Ανάκαμψη στα όρια… της ύφεσης

Ανάκαμψη στα όρια… της ύφεσης

  • |
Ψαλιδίζει τις «προβληματικές» αισιόδοξες εκτιμήσεις ΔΝΤ και Κομισιόν για το 2023 και επισημαίνει τον κίνδυνο… κανιβαλισμού των χρηματοοικονομικών αποθεμάτων νοικοκυριών και επιχειρήσεων ● Το κρίσιμο μέγεθος της καθαρής δανειακής θέσης του ιδιωτικού τομέα, ο πληθωρισμός και το σταθερά μειούμενο μερίδιο των μισθών στο ΑΕΠ.

Τον κίνδυνο… κανιβαλισμού των χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων νοικοκυριών και επιχειρήσεων ή και αύξησης του χρέους επισημαίνει στη νέα Στρατηγική Ανάλυσή του για την ελληνική οικονομία το ινστιτούτο Levy, του Bard College στη Νέα Υόρκη. Η ανάλυση (την υπογράφουν ο καθηγητής και πρώην υπουργός Οικονομίας Δημήτρης Παπαδημητρίου και οι ερευνητές Νίκος Ροδουσάκης και Gennaro Zezza) υπό τον τίτλο «Ελλάδα: Ανάκαμψη ή μια νέα Υφεση;» περιλαμβάνει σημαντικές αποκλίσεις στις προβλέψεις για την ανάπτυξη για το 2023 και 2024 από αυτές του ΔΝΤ, της Κομισιόν, της Τράπεζας της Ελλάδος και άλλων οργανισμών.

Η ανάλυση του Levy επισημαίνει ότι στα δύο πρώτα τρίμηνα του 2022, για τα οποία υπάρχουν οριστικά στοιχεία, η ελληνική οικονομία ανέκτησε μεγάλο μέρος του εδάφους που έχασε κυρίως το 2020 λόγω της πανδημίας, αλλά για να μείνει σε αναπτυξιακή τροχιά πρέπει να αξιοποιήσει γρήγορα και σε έργα που αυξάνουν την παραγωγική ικανότητα της χώρας τους πόρους του Ταμείου Ανάκαμψης.

Κι αυτό για να αντισταθμίσει τις πολύ πιο αδύναμες και απαισιόδοξες προβλέψεις για την ανάκαμψη το 2023 και το 2024, στις οποίες φυσικά αποτυπώνεται η –κυρίως εισαγόμενη– πληθωριστική κρίση. Σύμφωνα με το βασικό σενάριο της Ανάλυσης, το πραγματικό ΑΕΠ της χώρας θα αυξηθεί 1,6% το 2023 και 1% το 2024, περίπου μία ποσοστιαία μονάδα κάτω από τις αντίστοιχες προβλέψεις ΔΝΤ, Ε.Ε., ΤτΕ. Στο δυσμενές σενάριο, όμως, της ανάλυσης η μεταβολή του πραγματικού ΑΕΠ περιορίζεται σε 0,8% και 0,3% για τα δύο επόμενα έτη αντίστοιχα.

Πρακτικά, σε αυτό το δυσοίωνο σενάριο, που κινείται επικίνδυνα κοντά σε ύφεση, το Levy εκτιμά ότι «θα προκληθεί πολύ μεγαλύτερη πτώση στα οικονομικά στοιχεία των νοικοκυριών, ενώ επίσης θα υπάρξει μεγάλος κίνδυνος για την επιβίωση των μικρομεσαίων επιχειρήσεων. Το πιο σημαντικό όμως είναι ότι η επιδείνωση των ελλειμμάτων του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών προμηνύει αρνητικές προοπτικές σχετικά την εξυπηρέτηση του χρέους του δημόσιου τομέα, ιδίως ύστερα από μια ενδεχόμενη αύξηση των επιτοκίων».

Προβλέψεις

Αυτός είναι και ο λόγος που οι ερευνητές του Levy χαρακτηρίζουν, μάλλον ευγενικά, «κάπως προβληματικές» τις πρόσφατες προβλέψεις του ΔΝΤ και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την Ελλάδα. Παρότι οι προβλέψεις τους για αύξηση του ΑΕΠ κατά 2,4%-2,6% μπορεί να μην είναι στατιστικά άστοχες με τα μέχρι στιγμής δεδομένα (αν και σε κάθε αναθεώρησή τους ψαλιδίζονται), βρίσκονται σε αντίφαση με ένα κρίσιμο μέγεθος που δεν περιλαμβάνεται στους… σταρ της μακροοικονομικής στατιστικής: την Καθαρή Απόκτηση Χρηματοοικονομικών Στοιχείων Ενεργητικού ή NAFA (Net Acquisition of Financial Assets).

