το αιώνιο αγκάθι της Ρωσίας. Η Οθωμανική αυτοκρατορία ήταν το φράγμα που εμπόδιζε την κυριαρχία της Ρωσίας στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής, καθώς και στους δρόμους προς τις Ινδίες, τη μεγάλη φλέβα της Βρετανικής Αυτοκρατορίας. Ας συνυπολογίσουμε πως την εποχή εκείνη δεν είχε προσαρτηθεί ακόμα η Αίγυπτος από τους Βρετανούς και αφετέρου τον μεταγενέστερο ρόλο του Σουέζ ως δρόμου για τις βρετανικές κτήσεις στην Ινδία είχαν τότε τα Στενά των Δαρδανελλίων. Η διατήρησή λοιπόν της Οθωμανικής αυτοκρατορίας σε αυτόν τον ρόλο ήταν ζήτημα ύψιστης σημασίας για τη Βρετανία και δευτερευόντως τη Γαλλία. Αντίστροφα η κατάρρευσή της ήταν το όραμα της Ρωσίας αλλά και των υπόδουλων εθνοτήτων που καταπίεζε, δεν είναι πρωτοφανές να συμπίπτουν σε μια συγκυρία οι επιδιώξεις μιας υπερδύναμης με απελευθερωτικά οράματα.  Αυτό το κουβάρι ήταν το περίφημο «Ανατολικό ζήτημα», το οποίο καθόριζε αποφασιστικά τις διπλωματικές κινήσεις και τις συμμαχίες.

 

Την ίδια στιγμή, στο εσωτερικό των αυτοκρατοριών η κοινωνία έβραζε, υπήρχε αληθινή επαναστατική παλίρροια:

«Στα τέλη της δεκαετίας του 1840 το κλίμα στην Ευρώπη είναι ιδιαίτερα τεταμένο. Στις 22 Φλεβάρη του 1848 ξεσπά στη Γαλλία η επανάσταση που θα γκρεμίσει τον Λουδοβίκο – Φίλιππο. Θα ακολουθήσει επαναστατική παλίρροια: Στη Βαυαρία ο πατέρας του Όθωνα, Λουδοβίκος, γκρεμιζόταν από εξέγερση με πέτρα του σκανδάλου μια χορεύτρια, τη Λόλα Μοντέζ. Στις 3 Μάρτη ξεσπά επανάσταση στην Ουγγαρία. Στις 13 Μάρτη οι φοιτητές και ο λαός της Βιέννης γκρεμίζουν το σύμβολο της απολυταρχίας, τον Μέτερνιχ. Στις 18 Μάρτη ο Φρειδερίκος – Γουλιέλμος της Πρωσίας θα ματοκυλίσει το Βερολίνο. Στα κρατίδια της Ιταλίας η εξέγερση θα γκρεμίσει τον Πάπα Πιο Θ΄. Στην Αγγλία ενισχύεται πάλι το κίνημα των «Χαρτιστών», το «πρώτο μαζικό, πολιτικό, επαναστατικό προλεταριακό κίνημα», σύμφωνα με τον Λένιν. Σε αυτήν την Ευρώπη που έβραζε ήταν φυσικό να οξυνθούν και οι ιμπεριαλιστικοί ανταγωνισμοί, ιδιαίτερα ανάμεσα στην Αγγλία και την Ρωσία.»[2]

Για μια σειρά από αιτίες η αυτοκρατορία που έμεινε ανεπηρέαστη, επιφανειακά τουλάχιστον, από το επαναστατικό κλίμα της συγκυρίας ήταν η Ρωσική. Απόρροια αυτού του «πλεονεκτήματος»  ήταν να διαδραματίσει τον ρόλο του «χωροφύλακα» της Ευρώπης συμβάλλοντας αποφασιστικά στην κατάπνιξη των επαναστατικών κινημάτων στηρίζοντας τα καθεστώτα πολιτικά ενίοτε και στρατιωτικά. Σε αντάλλαγμα για την παροχή στρατευμάτων την περίοδο 1848 -1849, ανέμενε την ανοχή των άλλων ευρωπαϊκών δυνάμεων και τη μη ανάμειξή τους στις διαμάχες της με την Οθωμανική Αυτοκρατορία.

