Τουρκικοί πύραυλοι και κυβερνητικά παραμύθια

Τουρκικοί πύραυλοι και κυβερνητικά παραμύθια

  • |

Μόνο στην παρακμιακή ελληνική δημόσια σκηνή, η δοκιμή του τουρκικού πυραύλου Tayfun εμφανίζεται ως πρόκληση προς τη δική μας πλευρά, λες και η Τουρκία είναι υποχρεωμένη να καταστρέψει τη δική της αμυντική βιομηχανία, επειδή το κάναμε και εμείς. Προσωπικά, ανήκουμε σε αυτούς που υποστηρίζουν σχεδόν μονότονα ότι το μείζον πρόβλημα της πατρίδας μας δεν είναι άλλο από την εξάρτηση από ξένες δυνάμεις, οι οποίες συμπράττουν με το ντόπιο, παρασιτικό και αντικοινωνικό κατεστημένο, μέσα σε ένα νεοαποικιακό πλαίσιο. Η τουρκική πλευρά έχει μια επιθετική και αναθεωρητική στρατηγική έναντι του ελληνισμού αλλά είναι οι δικές μας «ελίτ» που τον έχουν φέρει σε θέση στρατηγικής αδυναμίας.

Θέμης Τζήμας

Η δοκιμή του τουρκικής παραγωγής πυραύλου Tayfun, για κάποιον ακατανόητο λόγο φάνηκε να αιφνιδιάζει το πολιτικό, μιντιακό, ακαδημαϊκό κατεστημένο μας. Και όμως: η τουρκική πλευρά με συνέπεια έχει κατορθώσει να φτιάξει μια πολύ δυναμική, εγχώρια αμυντική βιομηχανία, παρά τα όποια προβλήματά της, τα οποία ανοήτως και αφελώς χλευάζουμε ή διεκτραγωδούμε. Τo 2022, είδε τρεις εταιρείες της να μπαίνουν στη λίστα με τις 100 καλύτερες αμυντικές βιομηχανίες του κόσμου. Για την Ελλάδα είναι αστείο και συνάμα θλιβερό ακόμα και να ρωτάμε πού βρίσκονται οι αντίστοιχες εταιρείες μας.

Και όμως: δεν ήταν πάντα έτσι, ούτε είναι μοιραίο να είναι έτσι. Διαθέταμε ναυπηγεία και αμυντική βιομηχανία, η οποία σε αρκετούς τομείς πρωτοπορούσε διεθνώς.

Είχαμε ξεκινήσει έρευνες για μη επανδρωμένα οχήματα. Εξήγαμε οπλισμό σε κράτη της Μέσης Ανατολής και όχι μόνο. Επίσης με προβλήματα, ακόμα και πολλά. Αλλά υπήρχαμε στον αμυντικό τομέα, με σημαντικά βήματα αυτονόμησης από τους διαρκείς εξοπλισμούς έξωθεν, κατάκτησης εγχώριας επάρκειας τουλάχιστον σε αρκετά οπλικά συστήματα, καινοτομίας και εξαγωγών. Προφανώς, ούτε η ξένη πατρωνία, ούτε ο εγχώριος παρασιτισμός ανέχονται τέτοιες καταστάσεις. Αφενός, γιατί οι εισαγωγές οπλικών συστημάτων σηματοδοτούν την απόλυτη αμυντική εξάρτηση και επομένως εξάρτηση της εσωτερικής και εξωτερικής πολιτικής, αφετέρου γιατί η μίζα, η διαπλοκή, η διαφθορά και ο παρασιτισμός γιγαντώνεται όταν τα αγοράζεις όλα απ’ έξω.