Ουσιαστικά, όπως εξηγούν οι αναλυτές του Levy, πρόκειται για την καθαρή δανειακή θέση του ιδιωτικού τομέα, που πρέπει να αντικατοπτρίζει το άθροισμα του καθαρού δανεισμού της κυβέρνησης συν το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών. «Οταν η NAFA είναι αρνητική, ο ιδιωτικός τομέας στο σύνολό του πληρώνει στους άλλους τομείς περισσότερα από όσα λαμβάνει, και επομένως είτε εξαντλεί το απόθεμα χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων του είτε αυξάνει το απόθεμα χρέους του».

Επομένως, είναι το υπόρρητο ερώτημα που προκύπτει από την επισήμανση του Levy, πώς γίνεται να μειώνεται ο καθαρός δανεισμός του Δημοσίου, να επιδεινώνεται η καθαρή δανειακή θέση επιχειρήσεων και νοικοκυριών (-4,3% κατά το ΔΝΤ, -5,4% κατά την Κομισιόν το 2023), που σημαίνει ότι θα τρώνε από τα έτοιμα για να επιβιώσουν, αλλά ταυτόχρονα να διατηρείται ρυθμός ανάπτυξης 2,5%; Γι’ αυτό και το Levy στις δικές του προβλέψεις υπολογίζει τη NAFA σχεδόν στο διπλάσιο για το επόμενο έτος (8,4% του ΑΕΠ κατά το βασικό σενάριο, 9,2% κατά το δυσμενές). Και σε αυτό συνίσταται και η δική μας εισαγωγική παρατήρηση για τον κίνδυνο… κανιβαλισμού των χρηματοοικονομικών αποθεμάτων του ιδιωτικού τομέα. Δηλαδή των αποταμιεύσεων των νοικοκυριών και των αποθεμάτων ρευστότητας των επιχειρήσεων, ιδιαίτερα αυτών που δεν πλέουν σε πελάγη… υψηλής κερδοφορίας, όπως συμβαίνει με τις περισσότερες εισηγμένες επιχειρήσεις.

Μισθοί

Κατά τα λοιπά, αξιοσημείωτη είναι η επισήμανση του Levy ότι ο εγχώριος πληθωρισμός –δηλαδή οι ανατιμήσεις πέραν του εισαγόμενου πληθωρισμού– μέχρι στιγμής δεν έχει κάνει έντονα την εμφάνισή του και δεν συνοδεύεται από αύξηση των μισθών. Ο δείκτης μισθών της ΕΛΣΤΑΤ δείχνει μείωση 2% το πρώτο τρίμηνο φέτος έναντι του ίδιου τριμήνου πέρσι, «γεγονός που καθιστά τα νοικοκυριά χαμηλού και μεσαίου εισοδήματος πιο ευάλωτα στα αυξανόμενα επίπεδα τιμών».

Οπως φαίνεται και στο γράφημα που παραθέτουμε, το μερίδιο των μισθών στο ΑΕΠ αυξήθηκε προσωρινά στη διάρκεια του λοκντάουν, προφανώς χάρη και στα επιδόματα αναστολής, αλλά από εκεί και πέρα μειώνεται σταθερά. Αυτό σημαίνει ότι σε περίοδο υψηλού πληθωρισμού, εάν οι μισθοί δεν αυξηθούν ανάλογα, το μερίδιο των μισθών στο ΑΕΠ θα συνεχίσει να μειώνεται, με ό,τι αυτό σημαίνει για την επιβίωση των νοικοκυριών και τη συρρίκνωση του πραγματικού εισοδήματος των μισθωτών, αλλά και την κατανάλωση στην οποία στηρίζουν κυβέρνηση και οργανισμοί τις αισιόδοξες εκτιμήσεις τους για αύξηση του ΑΕΠ και το 2023.

Τέλος, η ανάλυση τού Levy εκφράζει την ανησυχία του για την «αξιοπιστία των στοιχείων για την ανεργία στην Ελλάδα» που απορρέει από την πολύ μεγάλη διαφορά του αριθμού των ανέργων που αναφέρουν οι δύο αρμόδιοι κρατικοί φορείς. Η πρόσφατη έρευνα της ΕΛΣΤΑΤ εκτιμά τους άνεργους σε 569.609, ενώ η ΔΥΠΑ (πρώην ΟΑΕΔ) τους υπολογίζει σε 944.000.

efsyn.gr

Σχόλια (0)

Το email σας δεν θα δημοσιευθεί.