Σε αντίθεση με τις ρωσικές προσδοκίες, το σύνολο των πολιτικών αναλυτών προέβλεπαν ότι οι υπόλοιπες ευρωπαϊκές δυνάμεις δε θα επέτρεπαν στους Ρώσους μια τέτοια ελευθερία κινήσεων, καθώς μια περαιτέρω διείσδυση της Ρωσίας στα Βαλκάνια έπληττε θανάσιμα τα συμφέροντά τους. Ένας αναπόφευκτος λοιπόν γενικευμένος ευρωπαϊκός πόλεμος πρόβαλλε επί θύραις, όπως έγραφαν χαρακτηριστικά τον Φεβρουάριο του 1850 οι Κ. Μαρξ και Φρ. Ένγκελς στην «Neue Rheinische Zeitung, Politisch-Okonomische Revue»:

«Μέ τά κινήματα τών έτών 1848 καί 1849 ή Ρωσσία μπλέχτηκε τόσο βαθιά στήν ευρωπαϊκή πολιτική, ώστε πρέπει τώρα νά πραγματοποιήσει όσο γίνεται γρηγορότερα τά σχέδιά της γιά τήν Τουρκία καί τήν Κωνσταντινούπολη, τό «κλειδί τοΰ σπιτιού της», άλλιώς θά μείνουν άπραγματοποίητα γιά πάντα. Οί πρόοδοι τής άντεπανάστασης καί ή καθημερινά αύξανόμενη ίσχύς τοΰ έπαναστατικοϋ κόμματος στήν δυτική Εύρώπη, ή έσωτερική κατάσταση τής ίδιας τής Ρωσσίας κι ή κακή κατάσταση τών οικονομικών της τήν άναγκάζουν νά ένεργήσει γοργά. Πριν άπό λίγο είδαμε τό διπλωματικό προοίμιο αύτής τής καινούργιας άνατολικής πολιτικής κυρίως δράσης* σέ λίγους μήνες θά ζήσουμε τήν δράση τήν ίδια. Ό πόλεμος έναντίον τής Τουρκίας είναι άναγκαστικά πόλεμος εύρωπαϊκός. Τόσο τό καλύτερο γιά τήν άγία Ρωσσία, πού έτσι βρίσκει τήν εύκαιρία νά πατήσει γερά τό πόδι της στήν Γερμανία, νά όλοκληρώσει έδώ ένεργητικά τήν άντεπανάσταση… καί τελικά νά βαδίσει στό ίδιο τό κέντρο τής έπανάστασης, στό Παρίσι. Σ’ έναν τέτοιο εύρωπαϊκό πόλεμο ή Αγγλία δέν μπορεί νά παραμείνει ούδέτερη. Πρέπει να άποφασίσει ένάντια στήν Ρωσσία. Κι ή ‘Αγγλία εϊναι γιά τήν Ρωσσία ό πιό έπικίνδυνος άντίπαλος…»[3]

Ο Μαρξ μάλιστα προεξοφλούσε σε άρθρο του στην New-York Daily Tribune, της 14 Ιουλίου 1853, την επιθετική στάση της Ρωσίας χρησιμοποιώντας συμβολικά έναν περσικό μύθο:

«Υπάρχει μιά άστεία ιστορία γιά δύο Πέρσες φυσιοδίφες πού εξέταζαν μιάν άρκούδα. Ό ένας, πού δέν είχε δει ποτέ του πριν τέτοιο ζώο, ρώτησε άν αύτό γεννά μικρά ή αύγά. Ό άλλος, πού ήταν καλύτερα πληροφορημένος, άπάντησε: «Τό ζώο αύτό είναι ικανό γιά τά πάντα».

