Αλληλεγγύη στις καταθλίψεις!

Αλληλεγγύη στις καταθλίψεις!

  • |

Είπα να πάω. Κάθε χρόνο πάω, ας ξαναπάω. Αφού πάω, να μην πάω; Ε, πήγα. Τι το ‘θελα;… Που όσο μετράνε το ρεύμα μας, τόσες ψήφοι να τους λείψουν Παναγία μου! Που περίδρομος να τους κόψει και χαράμι να τους γίνει! Κάρτα να στέλνουν με τα ΕΛΤΑ των άμεσων αναθέσεων και ποτέ να μη φτάνει! Να κοκκινίζουν τα δάνειά τους κι ούτε ο Πάτσης να μην τους σώζει! Μπα κακό χρόνο, που κακό σπυρί στον απαυτό μας έγιναν και καθισιό τρία χρόνια τώρα δεν έχουμε χαρεί – όλο μάς τρώει και μας πονάει το βρομόσπυρο.

Νόρα Ράλλη

Τα πάντα διαλύουν. Εως να ξαναβγούν και να μη μείνει κολυμπηθρόξυλο. Γιατί αν ξαναβγούν, όχι καμένη γη, μήτε ρίζα δεν θα μείνει… Οχι, δεν έχω νεύρα. Εχω δίκιο!

Εξηγούμαι: Είπαμε πως είπα να πάω. Ωραία η Σαλονίκη, έχει και τον Θερμαϊκό, έχει και το Φεστιβάλ, έχει και τα τσουρέκια της Αψογοτάτης, μέχρι και ο βασιλιάς της Ολλανδίας πήγε, εγώ να μην; Κάπως καλό το θυμόμουν το τρένο πριν από λίγα χρόνια, είπα να πάω με τρένο. Εχει πλέον, λέει, και το «γρήγορο»! Με πρώτη θέση και τα όλα του! Που μαύρη η ώρα κι η στιγμή – όλα τα έχουν διαλύσει, άμα σε λέω… Κατ’ αρχάς, τι εννοούνε «γρήγορο» δεν ξέρω. Τρία τέταρτα άργησε να φτάσει, όλοι βρίζανε πως συνέχεια αυτό συμβαίνει και σαν ρώτησα (γιατί ρωτάω κιόλας, δεν το βουλώνω, να πάω από κει που ‘ρθα να ησυχάσουμε), ο μηχανοδηγός μού απάντησε πως «γίνονται καθυστερήσεις, λόγω κίνησης». Τον κοιτάω καλά καλά. «Λόγω κίνησης;», ρωτάω πάλι. «Λόγω κίνησης», μου ξαναλέει, με πιο μπάσα φωνή αυτή τη φορά. Θα έχει πολλά μυγάκια στη διαδρομή, σκέφτηκα, κι απομακρύνθηκα μην ακούσει κι αυτός τα εξ αμαξοστοιχίας.

Κατά δεύτερον, «πρώτη θέση» στα τρένα που έχει αποδιαλύσει για τα καλά ο Μητσοτάρχας δεν υπάρχει. Κι όταν λέμε δεν, εννοούμε δεν. Πληρώνεις σαν να, αλλά δεν. Ο ένας πάνω στον άλλο. Ολοι μαζί μες στο βαγόνι, λίγο παχύτερος να είσαι δεν χωράς ούτε για πλάκα, κάπως ψηλότερος να ‘σαι, το ξεχνάς! Πας να θες να κουνηθείς και σκουντάς τον διπλανό. Πάει να ξύσει τ’ αυτί του (ο διπλανός) και σε κοπανάει στο μάτι. Τέτοιες ομορφιές… Το καταπίνω κι αυτό – τι να κάνω;

Αλλά, βλέπεις, το Σύμπαν δεν σκαμπάζει από ξεροκαταπήματα. Απέναντί μου κάθονται, ποιες λες; Δυο γιατρίνες! (Ρε Σύμπαν, το καταλάβαμε! Χρόνια τώρα το ‘χουμε λάβει το μηνυματάκι σου – μήπως να σταματήσεις να μας το στέλνεις; Κάπου ώπα, δηλαδή, μπάστα, σώνει!) Κατ’ αρχάς έκαναν ό,τι ήταν δυνατόν για να καταλάβει όλο το βαγόνι πως είναι γιατρέσες.

Τι για ένα συνέδριο που πήγαιναν, φώναζαν, τι για τους ασθενείς τους (στέλνω τα ειλικρινά μου συλλυπητήρια στους ανθρώπους) έλεγαν, τι για τα μούλικα που έχουν και πως «κάθεται λάθος ο Γιαννάκης μου σαν διαβάζει και του το λέει η δασκάλα πως “δεν πρέπει να κάθεσαι έτσι, Γιαννάκη. Θα καμπουριάσεις και πώς θα γίνεις μετά τσολιάς στ’ ανάκτορα;”» συζήταγαν (τι ζω; Τι ζω!), τι για τα φακελάκια που έδωσαν σε συνάδελφο έλεγαν, γιατί κάποιος δικός τους αρρώστησε και πως αυτός δεν ζητάει φακελάκι βέβαια, αλλά άλλο δεν ζητάει, άλλο δεν δέχεται. Εκεί πια το ‘νιωσα: φρέναραν τα φρένα μου, γράσαραν τα νεύρα μου. Ασε που ήταν σαν τις αδερφές της Κεραμέως. Οπως σ’ το λέω: ίδιες! Τα δε χέρια τους, εντελώς παπαδοχέρια: μωρέ ούτε θερμόμετρο δεν έχουνε πιάσει – να την ακούς τη γραία.

Με τα πολλά, φτάσαμε. Περπατώντας στην πόλη μπας και συνέλθω, το βλέπω γραμμένο σε τοίχο: «Αλληλεγγύη στις καταθλίψεις!».

Να μου το θυμηθείς: σε λίγο, μήτε τοίχο δεν θα ‘χουμε για συνθήματα. Θα τους έχουνε γκρεμίσει, πουλήσει ή βάψει με τις χουντομπογιές του Μπακοζάν που πάνω τους δεν πιάνει μελάνι. Πάνε και οι τοίχοι, πάει και η ιστορία τους – να την ακούς τη γραία.

Οχι τίποτε άλλο, ώρες ώρες, είναι και οι μόνοι που με νιώθουν…

efsyn.gr

Σχόλια (0)

Το email σας δεν θα δημοσιευθεί.