Μεταπολίτευση και Ιστορία

Μεταπολίτευση και Ιστορία

  • |

Από το κεντροδεξιό αφήγημα οι λαϊκές κινητοποιήσεις απουσιάζουν εντελώς, υποβαθμίζονται ή θεωρούνται στοιχεία αρνητικής εξέλιξης. Είναι συζητήσιμο όμως αν η δικτατορία θα είχε καταρρεύσει, με τον τρόπο που κατέρρευσε, χωρίς την αντίσταση και το Πολυτεχνείο, που άνοιξαν ένα τεράστιο καθολικό χάσμα ανάμεσα σ’ αυτήν και την πλειοψηφία και την απονομιμοποίησαν στην Ευρώπη.

Αντώνης Λιάκος

H Μεταπολίτευση είναι ένας από τους τέσσερις πυλώνες της εθνικής συνείδησης στην Ελλάδα, μαζί με το 1821, το 1922 και τη δεκαετία του ’40. Είναι όμως ένα διφυές γεγονός. Αφορά μεν την αποκατάσταση των κοινοβουλευτικών θεσμών, μετά από μια διακοπή επτά χρόνων, είναι όμως και το τέλος της μετεμφυλιακής περιόδου, η στιγμή δηλαδή που η χώρα βγαίνει από ένα μετεμφυλιακό καθεστώς επιτήρησης και τιμωρίας ενός τέταρτου αιώνα. Από την άποψη των πολιτειακών μεταβολών, η μεταπολίτευση, κατά κυριολεξία, είναι το διάστημα από την 24η Ιουλίου 1974 έως την ψήφιση του Συντάγματος του 1975.

Δηλαδή η εγκαθίδρυση της Γ’ Ελληνικής Δημοκρατίας. Από την άποψη όμως των πολιτικών αλλαγών είναι περίοδος μιας δεκαετίας με αιτήματα και λαϊκές κινητοποιήσεις για την υπέρβαση όλων εκείνων των απαγορεύσεων της προηγούμενης περιόδου και τον εκδημοκρατισμό των θεσμών, του πανεπιστημίου, όλων των πεδίων λήψης αποφάσεων. Είναι μια περίοδος αναπεπταμένων προσδοκιών για ευρύ εκδημοκρατισμό της κοινωνίας, ίσως η πιο δημιουργική του 20ού αιώνα. Χωρίς αυτή τη διάρκεια δεν νοείται Μεταπολίτευση. Αυτό το πνεύμα απέκτησε το δικό του σύμβολο στην εξέγερση του Πολυτεχνείου. Γι’ αυτό άλλωστε και ο διπλός εορτασμός: 24 Ιουλίου με την εορτή του πολιτικού κόσμου στο Προεδρικό Μέγαρο, και 17 Νοεμβρίου, με διαδηλώσεις που επικαιροποιούν το πνεύμα του Πολυτεχνείου.

Η Μεταπολίτευση ήταν το πανηγύρι της ελευθερίας για την πλειοψηφία η οποία είχε δείξει την αντίθεσή της, παρά το καθεστώς τρόμου που επιβλήθηκε με μαζικές συλλήψεις και στρατόπεδα συγκέντρωσης για χιλιάδες κόσμο. Για τις γυναίκες ήταν μια νέα περίοδος αγώνων για την ισότητα των φύλων και χρειάζεται να αναδειχθεί το φεμινιστικό πρόσωπο της Μεταπολίτευσης. Η εκπαίδευση βίωσε εντονότερα τον αντίκτυπό της με μεγάλες αλλαγές που την επανασυνέδεαν με τις μεταρρυθμίσεις Παπανούτσου το 1963-64. Υπήρχαν χώροι όμως που δεν γνώρισαν Μεταπολίτευση, όπως η Εκκλησία και το βαθύ κράτος. Στους εργασιακούς χώρους κατακτήθηκε μόνο προσωρινά, σε πολλούς από αυτούς σήμερα τα πράγματα είναι πολύ χειρότερα. Ως προς την ψυχική υγιεινή, το όνειδος της Λέρου θα περίμενε μια δεκαπενταετία για να καταργηθεί.