Και το σχόλιο του Κ. Μαρξ: «Ασφαλώς ή ρωσσική άρκούδα είναι ικανή γιά τά πάντα, όσο γνωρίζει ότι τά ζώα, μέ τά όποια έχει νά κάνει, δέν είναι ίκανά γιά τίποτε.»[4]

Μια αναγκαία διευκρίνιση: Ο Κ. Μαρξ και ο Φρ. Ένγκελς με τη μέθοδο ανάλυσης της κοινωνίας που θεμελίωσαν άλλαξαν για πάντα τον τρόπο που προσεγγίζουμε το χτες και το σήμερα και οραματιζόμαστε το αύριο. Αυτό το αναγνωρίζουν και οι μεγαλύτεροι πολέμιοι του οράματος τους. Αυτό δεν σημαίνει πως ήταν θεοί, ιδιοφυείς επαναστάτες της θεωρίας και της πράξης ήταν. Ως πολιτικοί αναλυτές σε πολλές περιπτώσεις δικαιώθηκαν στις εκτιμήσεις τους και σε άλλες όχι, γεγονός απόλυτα φυσιολογικό, δεν διατύπωσαν θέσφατα. Σε πολλές εκτιμήσεις τους για το Ανατολικό ζήτημα δεν δικαιώθηκαν, μία από αυτές ήταν κι η εκτίμηση πως «οι αντίπαλοι της Ρωσίας δεν ήταν ικανοί για τίποτα». Όπως αποδείχθηκε, ήταν ικανοί για πολλά.

Στον εμπνευσμένο θεατρικό μονόλογο «Ο Μαρξ στο Σόχο», του Χάουαρντ Ζιν, ο Κάρλ Μαρξ, που έχει επιστρέψει ποιητική αδεία στη γη, λέει με δικαιολογημένη οργή: «Εγώ κανέναν μαρξ – ισμό, καμία θρησκεία δεν έφτιαξα, τρόπο να σκέφτονται οι άνθρωποι πρότεινα». Ας μην το ξεχνάμε…

Η «Άγια» αφορμή

«Στα Ιεροσόλυμα είναι ο ναός της Αναστάσεως […] Τούτος ο τάφος στέκεται αιώνες τώρα όχι μονάχα τόπος λατρείας εκατομμυρίων ανθρώπων παρά κι ατελείωτων καυγάδων ανάμεσα σε ορθόδοξους, καθολικούς, Αρμένηδες και Κόπτες. Μαλώνουν – και για ποιο δεν μαλώνουν! Για το πόσα καντήλια θα έχει ο καθένας τους, για το ποιος πρώτος θα ιερουργήσει, , για το ποιος θα επισκευάσει τον τρούλο, για το ποιος θα φυλάει τον ναό, για το ποιος θα τον σκουπίζει και για άλλα τέτοια παρόμοια σημαντικά πράγματα. Τρώγονται γύρω από τον τάφο αυτού που δίδαξε το «αγαπάτε αλλήλους»…»[5]

Απόλυτα ακριβής η αφήγηση του Δ. Φωτιάδη, η κατάσταση που περιγράφει θα αποτελέσει την αφορμή του Κριμαϊκού πολέμου. Το 1851 ένας ασήμαντος Γάλλος λόγιος, φανατικός καθολικός, ο Ευγένιος Μπορέ ταξίδεψε στους Άγιους Τόπους που ήταν υπό τον έλεγχο των ορθόδοξων κληρικών. Επιστρέφοντας στη Γαλλία και σε αλλεπάλληλα δημοσιεύματα χαρακτήριζε τους ορθόδοξους «αλιτήριους και άρπαγες των ιερών σεβασμάτων σφετερισάμενους πολλά τούτων από των προ αιώνων νόμιμων Λατίνων ιδιοκτητών αυτών.»[6]

Σε μία άλλη στιγμή, τα λόγια ενός φανατικού θρησκόληπτου θα απασχολούσαν όσους έχουν αντίστοιχο σκοτάδι στο μυαλό τους, υπό ορισμένες προϋποθέσεις θα απασχολούσαν και τον Πάπα και τους καρδινάλιούς του. Στη Γαλλία όμως του 1851 απασχόλησαν και τον Λουδοβίκο Ναπολέοντα, τον «πρόεδρο της Γαλλικής Δημοκρατίας» μετά την επανάσταση του 1848 που ετοίμαζε το πραξικόπημα για την κατάλυσή της. Θεώρησε κατάλληλη την ευκαιρία να χαϊδέψει τα θρησκευτικά ένστικτα και να «ελκύση προς ευατόν την τότε πανίσχυρον έτι εν Γαλλία μερίδα των κληρικών»[7]

Θα ήταν λάθος να πιστέψουμε πως ήταν μόνο προσωπικό παιχνίδι του Λουδοβίκου Ναπολέοντα. Η ταπεινωμένη ακόμη – από το Βατερλό –  Γαλλία έψαχνε δρόμους για να αναβαθμίσει το ρόλο και το κύρος της. Ένας από αυτούς ήταν η ανάδειξή της ως προστάτιδος δύναμης των χριστιανών στην περιοχή, ιδιαίτερα μεταξύ των καθολικών πιστών.  Φυσικά απώτερος στόχος ήταν να εξασφαλίσει περαιτέρω προνομιακούς εμπορικούς όρους όσο και κοινωνική διείσδυση.

