Βαλκάνια: η “χωλή” δημοκρατία , των Δημήτρη Καλτσώνη και Γρηγόρη Αυδίκου*

Βαλκάνια: η “χωλή” δημοκρατία , των Δημήτρη Καλτσώνη και Γρηγόρη Αυδίκου*

  • |

Οι βαλκανικές δημοκρατίες διαθέτουν τη δική τους ξεχωριστή ιστορία και τα δικά τους ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Όπως όμως θα φανεί, η πραγματικότητά τους εντάσσεται, επηρεάζεται από τις γενικότερες τάσεις εξέλιξης της σύγχρονης δημοκρατίας. Παράλληλα, τροφοδοτούν αυτές τις γενικότερες τάσεις με δικά τους στοιχεία.

Στην ανάλυση που ακολουθεί δεν περιλαμβάνεται η Ελλάδα και η Τουρκία. Οι δύο χώρες, αν και έχουν κοινή ιστορία και χαρακτηριστικά, αποτελούν, η καθεμιά ξεχωριστή κατηγορία. Η Ελλάδα έχει μια σχετικά σταθερή πορεία από την πτώση του δικτατορικού καθεστώτος το 1974, ακόμη και αν κατά τη διάρκεια της τελευταίας οικονομικής κρίσης φάνηκαν σημάδια τριγμών. Η Τουρκία, από την άλλη, διαθέτει μια μακρόχρονη πορεία αυταρχισμού. Οι όποιες δημοκρατικές προσδοκίες γέννησε η έλευση της διακυβέρνησης Ερντογάν, έχουν από καιρό διαψευστεί πανηγυρικά.

 

Σοσιαλιστική περίοδος και γραφειοκρατικός εκφυλισμός

Οι υπόλοιπες βαλκανικές χώρες, πλην Ελλάδας και Τουρκίας, με τις οποίες ασχολείται η παρούσα μελέτη μοιράστηκαν μια παρόμοια πορεία καθόλη την μεταπολεμική περίοδο και μέχρι το 1989. Η πορεία αυτή επέδρασε στη σημερινή μορφή της δημοκρατίας, στα σύγχρονα προβλήματα και αναζητήσεις. Η περίοδος του β’ παγκοσμίου πολέμου στάθηκε καταλυτική. Στη Γιουγκοσλαβία, στη Βουλγαρία και στην Αλβανία αναπτύχθηκαν ισχυρότατα αντιφασιστικά, εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα, που αγκαλιάστηκαν από τη μεγάλη πλειοψηφία του πληθυσμού και κυρίως από τα φτωχότερα λαϊκά στρώματα. Μικρότερη ήταν η σχετική δυναμική στη Ρουμανία.

Τα κινήματα αυτά επιχείρησαν να οικοδομήσουν νέου τύπου δημοκρατικούς θεσμούς και σοσιαλιστικά καθεστώτα. Ήδη κατά τη διάρκεια του ένοπλου αντιφασιστικού, εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα δημιουργήθηκαν εμβρυακές μορφές λαϊκής εξουσίας που αρχικά τουλάχιστον βασίστηκαν σε επαναστατικά δημοκρατικά πρότυπα, όπως του γιακωβίνικου Συντάγματος του 1793, της Παρισινής Κομμούνας ή των επαναστατικών συμβουλίων (σοβιέτ) της Ρωσίας.

Οι κρατικές εξουσίες που οικοδομήθηκαν μετά την απελευθέρωση από τη γερμανο-ναζιστική κατοχή κλήθηκαν να αντιμετωπίσουν τα αποτελέσματα της καταλήστευσης, της ερήμωσης, της καταστροφής του παραγωγικού και ανθρώπινου δυναμικού που είχε προκαλέσει ο κατακτητής. Έπρεπε παράλληλα να αντιμετωπίσουν τη χρόνια υπανάπτυξη, τα έντονα φεουδαρχικά κατάλοιπα στην οικονομία, στην πολιτική, στην κοινωνική συνείδηση. Το έργο ήταν εξαιρετικά δύσκολο καθώς επιπλέον συνοδευόταν από την ισχυρή πίεση σε όλα τα επίπεδα (στρατιωτικό, οικονομικό, ιδεολογικό) που ασκούσαν οι ΗΠΑ και λίγο αργότερα το ΝΑΤΟ[1].

Παρόλα αυτά οι μονάρχες εκδιώχθηκαν και τα φιλομοναρχικά πολιτεύματα και πολιτικά κόμματα παραμερίστηκαν. Έτσι κι αλλιώς είχαν καταστεί εντελώς ανυπόληπτα εξαιτίας είτε της συνεργασίας τους με τους ναζί είτε της αδράνειάς τους. Οι προπολεμικές άρχουσες τάξεις έχασαν την πολιτική και οικονομική εξουσία. Τα βασικά μέσα παραγωγής εθνικοποιήθηκαν και ξεκίνησε μια προσπάθεια σχεδιασμένης οικονομικής ανάπτυξης και βελτίωσης του βιοτικού επιπέδου των λαών. Το εγχείρημα αυτό, παρόλες τις αντιφάσεις, τα προβλήματα, τις λανθασμένες επιλογές, την έλλειψη πόρων, έδωσε θετικούς καρπούς, ιδίως τις πρώτες δεκαετίες.

Καθεμία απο τις χώρες αυτές ακολούθησε τον δικό της ιδιαίτερο δρόμο ανάπτυξης, είχε τις δικές της ιδιομορφίες. Η Βουλγαρία στάθηκε εγγύτερα στο πρότυπο της Σοβιετικής Ένωσης, βασίστηκε στην οικονομική, πολιτική και στρατιωτική συνεργασία μαζί της. Η Γιουγκοσλαβία πειραματίστηκε με ένα διαφορετικό μοντέλο διαχείρισης της οικονομίας, τη λεγόμενη “αυτοδιαχείριση”, που έδινε περισσότερο βάση στην αυτοτέλεια των κρατικών επιχειρήσεων και λιγότερο στον κεντρικό σχεδιασμό. Η Αλβανία ακολούθησε μια πολιτική που οδήγησε στη διακοπή των σχέσεών της  με τα άλλα σοσιαλιστικά κράτη και ήταν γενικά υπερβολικά διστακτική στην ανάπτυξη διεθνών οικονομικών σχέσεων.

Σε όλα τα κράτη παρατηρήθηκε, με παραλλαγές στην ένταση και στις ιδιομορφίες, μια διαδικασία γραφειοκρατικοποίησης της εξουσίας, αποδυνάμωσης των επαναστατικών δημοκρατικών στοιχείων που χαρακτήριζαν τα εγχειρήματα στην αφετηρία τους τουλάχιστον. Οι πολιτικοί θεσμοί βασίζονταν τυπικά στις αρχές της αιρετότητας, της ανακλητότητας, του ελέγχου της ηγεσίας από το λαό. Τα στοιχεία αυτά κατοχυρώνονταν συνταγματικά και θεωρητικά αποτελούσαν θεσμούς που εξασφάλιζαν την κυριαρχία της εργατικής τάξης, των αγροτών και των λοιπών λαϊκών στρωμάτων. Ωστόσο στην πράξη οι επαναστατικοί δημοκρατικοί θεσμοί κατέστησαν τυπικοί, χωρίς πραγματική εφαρμογή, αποδυναμώθηκαν. Υπήρξαν περιορισμοί και έλεγχος των εκλογικών διαδικασιών. Για την ανακλητότητα τέθηκαν νομικοί όροι που δυσχέραιναν την αξιοποίησή της από το λαό ή την υποβάθμιζαν στην πράξη[2]. Ένα -ίσως πιο ακραίο- παράδειγμα είναι το Σύνταγμα της Αλβανίας του 1976 το οποίο δεν περιελάμβανε ούτε αναφορά στο δικαίωμα της ανάκλησης αλλά ούτε σε άλλους θεσμούς άμεσης δημοκρατίας[3].