Διαφορετικά θυμούνται τη Μεταπολίτευση και οι διαδοχικές γενιές. Εκείνες που απέκτησαν συνείδηση του εαυτού τους στην επταετία θυμούνται διαφορετικά πράγματα από εκείνες που συνειδητοποιήθηκαν στις μεγάλες κομματικές συγκεντρώσεις με τις πλαστικές σημαίες της δεκαετίας του ’80. Για τους millennials η Μεταπολίτευση ήταν η εσαεί πραγματικότητα. Και βέβαια η συζήτηση για την εκπλήρωση των αιτημάτων του Πολυτεχνείου και της Μεταπολίτευσης μας συνόδευσαν πολλά χρόνια. Εκπληρώθηκαν οι προσδοκίες ή μένουν ακόμη ανεκπλήρωτες; Να σκεφτούμε με όρους πολιτικού ρεαλισμού, άρα η Μεταπολίτευση δικαιώθηκε και η δημοκρατία εγκαθιδρύθηκε, ή μήπως εμπεριέχει ηθικές (moral) υποθήκες τις οποίες οφείλουμε να εκπληρώσουμε;

Ολες οι εκδοχές της Μεταπολίτευσης συνυπήρχαν ώς την κρίση, η οποία προκάλεσε μια εκτεταμένη κριτική της. Ειδικότερα η δεκαετία του 1980 ενοχοποιήθηκε για την οικονομική κατάρρευση της χώρας. Καταγγέλθηκαν η υποχωρητικότητα απέναντι στα λαϊκά αιτήματα που διόγκωσαν το χρέος και τον δανεισμό, η έλλειψη πειθαρχίας και το γενικότερο ξεχαρβάλωμα της κοινωνίας ως απότοκα της «κουλτούρας της μεταπολίτευσης» και της κυριαρχίας αντι-ιεραρχικών και ισοπεδωτικών ιδεωδών. Αν προηγουμένως οι αμφισβητήσεις του Πολυτεχνείου και οι επιθέσεις εναντίον των δημοκρατικών κατακτήσεων της μεταπολίτευσης είχαν περιθωριακό χαρακτήρα, τώρα γενικεύτηκαν συνθέτοντας μια διαφορετική εκδοχή της πορείας της χώρας.

Για το καινούργιο κεντροδεξιό αφήγημα, που εκφράστηκε κατά καιρούς δημοσίως από προσκείμενους διανοούμενους, η «καχεκτική δημοκρατία» (όρος του Ηλία Νικολακόπουλου) δεν ήταν παρά μια τυπική ψυχροπολεμική δημοκρατία, όπως οι υπόλοιπες στην Ευρώπη. Δεδομένου του Εμφυλίου ήταν και επιεικής. Η «Αποστασία» του 1965 ήταν εκδήλωση των εσωτερικών αντιφάσεων και της διάσπασης της Ενωσης Κέντρου.

Αν μάλιστα επιδεικνυόταν μετριοπάθεια από τα δύο μεγάλα κόμματα και δεν οδηγούσαν τη χώρα σε συνθήκες πόλωσης, θα μπορούσε να αποφευχθεί η εκτροπή. Η δικτατορία δεν οφειλόταν στον στρατό αλλά σε ομάδα επίορκων κατώτερων αξιωματικών. Επιβλήθηκε αναίμακτα (σε σύγκριση λ.χ. με τις πολυαίμακτες λατινοαμερικάνικες δικτατορίες). Δεν υπήρξε ουσιαστικά αντίσταση, ή αυτή περιοριζόταν σε προσωπικότητες και ολιγάριθμες ομάδες. Το Πολυτεχνείο, αντί να ανατρέψει τη δικτατορία, διέκοψε την πορεία μετάβασης σ’ έναν περιορισμένο έστω κοινοβουλευτισμό υπό τον Μαρκεζίνη, οδήγησε σε μια χειρότερη δικτατορία, και ως επιστέγασμα, στο κυπριακό πραξικόπημα και τραγωδία. Επομένως η δικτατορία δεν έπεσε από τους λαϊκούς αγώνες αλλά ήταν θύμα των δικών της σφαλμάτων. Η επανεγκαθίδρυση της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας και η είσοδος στην ΕΟΚ ήταν τα μεγάλα επιτεύγματα της Μεταπολίτευσης και οφείλονται στο ηγετικό κύρος του Καραμανλή. Η αχίλλειός της πτέρνα ήταν η κομματοκρατία και το γενικότερο ξεχαρβάλωμα, η ανομία και η χαλάρωση ηθών η οποία εκτραχύνθηκε επί ΠΑΣΟΚ.