Αποτέλεσμα αυτού του συνδυασμού ήταν το διάβημα του Γάλλου πρεσβευτή στην Κωνσταντινούπολη,  στρατάρχη Οπίκ, με το οποίο ουσιαστικά απαιτούσε να περάσει ο έλεγχος των Αγίων Τόπων στους καθολικούς. Η αλήθεια είναι πως κανείς εκείνη τη στιγμή δεν φανταζόταν πόσες μυλόπετρες της ιστορίας θα έθετε σε κίνηση αυτό το διάβημα.

Η Πύλη ακολούθησε την κλασική ανατολίτικη τακτική, σύστησε μια επιτροπή για να εξετάσει το ζήτημα, στην ουσία για να εξευμενίσει τη Γαλλία. Η επιτροπή «Επεδίκασε σχεδόν πάντα τα ιερά σεβάσματα εις τους Καθολικούς»[8]. Αυτό προκάλεσε φυσικά την αντίδραση της Ρωσίας η οποία εκδηλώθηκε με προσωπικό γράμμα του τσάρου Νικόλαου στον σουλτάνο Αμπντούλ – Μετζίτ Α΄. Σε αυτό δήλωνε την άρνησή του να δεχθεί περιορισμό των προνομίων της Ρωσίας στους Άγιους Τόπους. Ταυτόχρονα ο Ουζερόφ, ο Ρώσος επιτετραμμένος στην Πόλη, με διακοίνωση απαιτούσε άμεση επιβεβαίωση των ρωσικών προνομίων.

Όσα ακολούθησαν ήταν ενδεικτικά της κατάστασης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Ο Μεγάλος βεζίρης Ρεσίτ πασάς ήταν γαλλόφιλος και ο υπουργός εξωτερικών Ααλή πασάς ρωσόφιλος. Ο σουλτάνος πανικόβλητος αντικατέστησε τον γαλλόφιλο Ρεσίτ με τον ρωσόφιλο Ααλή που αμέσως δήλωσε άρνηση υλοποίησης όσων είχε αποφασίσει η γαλλόφιλη επιτροπή.

Ο Λουδοβίκος Ναπολέων όμως, που από τις 2 Δεκέμβρη 1851, είχε καταλύσει τη δημοκρατία και ήταν πια ο αυτοκράτορας Ναπολέων Γ΄, αντέδρασε στέλνοντας ένα σύγχρονο γαλλικό πολεμικό πλοίο (τύπου «Καρλομάγνος», όπως ονομάστηκαν αυτά τα σκάφη) στη Μαύρη Θάλασσα. Αυτή η επίδειξη δύναμης της Γαλλίας, συνδυασμένη με επιθετική διπλωματία και χρήματα, έφερε αποτέλεσμα: Ο  Σουλτάνος Αμπντούλ Μετζίτ Α΄ με νέα συνθήκη, δέχτηκε ότι η Γαλλία και η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία αποτελούσαν τις ανώτατες αρχές ελέγχου στους Αγίους Τόπους καθώς και τους κτήτορες των κλειδιών της Εκκλησίας της Γεννήσεως στη Βηθλεεμ, που πριν ανήκαν στην ελληνική Ορθόδοξη Εκκλησία. Ταυτόχρονα διόρισε υπουργό εξωτερικών τον γαλλόφιλο Φουάτ πασά.

Όμως τώρα κι ο τσάρος Νικόλαος  αντέδρασε και μάλιστα δυναμικά. Το 4ο και το 5ο σώμα του Ρωσικού στρατού αναπτύχθηκαν στα σύνορα της Μολδαβίας ενώ και ο πολεμικός στόλος της Μαύρης θάλασσας τέθηκε σε κόκκινο συναγερμό.