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις, ακόμη και εκείνες εντός των ηγετικών ομάδων, αντιμετωπίστηκαν συχνά με ποινικές διώξεις, φυλακίσεις και σε κάποιες ακραίες περιπτώσεις με θανατικές καταδίκες[4]. Διαμορφώθηκε, άλλοτε περισσότερο και άλλοτε λιγότερο και όχι εξίσου σε όλες τις χώρες, κλίμα περιορισμού της ελευθερίας έκφρασης[5].

Οι πολιτικές ηγεσίες των κομμουνιστικών κομμάτων και των κρατών συγκέντρωσαν πολιτικά και οικονομικά προνόμια. Αυτό σήμαινε, αλλού περισσότερο και αλλού λιγότερο, το προνόμιο των αποφάσεων χωρίς πραγματική δημοκρατική διαβούλευση και οικονομικά προνόμια που τοποθετούσαν την ηγεσία στην κορυφή της κοινωνικής πυραμίδας.

Όλα αυτά αποξένωσαν τις πολιτικές ηγεσίες από τους λαούς. Καθιέρωσαν έναν λίγο – πολύ αυταρχικό τρόπο διακυβέρνησης και οδήγησαν στην πολιτική παθητικότητα των λαών[6]. Ο αυταρχισμός σημάδεψε ακόμη και το γιουγκοσλαβικό πολιτικό σύστημα, το οποίο στη δυτική Ευρώπη τουλάχιστον φάνταζε πιο ανοιχτό[7]. Η πλέον ακραία εκδοχή των φαινομένων αυτών αναπτύχθηκε στην Αλβανία και ακόμη περισσότερο στη Ρουμανία υπό τον Ν.Τσαουσέσκου[8].

Ως αποτέλεσμα της γραφειοκρατικοποίησης, ο οικονομικός σχεδιασμός δεν λάμβανε επαρκώς υπόψη τις ανάγκες της κοινωνίας. Ήταν σε μεγάλο βαθμό βουλησιαρχική επιλογή της γραφειοκρατικής ηγεσίας και για το λόγο αυτό σημαδεύτηκε από αστοχίες, λάθη και από τη δεκαετία του 1970 από κρισιακά φαινόμενα[9].

Τελικά, η γραφειοκρατική, κομματικο-κρατική ηγεσία είναι αυτή που καθοδήγησε την παλινόρθωση των καπιταλιστικών σχέσεων και την καταστροφή των υπολειμμάτων του σοσιαλιστικού παρελθόντος[10]. Σε όλες τις χώρες, η ηγεσία των κομμουνιστικών κομμάτων, ή πάντως το σημαντικότερο τμήμα της μεταλλάχθηκε σε σοσιαλδημοκρατικούς ή ακόμη και σε αστικοφιλελεύθερους πολιτικούς σχηματισμούς. Για παράδειγμα στη Βουλγαρία όχι μόνο η ηγεσία του Σοσιαλιστικού Κόμματος αλλά και ο συντηρητικός πρωθυπουργός Μπ. Μπορίσοφ προέρχονται από την προηγούμενη γραφειοκρατική ελίτ. Στην Αλβανία επίσης, τόσο η ηγεσία του Σοσιαλιστικού Κόμματος όσο και ο συντηρητικός πρόεδρος Σαλί Μπερίσα από την άλλη προέρχονται επίσης από το Αλβανικό ΚΚ.

 

Εξωβαλκανικοί παράγοντες και δορυφοριοποίηση

Η μετάβαση στην καπιταλιστική οικονομία σήμαινε αναπόφευκτα την συγκρότηση νέων κρατικών δομών, πολιτικών συστημάτων. Όλα αυτά αποτυπώθηκαν στην υιοθέτηση νέων Συνταγμάτων. Οι δημοκρατίες αυτές ανήκουν στην ευρύτερη οικογένεια των αστικών δημοκρατιών. Παρουσιάζουν ωστόσο, όπως θα φανεί, κάποια ιδιαίτερα χαρακτηριστικά.

Μια σημαίνουσα ιδιαιτερότητα είναι ο αυξημένος παρεμβατικός ρόλος των μεγάλων δυνάμεων στον καθορισμό των συντεταγμένων του πολιτικού και συνταγματικού συστήματος. Το στοιχείο προύπήρχε αφού τα Βαλκανικά κράτη υπήρξαν πάντοτε στην προπολεμική ιστορία τους ευάλωτα στις επιρροές και πιέσεις των ισχυρών κρατών (Βρετανία, Γαλλία, Γερμανία, Ρωσία). Η γένεση των σύγχρονων βαλκανικών δημοκρατιών είναι σε μεγάλο βαθμό αποτέλεσμα και της παρέμβασης των σύγχρονων μεγάλων δυνάμεων. Πρέπει πάντως να υπογραμμιστεί ότι η ξένη παρέμβαση στηρίχθηκε και στηρίζεται στη συνεργασία των κυρίαρχων τάξεων στις χώρες των Βαλκανίων ή τουλάχιστον του βασικού της τμήματος και της αντίστοιχης πολιτικής ελίτ.

Οι ισχυρές δυνάμεις της Δύσης (ΗΠΑ, Γερμανία, Γαλλία κυρίως) αξιοποίησαν τις διεργασίες στις προαναφερθείσες γραφειοκρατικές ελίτ με δύο στόχους. Ο πρώτος ήταν η στρατηγική ήττα του σοσιαλιστικού εγχειρήματος. Ανεξάρτητα από τις στρεβλώσεις που σημειώθηκαν, τα σοσιαλιστικά κράτη (ιδίως βέβαια η ΕΣΣΔ) ήταν το αντίπαλο δέος της καπιταλιστικής Δύσης. Η ύπαρξη και μόνο των κρατών αυτών διατηρούσε την προσδοκία ενός εναλλακτικού προς τον καπιταλισμό κοινωνικο-οικονομικού συστήματος. Επιπλέον, το επίπεδο των κοινωνικών κατακτήσεων των χωρών αυτών, κυρίως των πρώτων δεκαετιών, ασκούσε έντονη πίεση στις αστικές δημοκρατίες και τις ανάγκαζε σε παραχωρήσεις προς τις ασθενέστερες κοινωνικές τάξεις. Δεν είναι προφανώς τυχαίο ότι η συρρίκνωση των κοινωνικών δικαιωμάτων και των δημοκρατικών ελευθεριών στη δυτική Ευρώπη έγινε ιδιαίτερα αισθητή μετά το 1990, όταν είχε μεταβληθεί ο διεθνής συσχετισμός των δυνάμεων.

Ο δεύτερος στόχος ήταν η ένταξη των περιοχών αυτών στην καπιταλιστική αγορά καθώς και στην γεωπολιτική επιρροή των δυνάμεων της Δύσης. Ο στόχος αυτός είχε μεγάλη σημασία ενόψει μάλιστα της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης, από το 1973 και μετά, η οποία έφερε στην πρώτη γραμμή την αλλαγή του τρόπου διαχείρισης της οικονομίας με την επιβολή του νεοφιλελεύθερου προτύπου. Οι νέες χώρες που εντάχθηκαν στην καπιταλιστική αγορά αποτέλεσαν πεδία τόνωσης των επενδύσεων και των κερδών. Τροφοδότησαν παράλληλα ανταγωνιστικές πρακτικές, πρωτίστως ανάμεσα τις ΗΠΑ και στη Γερμανία αλλά και ανάμεσα στις δυτικές δυνάμεις και στη Ρωσία[11].

Μπορούν να διακριθούν τρία διαφορετικά επίπεδα έντασης αυτής της παρέμβασης.

