Ηκυβέρνηση αγαπάει τον πληθωρισμό, του Γιώργου Παυλόπουλου

Ηκυβέρνηση αγαπάει τον πληθωρισμό, του Γιώργου Παυλόπουλου

  • |

Ο τίτλος είναι λογικό να ξενίζει εκ πρώτης όψεως. Είναι δυνατό μια κυβέρνηση να διάκειται θετικά απέναντι στον πληθωρισμό; Πόσο μάλλον μια συντηρητικήκαι «νεοφιλελεύθερη» κυβέρνηση, που όπως γνωρίζουμε είχαν κάνει σημαία στο παρελθόντην καταπολέμηση του πληθωρισμού. Ενδεχομένως δε ορισμένοι να θεωρούν ότι η ΝΔ δεν μπορεί να κάνει πολλά πράγματα, αφενός γιατί ο πληθωρισμός είναι «εισαγόμενος»αφετέρου γιατί υπάρχουν μικρά περιθώρια εντός της ΕΕ και της ζώνης του ευρώ.

Ο τελευταίος συλλογισμός ισχύει αλλά έχει σχετική σημασία διότι η Ελλάδα τον τελευταίο χρόνο συστηματικά κινείται σε επίπεδα πληθωρισμούπάνω από τα μέσο όροτων χωρών του ευρώ(πχ Μάιος 2022: Ελλάς +10,7%, χώρες Ευρώ +8,1%)ενώ επιπλέον οι αποκλίσεις εντός ΕΕ έχουν εκτοξεύσει τις διαφορές πληθωρισμού άνω του 15%! Ας δούμε λοιπόν γιατί ενδεχομένως μια συντηρητική κυβέρνηση όπως της ΝΔ«αγαπάει» την ακρίβεια.

Όσοι έχουν κάποια ηλικία θα θυμούνται ότι την δεκαετία του ‘70 και του ‘80 μια βασική παράμετρος για την νεοσυντηρητική σχολή των Θάτσερ,Ρήγκαν και λοιπών συμπαθούντων ήταν η καταπολέμηση του πληθωρισμού. Όσοι δε παρακολουθούσαν τις διαμάχες στο οικονομικό πεδίο, ήταν γνωστή η αντιπαράθεση της νεοκλασικής σχολής με τους Κευνσιανούς, όπου αμφισβητήθηκε η άποψη των τελευταίων για την δυνατότητα παρέμβασης μέσω της δημοσιονομικής και νομισματικήςπολιτικής. Το πιο γνωστό παράδειγμα ήταν η αμφισβήτηση της λεγόμενης καμπύλης Philips, σύμφωνα με την οποία οι Κεϋνσανοί θεωρούσαν ότι μπορούν να αυξάνουν την απασχόληση και το ΑΕΠέναντι ενός υψηλότερου πληθωρισμού, ενώ οι νεοκλασικοί ισχυρίζονταν ότι αυτό ήταν μόνο παροδικό.

Στην ουσία αυτό που παιζόταν πίσω από το πρόταγμα των νεοκλασικών (των λεγόμενων και νεοφιλελεύθερων) τις δεκαετίες του ‘70 και ‘80, ήταν η χρησιμοποίηση της απειλής του πληθωρισμού σαν μέσο για την ευθεία επίθεση ενάντια στα δυνάμεις της εργασίας, στα συνδικάτα και στις κοινωνικές πολιτικές που είχε κατοχυρώσει η άνοδος του εργατικού και λαϊκού κινήματος τις προηγούμενες περιόδους. Η συνολική κίνηση του κεφαλαίου, οι κρίσεις που αντιμετωπίζει και το επίπεδο της ταξικής πάλης είναι αυτό που διαφοροποιεί την επιχειρηματολογία της αστικής τάξης και από το «τέρας του πληθωρισμού» της δεκαετίας του ’70, σήμερα βλέπουμε την υποβάθμιση της ανόδου των τιμών. Πριν 30 χρόνια ο κόσμος της Εργασίας μπορούσε πιο εύκολα να αναπροσαρμόζει το εισόδημα του στην άνοδο των τιμών, ενώ σήμερα ο πληθωρισμός που προκαλείται από την άνοδο των τιμών από τις επιχειρήσεις για να αυξήσουν τα κέρδη τους επιβαρύνει την Εργασία. Σήμερα είναι το Κεφάλαιο που επωφελείται κυρίως από τον πακτωλό δημόσιου χρήματος που κόβουν συνέχεια οι κυβερνήσεις, γι’ αυτό και βλέπουμε τους πάλαι ποτέ νεοσυντηρητικούς θιασώτες της σφικτής νομισματικής πολιτικής να συντάσσονται με επεκτατικές πολιτικές.Δηλαδή με απλά λόγια , και ερχόμενοι στα δικά μας, σήμερα ο πληθωρισμός βραχυπρόθεσμα εξυπηρετεί τους πλούσιους, γι’ αυτό αφετηριακά η κυβέρνηση της ΝΔ δεν κόπτεται για την μείωση του.