Θα έμοιαζε με αστείο παιχνίδι κακομαθημένων παιδιών αν δεν διακυβεύονταν οι ζωές χιλιάδων ανθρώπων.  Καθόλου δεν αστειευόταν ο Νέσελροντ, ο παλιός συνεργάτης του Καποδίστρια και τώρα πρωθυπουργός και υπουργός εξωτερικών της Ρωσίας, στις οδηγίες του προς τον πρέσβη Ουζερόφ:

«Το τηλεβόλον είναι το τελευταίο καταφύγιον των ηγεμόνων αλλά η Γαλλική κυβέρνησις το ανέδειξεν ως πρώτιστον»[9]

 

Φλερτ με ατυχή κατάληξη

Χαρακτηριστική της λανθασμένης ανάλυσης της Ρωσίας για τις επιδιώξεις κάθε δύναμης ήταν η σοβαρή κι επίμονη προσπάθεια της να συγκροτήσει άξονα με την Αγγλία ώστε να διαμοιράσουν από κοινού τα ιμάτια της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, αποκλείοντας τη Γαλλία.

Στις 28 Δεκέμβρη 1852 ο πρεσβευτής της Αγγλίας στην Πετρούπολη Άμιλτον Σέιμουρ δέχτηκε μια τυπική πρόσκληση σε «εσπερινή συναναστροφή» που διοργάνωνε η Μεγάλη Δούκισσα Ελένη Παυλόβνα. Ουσιαστικά επρόκειτο για σκηνικό που στήθηκε ώστε ο τσάρος Νικόλαος να συνομιλήσει ιδιωτικά με τον Σέιμουρ και να διατυπώσει την πρότασή του η οποία φυσικά θα μεταφερόταν στον λόρδο Ράσελ, τον υπουργό εξωτερικών της Αγγλίας.

Τα βασικά σημεία της συνομιλίας τα διασώζει ο Βλαντιμίρ Ποτέμκιν, στο έργο του «Ιστορία της Διπλωματίας». Ουσιαστικά ο τσάρος προτείνει συμφωνία των δύο χωρών για την «κληρονομιά» των Οθωμανών.

«Οι δύο χώρες πρέπει να έχουν στενούς δεσμούς φιλίας. Αυτή η φιλία δεν ήταν ποτέ πιο χρήσιμη από όσο είναι τώρα.

Αν εγώ και η Αγγλία κατορθώσουμε να συμφωνήσουμε, αδιαφορώ για την υπόλοιπη Ευρώπη. Η Τουρκία είναι άρρωστη, βαριά άρρωστη σε λίγο θα διαλυθεί και αυτό θα είναι μεγάλη συμφορά αν πριν η Αγγλία και η Ρωσία δεν έχουν συμφωνήσει.

Σας ξεκαθαρίζω λοιπόν πως αν η Αγγλία σκέφτεται να εγκατασταθεί στην Κωνσταντινούπολη εγώ δεν θα το επιτρέψω. Αναλαμβάνω την υποχρέωση να μην εγκατασταθώ κι εγώ, σαν ιδιοκτήτης φυσικά. Άλλο ζήτημα αν βρεθώ σε αυτήν σαν προσωρινός προστάτης. Αν τα αφήσουμε όλα στην τύχη, μπορεί να εξελιχθούν έτσι τα πράγματα ώστε να αναγκαστώ να καταλάβω την Κωνσταντινούπολη.

Ούτε οι Ρώσοι ούτε οι Άγγλοι ούτε οι Γάλλοι θα γίνουν κύριοι της Κωνσταντινούπολης.  Δεν θα την πάρει επίσης ούτε η Ελλάδα. Δεν θα το επιτρέψω ποτέ!»[10]

Πριν δούμε την τύχη της Ρωσικής πρότασης, ας σημειώσουμε με έντονα γράμματα την τελευταία φράση του Νικόλαου: «Δεν θα την πάρει επίσης ούτε η Ελλάδα. Δεν θα το επιτρέψω ποτέ». Την ίδια στιγμή στην Αθήνα γίνονταν δοξολογίες υπέρ του Τσάρου και πεταλώνονταν τα άλογα για την «εκδρομή» στην Κόκκινη Μηλιά καθώς ήταν έτοιμος να αναστηθεί ο Μαρμαρωμένος Βασιλιάς…