Πρώτο επίπεδο: Η ίδια η συγκρότηση των βαλκανικών κρατών μετά το 1989 αποτελεί καρπό των εξωτερικών επεμβάσεων σε αρμονία βέβαια με τους ενδογενείς παράγοντες. Αυτοί συγκροτούνταν από τα τμήματα της ανερχόμενης αστικής τάξης που επιθυμούσαν να σταθεροποιήσουν τη θέση τους τόσο στο εσωτερικό όσο και στο διεθνές οικονομικό και πολιτικό πλαίσιο. Η βίαιη διάλυση και ο κατακερματισμός της Γιουγκοσλαβίας οδήγησε στη δημιουργία επτά διαφορετικών κρατικών οντοτήτων. Η οικονομική, πολιτική και διπλωματική πίεση της Γερμανίας τουλάχιστον από το 1992 να αναγνωριστεί από την ΕΕ η ανεξαρτησία της Κροατίας, της Σλοβενίας αλλά και της Βοσνίας έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην επίτευξη του αποτελέσματος και άνοιξε το δρόμο των ένοπλων, πολλαπλών εμφυλίων συγκρούσεων[12]. Οι παρεμβάσεις των δυτικών μεγάλων δυνάμεων περιελάμβαναν από τον εξοπλισμό των κινημάτων απόσχισης, βομβαρδισμούς, μέχρι επιτόπια στρατιωτική και αστυνομική παρουσία, άσκηση οικονομικών πιέσεων και αποκλεισμού σε βάρος της Γιουγκοσλαβίας, άσκηση διπλωματικών και στρατιωτικών πιέσεων, προπαγάνδα. Η κορύφωση υπήρξε η εξαπόλυση πολέμου από το ΝΑΤΟ ενάντια στη Γιουγκοσλαβία το 1999 κατά παραβίαση των αρχών ττου ΟΗΕ αλλά και των αποφάσεων του Συμβουλίου Ασφαλείας[13].

Το δεύτερο επίπεδο σχετίζεται με τη δημιουργία κρατών – προτεκτοράτων, τα οποία προέκυψαν ως καρπός όχι μόνο της εμφύλιας σύρραξης αλλά και άμεσης στρατιωτικής επέμβασης των Δυτικών δυνάμεων. Εδώ ανήκουν τα κατά κοινή ομολογία προτεκτοράτα της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης και κυρίως του Κοσόβου με τα δοτά Συντάγματα[14]. Στο Κόσοβο ιδιαίτερα είναι εμφανές το εγχείρημα νεοαποικιοκρατικής καταλήστευσης των πλουτοπαραγωγικών πηγών της περιοχής[15]

Οικονομική και πολιτική πίεση ασκήθηκε και στις άλλες χώρες πλην της Γιουγκοσλαβίας, καθώς ο στόχος των Δυτικών δυνάμεων δεν ήταν απλά η καπιταλιστική παλινόρθωση (που είχε δρομολογηθεί έτσι κι αλλιώς) αλλά η ένταξη των χωρών αυτών στο διεθνή καταμερισμό με όρους δυσμενείς και υποδεέστερους. Για παράδειγμα στην Αλβανία επιβλήθηκε για ένα διάστημα άτυπος οικονομικός αποκλεισμός προκειμένου να καταρρεύσει πλήρως η ούτως ή άλλως εξαιρετικά αδύναμη οικονομία της και να γίνει εφικτή η υπαγόρευση όρων από την πλευρά της Δύσης[16].

Το τρίτο επίπεδο σχετίζεται με την ένταξη (ή την πορεία προς την ένταξη) των χωρών στην ΕΕ και στο ΝΑΤΟ. Η επιλογή έγινε από τις νέες κυρίαρχες ελίτ οι οποίες στην πλειοψηφία τους επιθυμούσαν την ενσωμάτωση στο δυτικό-ατλαντικό μπλοκ το οποίο τους εξασφαλίζει σταθερότητα ακόμη και αν αυτή δεν είναι με όρους πραγματικής ισοτιμίας. Αυτό καθόλου δεν ενοχλεί τις νέες ελίτ αφού οι δυσμενείς επιπτώσεις των όρων αυτών επιρρίπτονται στις λαϊκές τάξεις[17].

Λόγω του πολιτικού κενού και της απουσίας εναλλακτικών προτάσεων που προέκυψε μετά την παλινόρθωση, η προοπτική αυτή κατάφερε να κερδίσει τη στήριξη σημαντικών τμημάτων των κοινωνιών, αφού προβάλλεται από τα κυρίαρχα μέσα ενημέρωσης ως διέξοδος στα οξυμένα οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα. Παρόλα αυτά, οι κυρίαρχες ελίτ ήταν συχνά διστακτικές στην υποβολή της ένταξης στην κρίση των λαών. Πολύ χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της Βουλγαρίας. Παρά το γεγονός ότι υπήρξε αίτημα, τόσο από τμήμα της κοινωνίας όσο και από πολιτικούς φορείς, οι κυβερνήσεις αρνήθηκαν με διάφορα προσχήματα να οργανώσουν δημοψήφισμα με το ερώτημα της προσχώρησης της χώρας στο ΝΑΤΟ και αργότερα στην ΕΕ[18].

Η πορεία ένταξης στον ευρωατλαντικό οικονομικό και στρατιωτικό άξονα έχει τη δυνατότητα να εμφανίζεται ως εθελούσια επιλογή των χωρών αυτών. Αποκρύπτεται έτσι η διαδικασία έμμεσης επιβολής. Αντανάκλαση αυτής της κρυπτοεπιβολής είναι οι διατάξεις που κατοχυρώνουν συνταγματικά όχι απλώς την καπιταλιστική οικονομία αλλά την εκδοχή του νεοφιλελεύθερου προτύπου[19].

Η πορεία ένταξης όσων χωρών εντάχθηκαν ή όσων επιθυμούν να ενταχθούν συνοδεύτηκε από παρεμβάσεις και υποδείξεις για αλλαγές σε όλα τα επίπεδα, οικονομικό, πολιτικό θεσμικό[20]. Ένα από τα παραδείγματα είναι το Μαυροβούνιο. Κατά τη διάρκεια των ενταξιακών διαπραγματεύσεων μετέβαλε τις συνταγματικές του διατάξεις χωρίς προφανώς αυτό να είναι αποτέλεσμα εσωτερικής ανάγκης και εγχώριων διεργασιών[21]. Στη Βόρεια Μακεδονία (ανεξάρτητα από την ουσία του ζητήματος του ονόματος) ασκήθηκαν ασφυκτικές πιέσεις από τις ΗΠΑ και την ΕΕ κατά τη διεξαγωγή του σχετικού δημοψηφίσματος προκειμένου να υιοθετηθεί το συγκεκριμένο συνταγματικό όνομα.

Εύγλωττες είναι επίσης οι συνταγματικές διατάξεις που κατοχυρώνουν την ένταξη στην ΕΕ και στο ΝΑΤΟ με συγκεκριμένη αναφορά στους οργανισμούς αυτούς, γεγονός που αποτυπώνει την ισχυρότερη δέσμευση της χώρας σε αυτούς. Το Ρουμανικό Σύνταγμα για παράδειγμα, διαθέτει ειδικό κεφάλαιο με τίτλο “Ευρωατλαντική Προσχώρηση” (άρθρα 148 και 149)[22]. Πρόκειται για το φαινόμενο της “ένταξης με δορυφοριοποίηση” και “ένταξης με εξειδίκευση οπισθοδρόμησης”[23]. Υπενθυμίζεται ότι το Ελληνικό Σύνταγμα, για την ένταξη στην ΕΕ, μέχρι την αναθεώρηση του 2001 δεν διέθετε ειδική διάταξη με αναφορά σε αυτήν αλλά μια γενική δυνατότητα την οποία παρείχε το άρθρο 28 και που θεωρητικά θα μπορούσε να αφορά άλλον οργανισμό πλην της ΕΕ. Η ένταξη στο ΝΑΤΟ και η παραχώρηση στρατιωτικών βάσεων καλύπτονται στο Σύνταγμά μας από το άρθρο 27 παρ. 2, χωρίς και πάλι συγκεκριμένη αναφορά.

Αντανάκλαση της επικυριαρχίας των ισχυρών οικονομικών δυνάμεων είναι και οι διατάξεις  μερικών Συνταγμάτων, που περιλαμβάνουν ειδικές ρυθμίσεις για την προνομιακή μεταχείριση του ξένου κεφαλαίου. Τέτοιο είναι το άρθρο 59 του Συντάγματος της Βόρειας Μακεδονίας και το άρθρο 119 παρ. 6 του Συντάγματος του Κοσόβου[24]. Μαζί με το αντίστοιχο άρθρο 107 του Ελληνικού Συντάγματος καταδεικνύουν την -μέσα από αποχρώσεις της έντασης- πραγματικότητα των Βαλκανίων.