Ο δεύτερος λόγος που η κυβέρνηση δεν καίγεται για τον πληθωρισμό είναι το Δημόσιο Χρέος. Είναι γνωστό ότι η Ελλάδα έχει τα δεύτερο μεγαλύτερο Δημόσιο Χρέος σαν ποσοστό του ΑΕΠστις χώρες της Δύσης. Συγχρόνωςη μείωση του Χρέους γενικά επιτυγχάνεται με τέσσερις τρόπους,την άνοδο του ΑΕΠ, την Φορολόγηση, το ξεπούλημα Δημόσιας Περιουσίας και τον Πληθωρισμό. Άνοδος του ΑΕΠ δεν προβλέπεται σημαντική παρά τις κυβερνητικές πομφόλυγες, η αύξηση της άμεσηςφορολογίας έχει μεγαλύτερο πολιτικό κόστοςενώ θα κτυπήσει αναγκαστικά και τους πλούσιους, οπότε μένουν οι δύο τελευταίοι τρόποι. Όσο τα επιτόκια του Ελληνικού Δημόσιου Χρέους υπολείπονται τουπληθωρισμού τόσο μειώνεται η «αξία» τουΧρέους. Σε βραχυπρόθεσμη περίοδο είναι μια win-winεπιλογή για τους συντηρητικούς σκιτζήδες που μας κυβερνούν. Μοιράζουν λεφτά στους δικούς τους αυξάνοντας το Χρέος, και μετά τα μειώνουν μέσω πληθωρισμούσε βάρος της κοινωνίας.Αν μάλιστα λάβουμε υπόψη ότι η εκποίηση Δημόσιας Περιουσίας ουσιαστικά επιβαρύνει τις μελλοντικές γενιές (πχ Πουλάει την Αττική οδό για 2 δισ. ευρώ τώρα, αντί να έχει έσοδα 200 εκ. ετησίως τα επόμενα 30 χρόνια), η πολιτική των «αρίστων» σημαίνει τα μάρμαρο να πληρώνει ο εργαζόμενος και οι νέοι μέσω ακρίβειας και ξεπουλήματος.

Ο τρίτος λόγος για την άνοδο των τιμών σχετίζεται με τον πόλεμο στην Ουκρανία. Αν και είναι τελείως αποπροσανατολιστικό το αφήγημαπου ρίχνει όλο το βάρος στον πόλεμο , ο τελευταίος συμβάλλει στην άνοδο των τιμών. Για να έχουμε ένα μέτρο σύγκρισης, μέχρι τον Φεβρουάριο του 2022 που ξεκινά ο πόλεμος , ο πληθωρισμός έτρεχε με 7,3% και οφειλόταν στην «αποτυχία» των μηχανισμών της Αγοράςκαι στην επιλογή των καπιταλιστών να καλύψουν την χασούρα της πανδημία με άνοδο των τιμών. Το θέμα δεν αφορά τόσο την τάση της κυβέρνησης να καλύπτει ιδεολογικά τις αποτυχίες της Αγοράς και τα συμφέροντα των φίλων της με το να ρίχνει όλο τα φταίξιμο στους «κακούς Ρώσους»,αλλά τι θέση παίρνει για τον πόλεμο που αυξάνει τον πληθωρισμό. Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότιη ΝΔ στο Ουκρανικό συντάσσεται με τους πιο επιθετικούς κύκλους της Δύσης που επιθυμούν την συνέχιση του πολέμου,όπως το Αγγλοαμερικανικό μπλοκ. Αλλά έτσι είναι με τους Μενουμευρώπηδες και τις ευαισθησίες τους για την ακρίβεια που τρώει το εισόδημα. Έσκουζαν ότι πρέπει να υιοθετήσουμε τις πιο αντιλαϊκές πολιτικές των ξένων δανειστών γιατί αλλιώς θα πεινάσουμε, αλλά ποτέ δεν έχουν αντίρρηση να πεινάσουμε για να είμαστε με την «σωστή πλευρά της Ιστορίας».