Ο Νικόλαος συνέχισε την προσπάθειά του για τη συγκρότηση άξονα με τους Άγγλους, είναι χαρακτηριστικό πως μεταξύ Γενάρη και Φλεβάρη του 1853 συναντήθηκε άλλες 3 φορές με τον Σευμουρ. Το αποτέλεσμα δεν τον δικαίωσε: Στην επίσημη απάντησή του ο λόρδος Ράσελ απαντούσε, εκ μέρους του υπουργικού συμβουλίου της Βρετανίας, «…πως κάθε άλλο παρά βλέπει την Οθωμανική Αυτοκρατορία έτοιμη να καταρρεύσει και γι αυτό δεν χρειάζονταν κανενός είδους συμφωνίες»[11].

Η Ρωσική διπλωματική στρατηγική κατέρρευσε σαν χάρτινος πύργος οπότε όντως, το «τελευταίον καταφύγιον ήταν το τηλεβόλον».

Ο πρίγκηπας κι η αλεπού

Μοιάζει με το ομότιτλο κεφάλαιο από τον «Μικρό πρίγκηπα», το υπέροχο παραμύθι του Σαιντ Εξεπερύ, δυστυχώς όμως δεν έχει καμία σχέση. Πρόκειται για δύο προσωπικότητες των κύριων αντιπάλων, της Ρωσίας και της Αγγλίας, που θα επηρεάσουν καθοριστικά τις εξελίξεις και σαν άτομα αλλά κυρίως ως εκφραστές της πολιτικής και πολιτισμικής φιλοσοφίας των δύο υπερδυνάμεων. Αναφερόμαστε στον πρίγκηπα Μέντσικοφ και στον γνωστό μας – από την επανάσταση του 1821 ακόμα – Άγγλο πρέσβη στην Πόλη Στράτφορντ Κάνιγκ, μια αληθινή αλεπού της διπλωματίας.

Ο Μέντσικοφ ήταν μία από τις μεγαλύτερες προσωπικότητες της τσαρικής Ρωσίας: Ναύαρχος, υπουργός των Ναυτικών, διοικητής της Φινλανδίας, υπασπιστής και επιστήθιος φίλος του ίδιου του Τσάρου. Στις 28 Φλεβάρη του 1853 το ρωσικό καταδρομικό «Κεραυνός» άραξε στο Μπογιούκ Ντερέ της Κωνσταντινούπολης, μπροστά στη Ρωσική πρεσβεία. Αποβιβάστηκε ο νέος τσαρικός επιτετραμμένος, ο Μέντσικοφ, και τον συνόδευαν ο ναύαρχος Κολτζακόφ, ο υποναύαρχος Κορνιλοφ, ο στρατηγός Νικοσοτζίνσκι, ο γιος του πρωθυπουργού Νέσελροντ και πλήθος ανώτατων αξιωματικών. Σχηματίστηκε μια μεγαλόπρεπη πομπή και η είδηση της άφιξής του προκάλεσε ντελίριο ενθουσιασμού στους χριστιανούς της Πόλης. Χιλιάδες συγκεντρώθηκαν με το σύνθημα «Ζήτω ο προστάτης της Ορθοδοξίας» και όπως γράφει ο Β. Ποτέμκιν :

«η τουρκική αστυνομία δεν τόλμησε να διαλύσει ένα μεγάλο πλήθος από Έλληνες που ήρθαν να τον υποδεχτούν με εκδηλώσεις ενθουσιασμού»[12]

Κανείς φυσικά δεν ήταν τόσο αφελής να πιστέψει πως επρόκειτο για έναν απλό πρεσβευτή. Πιο πολύ έμοιαζε, όπως σωστά γράφει ο Π.Καρολίδης : «επίτροπος Καίσαρος απέναντι των αυλών των εν τω Ρωμαικώ κράτει ή τοπαρχών»[13]