 

Άλλα δομικά προβλήματα

Οι παραπάνω συνθήκες διαμορφώνουν το έδαφος ώστε η δημοκρατία που οικοδομήθηκε μετά το 1990 να μην παρουσιάζει τα χαρακτηριστικά της αστικής δημοκρατίας, όπως αυτά τουλάχιστον αναπτύχθηκαν στη δυτική Ευρώπη μετά το β’ παγκόσμιο πόλεμο, κάτω από την εππίδραση του αντιφασιστικού κλίματος και την ενεργή παρουσία του εργατικού κινήματος. Αντίθετα, παρουσιάζει έντονα στοιχεία απομάκρυνσης από τις κλασικές αστικοδημοκρατικές αρχές, περιλαμβάνει αντιδημοκρατικές πλευρές, μια εγγενή ροπή προς τον αυταρχισμό.

Μπορούν να εντοπιστούν τρία δομικά προβλήματα: η αμφισβήτηση θεμελιωδών αστικοδημοκρατικών αρχών, όπως αυτή της τυπικής ισότητας, οι περιορισμοί στην ύπαρξη και λειτουργία πολιτικών κομμάτων και η ενίσχυση της εκτελεστικής εξουσίας.

Το πρώτο δομικό πρόβλημα είναι ο παραμερισμός θεμελιωδών δημοκρατικών κριτηρίων, όπως αυτό της τυπικής ισότητας. Οι εθνοτικές διενέξεις χρησιμοποιήθηκαν και χρησιμοποιούνται έντεχνα. Τα προβλήματα βέβαια δεν είναι κανούργια αλλά προϋπήρχαν.

Αυτό εκδηλώνεται με τρεις μορφές. Η πρώτη είναι η στέρηση της ιθαγένειας και της ιδιότητας του πολίτη με βάση κριτήρια εθνικά. Αυτό συνέβη ιδίως στην Κροατία και στη Σλοβενία με τον αποκλεισμό της σερβικής μειονότητας[25].  Πρόκειται για πρακτική που ακολουθήθηκε και σε βάρος του ρωσόφωνου πληθυσμού και στα κράτη της Βαλτικής τα οποία προέκυψαν από τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης.

Η δεύτερη είναι η παραβίαση της τυπικής ισότητας στο όνομα δήθεν της προστασίας των μειονοτήτων. Τόσο στη Βοσνία-Ερζεγοβίνη όσο και στο Κόσοβο η αντιπροσώπευση, η κατανομή των εδρών και η ανάδειξη της εκτελεστικής εξουσίας διασπώνται με κριτήρια εθνοτικά. Πλήττεται έτσι η καρδιά της δημοκρατικής αρχής, αναπαράγονται και  διαιωνίζονται οι εθνικιστικοί διαχωρισμοί και οι διενέξεις[26]. Πρόκειται ουσιαστικά για την επιβολή ενός μοντέλου που είχε δοκιμαστεί στις πρώην αποικίες της Δύσης στη Μέση Ανατολή και ιδίως στο Λίβανο με ολέθρια αποτελέσματα.

Η τρίτη μορφή συνίσταται στον ποικιλόμορφο (νομικά ή de facto) περιορισμό των δικαιωμάτων των μειονοτήτων. Οι Ρομά είναι το πρώτο αλλά όχι το μοναδικό θύμα αυτών των διακρίσεων σε όλα τα Βαλκάνια[27]. Οι Σέρβοι, οι Αλβανοί, οι Κροάτες, όλοι ανεξαιρέτως έχουν υποστεί διακρίσεις στις χώρες όπου ζουν ως μειοψηφία. Στις περιπτώσεις αυτές ο εθνικισμός του κυρίαρχου έθνους τρέφει συνήθως με τον τρόπο αυτό τον εθνικισμό των μειονοτικών εθνοτήτων οδηγώντας σε ένα φαύλο κύκλο.

Το δεύτερο δομικό πρόβλημα και παράλληλα ένας δυνητικά πολύ δραστικός μηχανισμός περιορισμού της δημοκρατίας είναι η απαγόρευση πολιτικών κομμάτων. Τα Συντάγματα των χωρών με πανηγυρικό τρόπο εξαγγέλλουν τις αρχές του πλουραλισμού και του πολυκομματισμού. Ωστόσο, υφίστανται περιορισμοί οι οποίοι προβλέπονται είτε στο Σύνταγμα είτε στην κοινή νομοθεσία. Οι περιορισμοί αυτοί είναι διατυπωμένοι με τρόπο που επιδέχονται διασταλτική ερμηνεία και κατά συνέπεια μπορούν να αξιοποιηθούν για την απαγόρευση κομμάτων. Κατά κανόνα ανατίθεται στο Συνταγματικό Δικαστήριο η κρίση περί συμβατότητας ενός κόμματος με το Σύνταγμα, γεγονός όπως που δεν συνιστά κάποια ιδιαίτερη εγγύηση, καθώς η σύνθεση του δικαστηρίου ελέγχεται σε μεγάλο βαθμό από την εκτελεστική εξουσία[28].

Δικαιολογούνται με το επιχείρημα της διαφύλαξης του πλουραλισμού από την κομμουνιστική απειλή. Κάτι τέτοιο όμως δεν ευσταθεί καθώς οι σημερινοί κυβερνώντες προέρχονται οι ίδιοι από την ηγετική κρατική γραφειοκρατία της σοσιαλιστικής περιόδου. Παρά το γεγονός ότι οι σχετικές απαγορεύσεις είναι με αόριστο τρόπο διατυπωμένες, η πραγματικότητα έχει δείξει ότι στρέφονται στην ουσία σε βάρος επαναστατικών κομμάτων, ενώ αφήνεται ελεύθερο το πεδίο στο χώρο της ακροδεξιάς, του εθνικισμού, στην αναβίωση νεοναζιστικών αντιλήψεων και οργανώσεων. Αντίστοιχη νομοθεσία υφίσταται και σε άλλα πρώην σοσιαλιστικά κράτη όπως η Ουγγαρία, η Πολωνία και οι χώρες της Βαλτικής, όπου απαγορεύεται η δράση κομμουνιστικών κομμάτων ή ακόμη και η χρήση των συμβόλων τους.

Τέτοιου είδους προβλέψεις και μηχανισμοί δεν προβλέπονται, και ορθά, από το Ελληνικό Σύνταγμα. Θυμίζουν, σε σχετικά πιο ήπια εκδοχή, το μετεμφυλιακό καθεστώς της χώρας μας και τις αντίστοιχες ρυθμίσεις. Σε κάθε περίπτωση διαμορφώνουν ένα πλαίσιο που αποτρέπει την εμφάνιση και δράση αντισυστημικών κομμάτων.

Έμμεσοι αποκλεισμοί πολιτικών δυνάμεων επιτυγχάνονται και μέσω εκλογικού συστήματος. Τα εκλογικά συστήματα λειτουργούν συχνά ως μηχανισμοί νόθευσης της βούλησης του εκλογικού σώματος. Αυτό συμβαίνει όταν δεν καθιερώνουν πλήρη αναλογία ανάμεσα στις ψήφους που έλαβε ένας σχηματισμός και στις έδρες που καταλαμβάνει. Η θέσπιση ορίου εισόδου είναι ένα μόνο από τα σχετικά προβλήματα. Ένα παράδειγμα, αλλά όχι το μοναδικό, είναι το εκλογικό σύστημα της Σλοβενίας, το οποίο θέτοντας όριο εισόδου στη Βουλή το 4%, αποκλείει έντεχνα από την πολιτική ζωή τις μειονότητες και γενικότερα τα κόμματα εκείνα που δεν έχουν προσβάσεις στα κυρίαρχα μέσα ενημέρωσης[29].