Τα παραπάνω δεν σημαίνουν ότι η άνοδος του πληθωρισμού είναι μια ευλογία για την κυβέρνηση. Μακροπρόθεσμα παράγει αρνητικές συνέπειες στο οικονομικό πεδίο, ενώ η ακρίβεια κοστίζει πολιτικά. Στο οικονομικό πεδίο, γενικά η ύπαρξη πληθωρισμού υπονομεύει την ανταγωνιστικότητα των προϊόντων της χώρας. Στην περίπτωση δε της Ελλάδος με κλειδωμένη ισοτιμία στο ευρώ, επιβαρύνεται το εξωτερικό ισοζύγιο με τις υπόλοιπες χώρες του Ευρώ, ενώ με τις υπόλοιπες χώρες εκτός ευρώ εξαρτάται από την συναλλαγματική ισοτιμία (πχ η Τουρκία έχει μεγαλύτερο πληθωρισμό αλλά λόγω υποτίμησης είναι ανταγωνιστικότερη). Αν εξετάσουμε το εξωτερικό ισοζύγιο της χώρας ακόμα και χωρίς τα καύσιμα που έχουν ανατιμηθεί σημαντικά , παρατηρούμε επιδείνωση τον τελευταίο χρόνο. Επίσης η άνοδος των τιμών αναβαθμίζει την αξία των λεγόμενων «διαρκών αγαθών», όπως πχ τα ακίνητα. Παρατηρούμε λοιπόν ότι επαναλαμβάνονται όψεις που οδήγησαν στην χρεωκοπία της χώρας το 2010 όπως μείωση ανταγωνιστικότητας , στροφή σε μη διεθνώς εμπορεύσιμα αγαθά όπωςη οικοδομή, κλπ. Όμως τόσο η Ελληνική αστική τάξη όσο και το πολιτικό προσωπικό δεν έχει μακροπρόθεσμες αγωνίες και σχέδιο. Να «αξιοποιήσουν» προς ίδιον όφελος τα 32 δις απότοΤαμείο Ανάκαμψης θέλουν, να κουνηθεί η οικοδομή ακόμη και αν ξαναφτιάχνεται φούσκα ακινήτων (άνοδος τιμών ακινήτων με μείωση πραγματικού εισοδήματος της πλειοψηφίας), ο ορίζοντας είναι μέχρι τις εκλογές.

Προφανώς το μεγαλύτερο πρόβλημα της ανόδου των τιμών και της μείωσης του εισοδήματος είναι η έκδηλη λαϊκή δυσαρέσκεια, που κοστίζει στην κυβέρνηση. Το ζήτημα είναι να διαχειριστούν την λαϊκή δυσαρέσκεια χωρίς να αμφισβητηθεί ο πυρήνας της κυβερνητικής πολιτικής και οι συμμαχίες της με την ανώτερη αστική τάξη. Σε αυτή την κατεύθυνση παρατηρούμε ότι οι πολιτικές λιτότητας και περιορισμού της συνδικαλιστικής διαπραγματευτικής δυνατότητας πάνε πακέτο με την πολιτική επιδομάτων για να περιορίζεται η δυσαρέσκεια. Αντί για την δημιουργία νέων ποιοτικών θέσεων εργασίας και προστασίας του εισοδήματος των εργαζομένων και συνταξιούχων, την πολιτική των φιλοδωρημάτων και επιδομάτων ακολουθούν , που τόσο κατηγορούσαν στο παρελθόν. Δυστυχώς δε σε αυτή την λογική έχουν μπει και τα συνδικάτα που αποδέχονται αυξήσεις πολύ κάτω από τον πληθωρισμό, και μετά διαπραγματεύονται ένα έξτρα φιλοδώρημα.Οι μνημονιακές πολιτικές που με χαρά υιοθέτησε η ελληνική αστική τάξη, δεν επιτρέπουν πολιτικές όπως η κρατικοποίηση της Ενέργειας που έκανε η Γαλλία ώστε να πέσει ο πληθωρισμός και να στηριχθεί η βιομηχανία τους. Ούτε η αντίληψη της υποτέλειας απέναντι στον ξένο παράγοντα που υιοθέτησε η ελληνική αστική τάξη και το επίσημο πολιτικό προσωπικό επιτρέπουν διαφοροποιήσεις από την κυρίαρχη γραμμή της Δύσης.

Όσο λοιπόν δεν αναπτύσσεται ένα σοβαρό εργατικό κίνημα που θα βάλλει προμετωπίδα την αποκατάσταση του εισοδήματος,, όσο δεν δουλεύονται στην κοινωνία ενδιάμεσες προτάσεις που θα ακυρώνουν το επίσημο δόγμα της Αγοράς και των ιδιωτικοποιήσεων που εμφανώς σήμερα αποτυγχάνουν καιόσο δεν ανεβαίνει το αντιπολεμικό κλίμα που οδηγεί σε όξυνση των ιμπεριαλιστικών αντιθέσεων σε βάρος των εργαζομένων, το μάρμαρο θα το πληρώνειλαός. Διαφορετικά η κυβέρνηση δεν έχει σοβαρούς λόγους βραχυπρόθεσμα να πάρει μέτρα ενάντια στον πληθωρισμό και την ακρίβεια που τρώει το εισόδημα μας.

Ο Γ.Παυλόπουλος είναι οικονομολόγος, εργαζόμενος στον τραπεζικό τομέα

kommon.gr

Σχόλια (0)

Το email σας δεν θα δημοσιευθεί.