Όταν έφτασε ο Μέντσικοφ έλειπαν οι πρεσβευτές της Αγγλίας και της Γαλλίας, γεγονός που ενέτεινε τον πανικό της Πύλης. Κυρίως γιατί έλειπε ο άνθρωπος που 30 χρόνια διεύθυνε την εξωτερική πολιτική της Τουρκίας, κι αυτός δεν ήταν άλλος από τον Στράτφορντ Κάνιγκ. Από το 1825, όταν ο πρωθυπουργός και εξάδελφός του, Τζωρτζ Κάνιγκ, τον διόρισε πρεσβευτή στην Πόλη ήταν ο πραγματικός υπουργός Εξωτερικών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Για τις υπηρεσίες του η βασίλισσα Βικτώρια τον είχε καλέσει στο Λονδίνο όπου τον ονόμασε κόμη του Ράνκλιφ. Κόμης πια, έφτασε στην Κωνσταντινούπολη, λίγες μέρες μετά την άφιξη του Μέντσικοφ, ο «μπουγιουκ Ελετζί», ο Μεγάλος Πρεσβευτής», όπως αποκαλούσαν τον Κάνιγκ οι Τούρκοι.

Το διπλωματικό παιχνίδι των επόμενων μηνών μεταξύ του Μέντσικοφ και του Κάνιγκ καθόρισε σε μεγάλο βαθμό τις εξελίξεις. Εύκολα θα προέβλεπε κανείς τον νικητή του παιχνιδιού. Από τη μία ήταν, όπως γράφει ο ίδιος ο Ποτέμκιν, ο «αμελής, υπερφίαλος, κοσμικός άρχοντας και ερασιτέχνης της διπλωματίας Μέντσικοφ» και από την άλλη ο πρύτανης των πρεσβευτών της μεγαλύτερης διπλωματικής σχολής του κόσμου, της Αγγλικής. Αυτό σε μια εποχή που οι επικοινωνίες ήταν πολύ δύσκολες, ένα μήνυμα από την Πόλη στο Λονδίνο χρειαζόταν εβδομάδες να πάει κι άλλες τόσες να απαντηθεί, οπότε οι προσωπικοί χειρισμοί και οι πρωτοβουλίες ήταν καθοριστικές.

Στη Ρωσική διακοίνωση που είχε επιδοθεί στην Πύλη υπήρχαν 3 όροι:

Αναγνώριση προνομίων της Ορθοδοξίας και ισοβιότητα του Πατριάρχη

Οι ορθόδοξοι να έχουν τον απόλυτο έλεγχο του Πανάγιου Ταφου

Να υπογραφεί από την Πύλη «Σενέτι» (συνθήκη) αναγνώρισης της Ρωσίας ως προστάτιδας όλων των Ορθοδόξων με δικαίωμα επέμβασης στα εδάφη της Οθωμανικής αυτοκρατορίας.

Ο Κάνιγκ δεν έδινε δεκάρα για τους καυγάδες των παπάδων, άλλωστε φανατικός προτεστάντης ήταν, περισσότερο αντιπαθούσε τον Πάπα.  Δήλωσε επίσημα πως «πρέπει να γίνουν σεβαστοί οι πόθοι των αγαθών καρδιών πενήντα εκατομμυρίων ευσεβών ρωσικών ψυχών» προκαλώντας τον ενθουσιασμό του αφελούς Μέντσικοφ. Ο Κάνιγκ όμως δεν θα συμφωνούσε ποτέ στον 3ο όρο, που ήταν κι ο κρίσιμος. Τυχόν αποδοχή του θα καθιστούσε την Οθωμανική Αυτοκρατορία έρμαιο  της Ρωσίας. Αυτό για την Αγγλία ήταν αιτία πολέμου και αυτόν τον ετοίμασε ο Κάνιγκ όσο αποχαύνωνε με λιβάνια και ορθοδοξία τον Μέντσικοφ.

Στις 23 Απρίλη η Πύλη, με κείμενο που είχε ουσιαστικά συντάξει ο Κάνιγκ, απάντησε πως δέχεται τους δύο όρους, όχι όμως τον τρίτο. Η απάντηση αυτή ξύπνησε πια τον Μεντσικοφ που έδωσε νέο τελεσίγραφο, αποχώρησε από την πρεσβεία και εγκαταστάθηκε στη φρεγάδα «Βεσσαραβία». Το παιχνίδι παιζόταν ανοιχτά, ο Κάνιγκ σε επίσημη ακρόαση με τον Αμπντούλ Μετζιτ ανακοίνωσε επίσημα πως έχει εντολή από την κυβέρνησή του να καλέσει τον αγγλικό πολεμικό στόλο της Μεσογείου στον Βόσπορο.