Δεν είναι τυχαίο ότι κατά τη διάρκεια της οκταετίας 1981-1989, σύμφωνα με τα στοιχεία της Παγκόσμιας Τράπεζας, οι εισαγωγές οπλικών συστημάτων αποκλιμακώνονταν διαρκώς. Παρόλα αυτά, το 1987 έχουμε την πλέον πετυχημένη διαχείριση κρίσης με την Τουρκία. Πριν και μετά, η τάση αύξησης των εισαγωγών παραμένει υψηλότατη και παρόλα αυτά μετράμε ήττες, τόσο πριν (το 1974), όσο και μετά (το 1996). Την ίδια στιγμή έχουμε μια διαρκή αποκλιμάκωση των συνολικών αμυντικών δαπανών ως ποσοστού του ΑΕΠ, το οποίο σημαίνει ότι οι δαπάνες για την εγχώρια αμυντική βιομηχανία διαρκώς συρρικνώνονται.

Με όλο το κατεστημένο (εξωτερικό και εγχώριο) να βυσσοδομεί κατά της δυνατότητας άσκησης αυτόνομης εξωτερικής και αμυντικής πολιτικής, δεν είναι καθόλου περίεργο ότι πρώτα ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης την περίοδο ’90-’93 και κατόπιν ο Κωνσταντίνος Σημίτης στην οκταετία του αλήστου μνήμης «εκσυγχρονισμού», αποφάσισαν να γκρεμίσουν την εγχώρια αμυντική βιομηχανία, ώστε το πάρτι να καταστεί ανεξέλεγκτο. Τα αποτελέσματα υπήρξαν καταστροφικά: το πρώτο είναι ότι το κόστος των εισαγομένων εξοπλισμών οδηγεί σε αφοπλισμό δια του υπερεξοπλισμού. Δεν μπορείς να έχεις παραγωγική ικανότητα εν μέσω μακρόχρονης εμπλοκής, όταν εισάγεις τα πάντα και δεν μπορείς να εισάγεις διαρκώς, πανάκριβες πλατφόρμες. Έπειτα, είναι ότι με κάθε οικονομική κρίση, η ικανότητα διατήρησης του αξιόμαχου των ενόπλων δυνάμεων καταρρέει, όπως φάνηκε και κατά την περίοδο των μνημονίων.

Τρίτον, αναγκάζεσαι να αγοράζεις ό,τι σου πουλάνε – και σου πουλάνε ιδίως οι ΗΠΑ εκείνα τα οπλικά συστήματα τα οποία συνάδουν με τις δικές τους ανάγκες στην Ανατολική Μεσόγειο και όχι με τις ελληνικές, στις ποσότητες τις οποίες οι ΗΠΑ θέλουν να πουλήσουν, με βάση τους δικούς τους διεθνοπολιτικούς σχεδιασμούς. Κοινώς, οι εξοπλισμοί μας πάντα τίθενται στη «βάσανο» της μη διατάραξης των σχέσεων ΗΠΑ-Τουρκίας, χωρίς να συμβαίνει το ίδιο και για την Τουρκία. Τέταρτον, ακόμα και τώρα που υποτίθεται ότι βρισκόμαστε σε ένταση με την Τουρκία, η αμυντική βιομηχανία καρκινοβατεί μεταξύ αδιαφανών ιδιωτικοποιήσεων και μονίμως χωλαινόντων ναυπηγείων, χωρίς ίχνος εθνικού αμυντικού σχεδιασμού. Πέμπτο, όπως και ο παρών πόλεμος ΝΑΤΟ-Ρωσίας στην Ουκρανία αποδεικνύει, δεν είναι τα λίγα «θαυματουργά» όπλα εκείνα τα οποία κρίνουν έναν πόλεμο, αλλά οι εφεδρείες και τα πολλά, διαθέσιμα, φτηνά όπλα, που εξαντλούν τα αποθέματα του αντιπάλου.

Με άλλα λόγια, ο τουρκικός πύραυλος δεν είναι πρόκληση. Πρόκληση είναι ο τρόπος με τον οποίο το κατεστημένο, ξένο και εγχώριο, σε σύμπραξη, διαλύει επί χρόνια την αμυντική μας ικανότητα. Τα υπόλοιπα είναι φτηνή προπαγάνδα για να συνεχίζεται το φαγοπότι.

/kosmodromio.gr

Σχόλια (0)

Το email σας δεν θα δημοσιευθεί.