Άλλες φορές οι αποκλεισμοί είναι πιο άμεσοι. Στη Σερβία η Εκλογική Επιτροπή αποφάσισε στηριζόμενη στον εκλογικό νόμο να μην επιτρέψει στο Νέο ΚΚ Γιουγκοσλαβίας να συμμετέχει στις βουλευτικές εκλογές του Ιουνίου 2020. Αντίθετα όμως συμμετείχαν κανονικά τα κόμματα “Το Βασίλειο της Σερβίας” και “Ρωσικό Κόμμα”, γεγονός που δείχνει την μονομέρεια των απαγορεύσεων.

Το τρίτο δομικό πρόβλημα των Βαλκανικών δημοκρατιών είναι η ενίσχυση της εκτελεστικής εξουσίας. Το φαινόμενο αυτό χαρακτηρίζει βέβαια γενικά τις σύγχρονες αστικές δημοκρατίες. Στην περίπτωση των Βαλκανίων παρατηρείται θεσμική και de facto συγκέντρωση εξουσίας στο πρόσωπο του πρωθυπουργού. Μπορεί γι’ αυτό να γίνει λόγος για πρωθυπουργοκεντρικό μοντέλο. Οι κυβερνήσεις είναι συχνά θεσμικά ενισχυμένες με αρμοδιότητες με συνέπεια να αποδυναμώνεται το Κοινοβούλιο.

Αυτό όμως συνδυάζεται με μια δεύτερη κορυφή της εκτελεστικής εξουσίας, τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Παρά το γεγονός ότι κατά κανόνα τα Συντάγματα δεν τον εξοπλίζουν με υπερεξουσίες, ο πολιτικός του ρόλος είναι σημαντικός και βασίζεται στην άμεση εκλογή του από το λαό. Αυτό του προσδίδει μια νομιμοποίηση που συχνά του παρέχει τη δυνατότητα να έρθει σε αντιπαράθεση με την κοινοβουλευτική πλειοψηφία, το Κοινοβούλιο και την κυβέρνηση[30].

 

            Η πραγματικότητα των δικαιωμάτων στις βαλκανικές δημοκρατίες

Ποιο όμως είναι το επίπεδο προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στις βαλκανικές δημοκρατίες; Από την ανάλυση που ήδη προηγήθηκε, αλλά και από μια εξατομικευμένη προσέγγιση και έρευνα του συνταγματικού πλαισίου των βαλκανικών δημοκρατιών[31], προκύπτει ότι σε θεωρητικό επίπεδο, κατά κανόνα, τα συνταγματικά ή νομοθετικά κείμενα εμφανίζουν ένα σημαντικό βαθμό πληρότητας, σε θεωρητικό επίπεδο, σε σχέση με την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Η ανάλυση του επιπέδου προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην πράξη και μάλιστα για όλες τις βαλκανικές δημοκρατίες – οι οποίες παρουσιάζουν επιμέρους διαφοροποιήσεις – αποτελεί μια πολυσύνθετη διαδικασία που ξεπερνά τα όρια του παρόντος και απαιτεί μια πολυδιάστατη έρευνα ανά δημοκρατία. Και αυτό διότι στο πεδίο των ανθρωπίνων δικαιωμάτων τέμνονται οι απόψεις και οι εκτιμήσεις πολλών διαφορετικών συμμετεχόντων, όπως π.χ. του ίδιου του εκάστοτε Κράτους, της κοινωνίας των πολιτών, των μη κυβερνητικών οργανώσεων, των διεθνών ή υπερεθνικών οργανισμών (π.χ. Συμβούλιο της Ευρώπης, Ευρωπαϊκή Ένωση, Ο.Η.Ε. κ.α.). Για τις ανάγκες του παρόντος θα σταθούμε μόνο στα συμπεράσματα που τυχόν προκύπτουν από τη δραστηριότητα του Συμβουλίου της Ευρώπης και αυτό για να έχουμε μια συγκρίσιμη εικόνα.

Οι βαλκανικές δημοκρατίες, προοδευτικά μέσα σε μια δεκαετία – πλην Μαυροβουνίου – από τις εξελίξεις του 1990-1991 έγιναν μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης. Ειδικότερα, η Βουλγαρία έγινε μέλος το 1992, η Ρουμανία και η Σλοβενία το 1993, η Αλβανία και η Βόρεια Μακεδονία το 1995, η Κροατία το 1996, η Βοσνία Ερζεγοβίνη το 2002, η Σερβία το 2003 και το Μαυροβούνιο το 2007. Υπενθυμίζεται απλώς ότι η Ελλάδα έγινε εκ νέου μέλος – μετά τη δικτατορία των συνταγματαρχών – το 1974 και ότι η Τουρκία είναι μέλος από το 1950. Αντίθετα, η πλειονότητα των παραπάνω Κρατών δεν έχει ακόμη ενταχθεί στην Ε.Ε., καθώς έχουν ενταχθεί μόνο η Σλοβενία το 2004, η Βουλγαρία και η Ρουμανία το 2007 και η Κροατία το 2013. Τα παραπάνω σημαίνουν, αν μη τι άλλο, ότι οι βαλκανικές δημοκρατίες διάγουν πλέον – πλην Μαυροβουνίου – περίπου δύο με τρεις δεκαετίες, κατά περίπτωση, τριβής τους με τα ανθρώπινα δικαιώματα, όπως αυτά προσεγγίζονται από το Συμβούλιο της Ευρώπης και ιδίως από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Ε.Δ.Δ.Α.) και την Επιτροπή Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης που εποπτεύει την εκτέλεση των αποφάσεων αυτών.

Περνώντας πλέον σε συγκεκριμένα και μετρήσιμα στοιχεία, τα οποία δεν λένε πάντα την αλήθεια ή τουλάχιστον όλη την αλήθεια, παραθέτουμε τα παρακάτω στοιχεία με τις εκκρεμείς αποφάσεις του Ε.Δ.Δ.Α. ανά χώρα που εκκρεμούν ανεκτέλεστες (δηλαδή αποφάσεις για τις οποίες οι χώρες αυτές δεν έχουν λάβει ακόμη τα αναγκαία γενικά και ατομικά μέτρα συμμόρφωσης για να ολοκληρωθεί η επιτήρηση της εκτέλεσής τους) στο Συμβούλιο της Ευρώπης το 2017 και το 2018[32]:

Για τη Ρουμανία εκκρεμούσαν το 2017 553 υποθέσεις και 309 το 2018, για τη Βουλγαρία 207 το 2017 και 208 το 2018, για τη Σερβία 148 το 2017 και 60 το 2018, για την Κροατία 185 το 2017 και 91 το 2018, για την Βόρεια Μακεδονία 52 το 2017 και 52 το 2018, για την Σλοβενία 50 το 2017 και 13 το 2018, για την Αλβανία 48 το 2017 και 37 το 2018, για την Βοσνία 30 το 2017 και 24 το 2018 και τέλος για το Μαυροβούνιο 14 το 2017 και 9 το 2018. Αξίζει συγκριτικά να σημειώσουμε κάποια στοιχεία για τις χώρες με το μεγαλύτερο αριθμό υποθέσεων αλλά και χώρες με μικρό αριθμό υποθέσεων. Ενδεικτικά αναφέρουμε ότι για την Ρωσία εκκρεμούσαν το 2017 1689 υποθέσεις και 1585 το 2018, για την Τουρκία 1446 το 2017 και 1237 το 2018, για την Ουκρανία 1159 το 2017 και 923 το 2018, για την Ελλάδα 305 το 2017 και 238 το 2018, για την Ιταλία 389 το 2017 και 245 το 2018 και για την Ουγγαρία 205 το 2017 και 252 το 2018. Αντίθετα, για την Δανία εκκρεμούσε 1 υπόθεση το 2017 και 0 το 2018, για την Νορβηγία 0 για το 2017 και 1 για το 2018, για την Κύπρο 8 για το 2017 και 9 για το 2018, για το Ηνωμένο Βασίλειο 18 για το 2018 και 12 για το 2018, για την Γερμανία 18 το 2017 και 18 το 2018, για την Ισπανία 31 για το 2017 και 20 για το 2018 και για την Γαλλία 34 για το 2017 και 32 για το 2018. Οι αριθμοί αυτοί δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν αυτόνομα για την εξαγωγή συμπερασμάτων αφού θα πρέπει να συνδυαστούν με μια σειρά από άλλα στοιχεία όπως η διάρκεια συμμετοχής στο Συμβούλιο της Ευρώπης ανά Κράτος, το μέγεθος και ο πληθυσμός αυτού, η συνθετότητα και η βαρύτητα των υποθέσεων που εκκρεμούν προς εκτέλεση (αν π.χ. αυτές στην πλειονότητά τους αφορούν μείζονος ή ήσσονος σημασίας παραβιάσεις, αν αυτές επιτηρούνται με την τακτική ή την ενισχυμένη διαδικασία, αν ο μεγάλος αριθμός αυτών προκύπτει από συγκεκριμένες επαναλαμβανόμενες συχνά παραβιάσεις κ.α.) και τέλος με κοινωνιολογικούς παράγοντες που έχουν σχέση με την κοινωνία των πολιτών και την ανάπτυξη των αντανακλαστικών της (π.χ. η Ιταλία υπήρξε κατά τη δεκαετία του 1990 «πρωταθλήτρια» στις προσφυγές στο Ε.Δ.Δ.Α. εξαιτίας, μεταξύ άλλων, μιας τηλεοπτικής εκπομπής που πληροφορούσε το κοινό για τη δυνατότητα να ασκήσει προσφυγή για υπέρβαση της εύλογης διάρκειας μια εθνικής δίκης[33]).