Μια σύγχρονη ιστορική προσέγγιση της Μεταπολίτευσης θα έβαζε πολλές νέες παραμέτρους στην ανάλυση αυτή. Παραμέτρους που έχουν να κάνουν με τη μεγάλη εικόνα -όπως ότι η δεκαετία του ’70 αποτέλεσε το τέλος της μεταπολεμικής ανάπτυξης και μια μεταβατική εποχή στην οικονομία και στην πολιτική των χωρών του ανεπτυγμένου κόσμου- αλλά επίσης με το πνεύμα καθολικών αμφισβητήσεων της δεκαετίας του ’60 και του ’70, καθώς και την αλλαγή του τρόπου ζωής των μεσαίων τάξεων. Θα έφερνε όμως και παραμέτρους που αφορούν μοριακές αλλαγές στον βραχύ χρόνο. Ο κρίσιμος ρόλος του στρατού, όπως η επιστράτευση ηλικιών που αποστρέφονταν ριζικά τη χούντα, μένει ανεξερεύνητη ακόμα πτυχή.

Από το κεντροδεξιό αφήγημα οι λαϊκές κινητοποιήσεις απουσιάζουν εντελώς, υποβαθμίζονται ή θεωρούνται στοιχεία αρνητικής εξέλιξης. Είναι συζητήσιμο όμως αν η δικτατορία θα είχε καταρρεύσει, με τον τρόπο που κατέρρευσε, χωρίς την αντίσταση και το Πολυτεχνείο, που άνοιξαν ένα τεράστιο καθολικό χάσμα ανάμεσα σ’ αυτήν και την πλειοψηφία και την απονομιμοποίησαν στην Ευρώπη.

Η αντίσταση εξάλλου δεν εκφράστηκε μόνο με πολιτικά μέσα. Τείνουμε να υποτιμούμε την πολιτισμική αντίσταση στη δικτατορία, που εκδηλώθηκε στις εκδόσεις και στα διαβάσματα, στο θέατρο, στη μουσική, στις νοοτροπίες, στο γούστο. Η «σύντομη άνοιξη του ’60» και τα Ιουλιανά, η αντίσταση και οι καταλήψεις της Νομικής και του Πολυτεχνείου, καθώς και η κουλτούρα αμφισβήτησης της Μεταπολίτευσης αποτελούν ένα συνεχές με διαφορετικές φάσεις. Τέλος, χωρίς τα κινήματα διαμαρτυρίας και τους λαϊκούς αγώνες της εποχής εκείνης -τους οποίους τείνουμε να τους βλέπουμε κάπως φολκλορικά σήμερα- η Μεταπολίτευση δεν θα μπορούσε να διευρυνθεί σε ένα κίνημα εκδημοκρατισμού που ήταν αδιανόητο να αναστραφεί. Ακόμη και η δημόσια εμφάνιση των κομμουνιστικών κομμάτων προηγήθηκε της νομιμοποίησής τους. Αδιανόητη θα ήταν, χωρίς αυτούς, η ενδυνάμωση και η νίκη του ΠΑΣΟΚ το 1981 -η πρώτη φορά Αριστερά- που βάθυνε τη Μεταπολίτευση. Ας μην ξεχνούμε ότι με το ίδιο πρόγραμμα ο Ανδρέας το 1965-67 είχε θεωρηθεί αιτία της δικτατορίας.

Κάθε ιστορική συζήτηση αφορά το μέλλον. Και η συζήτηση για τη Μεταπολίτευση ακόμη περισσότερο. Η παρουσία μιας λαϊκής υποκειμενικότητας ως πολιτικού παράγοντα εξελίξεων είναι το πολιτικό διακύβευμα. Γι’ αυτό και η υπεραφθονία του αντιλαϊκιστικού λόγου και οι υποτιμητικές εκφράσεις για «αντάρτικα και παϊδάκια». Πρέπει να τεθεί εκτός Ιστορίας, ώστε να μην έχει δυνατότητα να επηρεάσει το μέλλον.

efsyn.gr

Σχόλια (0)

Το email σας δεν θα δημοσιευθεί.