Ο μεγάλος Βεζίρης Μεχμετ Αλή πασάς έκανε μια ύστατη προσπάθεια συμβιβασμού ζητώντας συνάντηση με τον Μέντσικοφ για την 1η Μαΐου. Την παραμονή όμως, στο μεγάλο υπουργικό συμβούλιο της Πύλης που συνεδρίασε πήραν μέρος και οι …πρεσβευτές Αγγλίας και Γαλλίας. Την εξέλιξη αυτή που γκρέμιζε κάθε πιθανότητα συμβιβασμού πληροφορήθηκε ο Μέντσικοφ. Φρόντισε για αυτό ο Κάνιγκ, η Αγγλία ήθελε τον πόλεμο, ο πρωθυπουργός Πάλμερστον αποκαλούνταν «λόρδος εμπρηστής» από τον ίδιο τον αρχηγό της αντιπολίτευσης στην Αγγλία, τον Μπέντζαμιν Ντισραέλι. Ο Μέντσικοφ κατάλαβε πως είχε χάσει το παιχνίδι και στις 9 Μάη έφυγε από την Πόλη για την Οδησσό ενώ ο αρχιφύλακας της Ρωσικής πρεσβείας κατέβαζε τα σύμβολα, οι διπλωματικές σχέσεις των δύο χωρών είχαν διακοπεί.  Ο λόγος θα δινόταν πια στα τηλεβόλα, όπως είχε προβλέψει ο Νεσελροντ…

 

[1]  Michael Llewellyn Smith «Το όραμα της Ιωνίας – Η Ελλάδα στη Μικρά Ασία, 1919-1922», Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 2009, σελ. 36.

 

[2] Σπύρου Αλεξίου. «21 Ρωγμές στην επίσημη ιστορία για την επανάσταση του 1821», εκδ. ΤΟΠΟΣ, Αθήνα 2021

[3] Κ. MARX – FR. ENGELS Η ΕΛΛΑΔΑ, Η ΤΟΥΡΚΙΑ Κ ΑΙ ΤΟ ΑΝΑΤΟΛΙΚΟ ΖΗΤΗΜΑ Εισαγωγή – μετάφραση – υπομνηματισμός ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΚΟΝΔΥΛΗΣ, εκδ. ΓΝΩΣΗ, Αθήνα 1985, σελ. 86

[4] Ο.π. σελ. 147

[5] Δημήτρη Φωτιάδη, «Όθωνας, η έξωση», εκδ. Ζαχαρόπουλος, Αθήνα 1988, σελ. 299 – 300

 

[6] Ο.π σελ. 300

[7] Παύλου Καρολίδη, «Σύγχρονος ιστορία των Ελλήνων και των λοιπών λαών της Ανατολής από 1821 μέχρι 1921»,τομος Δ., σελ. 322    https://anemi.lib.uoc.gr (19/5/22)

 

[8] Παύλου Καρολίδη, «Σύγχρονος ιστορία των Ελλήνων και των λοιπών λαών της Ανατολής από 1821 μέχρι 1921»,τομος Δ., σελ. 323    https://anemi.lib.uoc.gr (19/5/22)

 

[9] Δημήτρη Φωτιάδη, «Όθωνας, η έξωση», εκδ. Ζαχαρόπουλος, Αθήνα 1988, σελ. 305

[10] Β. Ποτέμκιν, «Ιστορία της Διπλωματίας», εκδ. Γκοβόστη, Αθήνα 1946, τ. Γ, σελ. 162 -163

[11] Δημήτρη Φωτιάδη, «Όθωνας, η έξωση», εκδ. Ζαχαρόπουλος, Αθήνα 1988, σελ. 303

 

[12] Β. Ποτέμκιν, «Ιστορία της Διπλωματίας», εκδ. Γκοβόστη, Αθήνα 1997, τ. Γ, σελ. 167

 

[13] Παύλου Καρολίδη, «Σύγχρονος ιστορία των Ελλήνων και των λοιπών λαών της Ανατολής από 1821 μέχρι 1921»,τομος Δ., σελ. 340    https://anemi.lib.uoc.gr (30/5/22)

kommon.gr

Σχόλια (0)

Το email σας δεν θα δημοσιευθεί.