Από τα παραπάνω όμως προκύπτει η τάση για την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στις βαλκανικές δημοκρατίες, όπως αυτή αποτυπώνεται από τη δραστηριότητα του Συμβουλίου της Ευρώπης. Προκύπτει συνεπώς: α) Ότι οι βαλκανικές δημοκρατίες δεν έχουν πλησιάσει το επίπεδο προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων των λοιπών «δυτικών» δημοκρατιών της Ευρώπης, καθώς παρουσιάζουν αυξημένο (και σε κάποιες περιπτώσεις σημαντικά αυξημένο) αριθμό  – σε σχέση με τις «δυτικές» δημοκρατίες του Συμβουλίου της Ευρώπης – ανεκτέλεστων υποθέσεων, β) Ότι οι βαλκανικές δημοκρατίες έχουν επιμέρους διαφοροποιήσεις στο επίπεδο προστασίας και διαφορετικά αντανακλαστικά στην ομαλοποίηση και αντιμετώπιση κάποιων παθογενειών, καθώς μπορεί κανείς να διακρίνει δύο τουλάχιστον ομάδες κρατών με διαφορετικές τάσεις στα παραπάνω στατιστικά στοιχεία, και γ) Ότι οι βαλκανικές δημοκρατίες έχουν σημαντικά καλύτερο επίπεδο προστασίας ανθρωπίνων δικαιωμάτων σε σχέση με λίγο – πολύ αυταρχικά καθεστώτα σε κάποιες άλλες χώρες του Συμβουλίου της Ευρώπης, όπως για παράδειγμα η Ρωσία, η Τουρκία, η Ουκρανία και εσχάτως η Ουγγαρία. Με την ευκαιρία της συγκριτικής αυτής εξέτασης, σημειώνεται, όπως εύστοχα έχει υπογραμμιστεί ότι «Η Ελλάδα, ναι μεν δεν είναι το μαύρο πρόβατο – δεν κατέχει τα πρωτεία στις παραβιάσεις και στη μη εκτέλεση των αποφάσεων, αλλά …οι παρέες μας δεν είναι οι καλύτερες[34].» Αυτό βέβαια είναι μια σχετική εικόνα και αυτό διότι η Ελλάδα είναι ένα κράτος δικαίου, με ανεπτυγμένη κοινωνία πολιτών και ισχυρά δημοκρατικά αντανακλαστικά εντός αυτής, πλην όμως συγκεκριμένα προβλήματα καθυστερούν την αφομοίωση της νομολογίας του Ε.Δ.Δ.Α. και την ταχεία επίλυση των προβλημάτων.

 

Οι τάσεις εξέλιξης

Η κυρίαρχη τάση των αστικών δημοκρατιών κατά τις τελευταίες δεκαετίες και ιδίως μετά την κρίση του 2008 χαρακτηρίζεται από τη συρρίκνωση της λαϊκής συμμετοχής, την αποδυνάμωση των δικαιωμάτων, την ενίσχυση της εκτελεστικής εξουσίας και του κρατικού αυταρχισμού, την ισχυροποίηση της ακροδεξιάς. Τα φαινόμενα αυτά είναι παραπάνω από ορατά ακόμη και σε δημοκρατίες της δυτικής Ευρώπης, που φάνταζαν ως πρότυπα κατά τη διάρκεια της μεταπολεμικής περιόδου[35].

Σε αυτό το γενικό πλαίσιο, το προσεχές μέλλον των Βαλκανικών δημοκρατιών δεν προδιαγράφεται ευοίωνο[36]. Η ενδημική διαφθορά πολλών κυβερνήσεων είναι  μόνο ένα από τα συμπτώματα αυτής της εξέλιξης[37]. Η παγκόσμια οικονομική κρίση, που ενέσκηψε από το 2008, έχει καταλυτικές επιπτώσεις σε χώρες με ασθενή οικονομία και δομικά προβλήματα. Επομένως στις χώρες των Βαλκανίων η οικονομική και πολιτική κρίση εκδηλώνεται με πιο ακραίο τρόπο. Το αποτέλεσμα είναι η όξυνση των κοινωνικών ανισοτήτων και αντιθέσεων, μαζί και των αντιθέσεων στο εσωτερικό της κάθε άρχουσας τάξης. Παράλληλα, εντείνεται η διαπάλη των μεγάλων δυνάμεων για την αναδιανομή της επιρροής τους στην περιοχή.

Οι συνθήκες αυτές οδηγούν σε ενίσχυση των φαινομένων δορυφοριοποίησης, έξαρσης και υπόθαλψης των εθνικισμών και σε περαιτέρω αποδυνάμωση της δημοκρατίας. Η κυρίαρχη αυτή τάση μπορεί βέβαια να αναστραφεί ή και να ανατραπεί σε περίπτωση που η βαθιά κρίση δώσει τη δυνατότητα ενεργοποίησης και ανάταξης του λαϊκού παράγοντα σε μια ή περισσότερες χώρες των Βαλκανίων.

 

Δημήτρης Καλτσώνης είναι καθηγητής θεωρίας κράτους και δικαίου στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και ο  Γρηγόρης Αυδίκος Δικαστικού πληρεξούσιου Ν.Σ.Κ., Δ.Ν.

 

Μ. Κήπας (επιμ.), Οικονομία, κοινωνία και πολιτική στην Ανατολική Ευρώπη, Αθήνα, εκδ. Ηρόδοτος, 2022, σελ.  471-490

[1]     Βλ. ενδεικτικά D. Horowitz, Από τη Γιάλτα στο Βιετνάμ, Αθήνα, Κάλβος, 1975, σελ. 107 και Ε. Χατζηβασιλείου, Εισαγωγή στην ιστορία του μεταπολεμικού κόσμου, Αθήνα, εκδ. Πατάκη, 2002, σελ. 127, 129.

[2]     Βλ. Μπ. Σπασόφ, Κοινωνική και κρατική οργάνωση της Λ. Δημοκρατίας Βουλγαρίας, Αθήνα, εκδ. Κοντοθανάση, 1977, σελ. 187-190.

[3]     Βλ. Σύνταγμα της Λαϊκής Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας της Αλβανίας, Αθήνα, εκδ. Πορεία, 1977.

[4]     Για παράδειγμα, στην Αλβανία, από τα 31 μέλη της Κεντρικής επιτροπής του κομμουνιστικού κόμματος κατά τη διάρκεια του αντικατοχικού αγώνα, 22 παραμερίστηκαν μετά την απελευθέρωση και 14 από τους τελευταίους εκτελέστηκαν βλ. R. Alia, Συζητώντας για την Αλβανία, Αθήνα, Κούριερ εκδοτική, 2000, σελ. 13.

[5]     Μια ακραία έκφραση ήταν το άρθρο 55 του Ποινικού Κώδικα της Αλβανίας που ποινικοποιούσε τη δημόσια κριτική του κυβερνώντος κόμματος και των ηγετών του βλ. R. Alia, Συζητώντας για την Αλβανία, Αθήνα, Κούριερ εκδοτική, 2000, σελ. 42.

[6]     Βλ. Ε. Χότζια, Έκθεση σχετικά με τη δράση της κεντρικής επιτροπής του Κόμματος Εργασίας της Αλβανίας (7ο συνέδριο του ΚΕΑ) 1/11/1976, Τίρανα, εκδ. “8 Νοέμβρη”, 1976, σελ. 24-25.

[7]     Βλ. Θ. Βερέμης, Βαλκάνια (από τον 19ο αιώνα ως τον 21ο αιώνα – Δόμηση και αποδόμηση κρατών), Αθήνα, εκδ. Πατάκη, 2004, σελ. 80-81.

[8]     Βλ. για παράδειγμα την έμμεση, φιλτραρισμένη αντανάκλαση του ακραίου, αντιδημοκρατικού γραφειοκρατικού συγκεντρωτισμού στο Σύνταγμα της Ρουμανίας J. Zakrzewska, “Les révisions de la Constitution de la République socialiste de Roumanie”, Revue d’ études comparatives EstOuest, vol.9, 1978, σελ. 151 επ.

[9]     Βλ. Γ. Πολυμερίδης, Επιστημονικός σοσιαλισμός, Αθήνα, εκδ. Εντός, 2011, σελ. 165 για την πτωτική τάση της αναπτυξιακής πορείας των σοσιαλιστικών κρατών τη δεκαετία του 1970 και για τη σχετική αλβανική εμπειρία R. Alia, Συζητώντας για την Αλβανία, Αθήνα, Κούριερ εκδοτική, 2000, σελ. 93, 142-143.

[10]   Βλ. τη βουλγαρική εμπειρία F. Frison-Roche, “L’ ambiguité de la construction de la démocratie constitutionnelle en Bulgarie”, στον τόμο Sl. Milacic (dir.), La démocratie consitutionnelle en Europe centrale et orientale, Bruxelles, Bruylant, 1998, σελ. 413 επ. και A. Todorov, “La Bulgarie”, στον τόμο J.M. de Waele – P. Magnette, Les démocraties européennes, Paris, Armand Colin, 2008, σελ. 70.

[11]   Βλ. για τις ανάλογες προσπάθειες ελέγχου της περιοχής ήδη πριν το β’ παγκόσμιο πόλεμο M. van Creveld, Η στρατηγική του Χίτλερ 1940-1941 (Το Βαλκανικό ζήτημα), Αθήνα, εκδ. Γκοβόστη, 2013, σελ. 18 επ.

[12]   Βλ. Θ. Βερέμης, Βαλκάνια (από τον 19ο αιώνα ως τον 21ο αιώνα – Δόμηση και αποδόμηση κρατών), Αθήνα, εκδ. Πατάκη, 2004, σελ. 134.

[13]   Βλ. Χ. Καραμπαρμπούνης, “Δυτικά Βαλκάνια και Ευρωπαϊκή Ένωση: ιστορική διαδρομή και σύγχρονη στρατηγική”, στον τόμο Στ. Περράκης (επιμ.), Ματιές στο σύγχρονο τοπίο των δυτικών Βαλκανίων, Αθήνα, εκδ. Ι. Σιδέρης, 2009, σελ. 355 επ. και Ν. Μπογιόπουλος, Βαλκάνια (78 μέρες “στόχος” του ΝΑΤΟ), Αθήνα, Σύγχρονη Εποχή, 2000, σελ. 115 επ.

[14]   Βλ. Στ. Περράκης, “Δυτικά Βαλκάνια: όταν η ιστορία και η πολιτική συναντούν το διεθνές δίκαιο. Quid?”, στον τόμο Στ. Περράκης (επιμ.), Ματιές στο σύγχρονο τοπίο των δυτικών Βαλκανίων, Αθήνα, εκδ. Ι. Σιδέρης, 2009, σελ. 14-15.

[15]   Βλ. Ζ. Μπαρίτα, “Πολιτικοί και συνταγματικοί θεσμοί στο Κόσοβο”, στον τόμο Δ. Καλτσώνης  – Ν.Κανελλοπούλου-Μαλούχου (επιμ.), Συνταγματικοί και πολιτικοί θεσμοί των Βαλκανικών κρατών, Αθήνα, εκδ. Πεδίο, 2015, σελ. 122-123, 125.

[16]   Βλ. R. Alia, Συζητώντας για την Αλβανία, Αθήνα, Κούριερ εκδοτική, 2000, σελ. 110.  ????

[17]   Βλ. Γ. Μακρής, “Η ευρωπαϊκή διεύρυνση και οι επιπτώσεις της για τις χώρες της ΝΑ Ευρώπης: μια προσέγγιση από την πλευρά των κοινωνικοοικονομικών ανισοτήτων”, στον τόμο Στ. Περάκης (επιμ.), Ματιές στο σύγχρονο κόσμο των δυτικών Βαλκανίων, Αθήνα, εκδ. Ι.Σιδέρης, 2009, σελ. 402, 406.

[18]   Βλ. A. Todorov, “La Bulgarie”, στον τόμο J.M. de Waele – P. Magnette, Les démocraties européennes, Paris, Armand Colin, 2008, σελ. 84.

[19]   Έτσι το άρθρο 135 του Ρουμανικού Συντάγματος αλλά και το Σύνταγμα της Σερβίας. Βλ. Ι. Ζαρκαδούλα, “Μια πρώτη κριτική επισκόπηση του νέου Συντάγματος της Δημοκρατίας της Σερβίας”, στον τόμο Δ. Καλτσώνης  – Ν.Κανελλοπούλου-Μαλούχου (επιμ.), Συνταγματικοί και πολιτικοί θεσμοί των Βαλκανικών κρατών, Αθήνα, εκδ. Πεδίο, 2015, σελ. 279.

[20]   Βλ. για παράδειγμα Γρ. Αυδίκος, “Το Σύνταγμα της Βουλγαρίας μεταξύ σταθερών πολιτικών θεσμών, κοινωνικής παθογένειας και της ενωσιακής πρόκλησης”, στον τόμο Δ. Καλτσώνης  – Ν.Κανελλοπούλου-Μαλούχου (επιμ.), Συνταγματικοί και πολιτικοί θεσμοί των Βαλκανικών κρατών, Αθήνα, εκδ. Πεδίο, 2015, σελ. 68-71.

[21]   Βλ. Σ. Παπαλέξης, “Το Σύνταγμα του Μαυροβουνίου”, στον τόμο Δ. Καλτσώνης  – Ν.Κανελλοπούλου-Μαλούχου (επιμ.), Συνταγματικοί και πολιτικοί θεσμοί των Βαλκανικών κρατών, Αθήνα, εκδ. Πεδίο, 2015, σελ. 196.

[22]   Βλ. Ι. Δημητρακοπούλου, “Τα κύρια χαρακτηριστικά του Συντάγματος της Ρουμανίας”, στον τόμο Δ. Καλτσώνης  – Ν.Κανελλοπούλου-Μαλούχου (επιμ.), Συνταγματικοί και πολιτικοί θεσμοί των Βαλκανικών κρατών, Αθήνα, εκδ. Πεδίο, 2015, σελ. 251-254.

[23]   Βλ. Γ. Μακρής, “Η ευρωπαϊκή διεύρυνση και οι επιπτώσεις της για τις χώρες της ΝΑ Ευρώπης: μια προσέγγιση από την πλευρά των κοινωνικοοικονομικών ανισοτήτων”, στον τόμο Στ. Περάκης (επιμ.), Ματιές στο σύγχρονο κόσμο των δυτικών Βαλκανίων, Αθήνα, εκδ. Ι.Σιδέρης, 2009, σελ. 399.

[24]   Βλ. Ζ. Μπαρίτα, “Πολιτικοί και συνταγματικοί θεσμοί στο Κόσοβο” και Π. Σταυρόπουλος, “Πολιτικοί και συνταγματικοί θεσμοί της ΠΓΔΜ”, στον τόμο Δ. Καλτσώνης  – Ν.Κανελλοπούλου-Μαλούχου (επιμ.), Συνταγματικοί και πολιτικοί θεσμοί των Βαλκανικών κρατών, Αθήνα, εκδ. Πεδίο, 2015, σελ. 116, 223.

[25]   Βλ. Μ. Κοππά, Οι μειονότητες στα μετα-κομμουνιστικά Βαλκάνια, Αθήνα, εκδ. Λιβάνη, 1997, σελ. 101 επ. και Α. Μπρούμας, “Η συνταγματική τάξη της Κροατίας”, στον τόμο Δ. Καλτσώνης  – Ν.Κανελλοπούλου-Μαλούχου (επιμ.), Συνταγματικοί και πολιτικοί θεσμοί των Βαλκανικών κρατών, Αθήνα, εκδ. Πεδίο, 2015, σελ. 149-150.

[26]   Βλ. Χ. Παπαστυλιανός, “Το Σύνταγμα της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης” και Ζ. Μπαρίτα, “Πολιτικοί και συνταγματικοί θεσμοί στο Κόσοβο” και Π. Σταυρόπουλος, “Πολιτικοί και συνταγματικοί θεσμοί της ΠΓΔΜ”, στον τόμο Δ. Καλτσώνης  – Ν.Κανελλοπούλου-Μαλούχου (επιμ.), Συνταγματικοί και πολιτικοί θεσμοί των Βαλκανικών κρατών, Αθήνα, εκδ. Πεδίο, 2015, σελ. 85 επ., 114.

[27]   Βλ. Μ. Κοππά, Οι μειονότητες στα μετα-κομμουνιστικά Βαλκάνια, Αθήνα, εκδ. Λιβάνη, 1997, σελ. 127, 136-137.

[28]   Βλ. Γ. Σίτου, “Το Σύνταγμα της Αλβανίας” και Γρ. Αυδίκος, “Το Σύνταγμα της Βουλγαρίας μεταξύ σταθερών πολιτικών θεσμών, κοινωνικής παθογένειας και της ενωσιακής πρόκλησης” και Α. Μπρούμας, “Η συνταγματική τάξη της Κροατάς” και Π. Σταυρόπουλος, “Πολιτικοί και συνταγματικοί θεσμοί της ΠΓΔΜ”και Ι. Δημητρακοπούλου, “Τα κύρια χαρακτηριστικά του Συντάγματος της Ρουμανίας” και Ι. Ζαρκαδούλα, “Μια πρώτη κριτική επισκόπηση του νέου Συντάγματος της Δημοκρατίας της Σερβίας”, στον τόμο Δ. Καλτσώνης  – Ν.Κανελλοπούλου-Μαλούχου (επιμ.), Συνταγματικοί και πολιτικοί θεσμοί των Βαλκανικών κρατών, Αθήνα, εκδ. Πεδίο, 2015, σελ. 31, 57, 139, 237, 261-261, 294. Βλ. επίσης Μ. Κοππά, Οι μειονότητες στα μετα-κομμουνιστικά Βαλκάνια, Αθήνα, εκδ. Λιβάνη, 1997, σελ. 93.

[29]   Βλ. Δ. Αρβανίτης, “Πολιτικοί και συνταγματικοί θεσμοί της Σλοβενίας”, στον τόμο Δ. Καλτσώνης  – Ν.Κανελλοπούλου-Μαλούχου (επιμ.), Συνταγματικοί και πολιτικοί θεσμοί των Βαλκανικών κρατών, Αθήνα, εκδ. Πεδίο, 2015, σελ. 31, 57, 139, 237, 261-261, 294. Βλ. επίσης Μ. Κοππά, Οι μειονότητες στα μετα-κομμουνιστικά Βαλκάνια, Αθήνα, εκδ. Λιβάνη, 1997, σελ. 324 σημ. 43.

[30]   Βλ. R. Kartcheva, “L’ impossible lecture “semi-présidentielle » de la Constitution Bulgare”, σελ. 366 επ., 372 επ., στον τόμο Sl. Milacic (dir.), La démocratie consitutionnelle en Europe centrale et orientale, Bruxelles, Bruylant, 1998, σελ.  και Α. Μπρούμας, “Η συνταγματική τάξη της Κροατίας” και Π. Σταυρόπουλος, “Πολιτικοί και συνταγματικοί θεσμοί της ΠΓΔΜ”και Ι. Δημητρακοπούλου, “Τα κύρια χαρακτηριστικά του Συντάγματος της Ρουμανίας” και Ι. Ζαρκαδούλα, “Μια πρώτη κριτική επισκόπηση του νέου Συντάγματος της Δημοκρατίας της Σερβίας” και Δ. Αρβανίτης, “Πολιτικοί και συνταγματικοί θεσμοί της Σλοβενίας”, στον τόμο Δ. Καλτσώνης  – Ν.Κανελλοπούλου-Μαλούχου (επιμ.), Συνταγματικοί και πολιτικοί θεσμοί των Βαλκανικών κρατών, Αθήνα, εκδ. Πεδίο, 2015, σελ. 134, 142-143, 147-148, 231, 239, 258, 282, 310-311.

[31]   Βλ. Καλτσώνης Δ., Κανελλοπούλου – Μαλούχου Ν. (επιμ.), Συνταγματικοί και πολιτικοί θεσμοί των Βαλκανικών Κρατών, Πεδίο, 2015, Αθήνα.

[32]   Βλ. για τα στοιχεία αυτά την Ετήσια Έκθεση για το 2018 της Επιτροπής Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης για την επιτήρηση της εκτέλεσης των αποφάσεων του Ε.Δ.Δ.Α., προσβάσιμη όπως και οι λοιπές ετήσιες εκθέσεις: σε https://www.coe.int/en/web/execution/annual-reports (πρόσβαση 24.08.2020).

[33]           Kuijer M., The right to a Fair Trial: effective remedy for excessively lengthy proceedings (Articles 6 and 13 ECHR), προσβάσιμο στο www.ejtn.eu (πρόσβαση στις 07.10.2015), σ. 2, βλ. περαιτέρω ανάλυση επί αυτού σε Αυδίκος Γ., Η δίκαιη ικανοποίηση για την υπέρβαση της εύλογης διάρκειας της διοικητικής δίκης ν. 4055/2012-ΘΕΩΡΙΑ –ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ –ΕΣΔΑ, Πεδίο, 2016, Αθήνα, σ. 130 επ.

[34]   Χαλκιάς Ι-Κ., Η εφαρμογή των αποφάσεων του Ε.Δ.Δ.Α. ως θεμελιώδης προϋπόθεση σεβασμού της Ε.Σ.Δ.Α., Ομιλία – Παρέμβαση του Προέδρου του ΝΣΚ στην εκδήλωση του Κύκλου Ιδεών για την Εθνική Ανασυγκρότηση με θέμα “Η εφαρμογή των αποφάσεων του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου ως θεμελιώδης προϋπόθεση σεβασμού της ΕΣΔΑ”, στις 17 Ιανουαρίου 2020, προσβάσιμο σε www.nsk.gr (πρόσβαση 24.08.2020).

[35]   Βλ. Δ. Καλτσώνης, “Ο Μαρξ και οι σύγχρονες δημοκρατίες”, Ουτοπία, τευχ. 127, 2018, σελ. 75 επ.

[36]   Βλ. D. Dolenec, “Democratization in the Balkans: The limits of elite-driven reform”, Taiwan Journal of Democracy, vol. 12, No 1, 125 επ.

[37]   Βλ. E. Claro, “Bulgaria: sin esencia de rosas”, Cubadebate, 8/9/2020, www.cubadebate.cu

kommon.gr

Σχόλια (0)

Το email σας δεν θα δημοσιευθεί.