Μια απλή μαρτυρία ,που τη γνωρίζουν μόνο όσοι ήταν εκεί…, της Χαράς Τρουλινού

Μια απλή μαρτυρία ,που τη γνωρίζουν μόνο όσοι ήταν εκεί…, της Χαράς Τρουλινού

  • |
Την Παρασκευή το απόγευμα βγήκαμε και πήγαμε γρήγορα στο σπίτι για ένα μπάνιο, 3 μέρες απλητοι . Εξάλλου δίπλα ήταν Μπενάκη 100.
Η μητέρα μου μας έδωσε μια παλιά γκρίζα κουβέρτα, που την εβαζε στο τραπέζι πάνω για να σιδερωνει, δεν είχαμε τότε σιδερωτηρια, και μας είπε:Πάρτε τη για το βράδυ , ολοκρυοτοι είστε, δύο βράδια άυπνοι.
Και μια τσάντα λεμόνια, που μας είπαν , ότι ήταν καλά να τα μυρίζετε , όταν πέφτουν τα δακρυγόνα.
“”Να προσέχετε παιδιά μου””
Τίποτα άλλο. Τι άλλο θα μπορούσε να μας πει μια Επονιτισα μάνα?
“”Έλα, ρε μάνα , παιδιά είμαστε?””
Ίσα ίσα που προλάβαμε και μπήκαμε μέσα, πριν κλείσουν για βράδυ οι πόρτες.
Η ατμόσφαιρα ήταν βαριά απόψε.Στεκομουνα με τον αδελφό μου, τον Θεοφιλο , τη Φώφη, τον Δημόπουλο,δε θυμάμαι πια με πόσους άλλους.Η κούραση από το ξενύχτι δύο ημερών, τα βράδυα στις συνελεύσεις, και το πρωί οι φωνές και τα συνθήματα, είχε κάνει την εμφάνιση της.
Ήξερα ότι είχα πάει εκεί με την ψυχή μου.
Κανείς δε θα μπορούσε να με πείσει να αποχωρήσω.
Δεν μπορούσα να χωνέψω την άποψη της προβοκάτσιας.Δεν θέλω να μιλήσω για αυτά.
Όμως να ξέρετε τα βράδια στις συνελεύσεις κι εκείνη ακόμα την ώρα χωρισμένοι είμαστε.
Τα δακρυγόνα έπεφταν από νωρίς.Αναβαμε φωτιές και χυναμε νερά. Μια λασπουρια όλα.Ο Λαλιώτης έκανε διαπραγματεύσεις στην κεντρική πύλη.
Τότε ήρθε η Νάντια (Βαλαβάνη) και μου είπε:
Θα πιάσετε μπράτσο με μπράτσο ,τα Κρητικακια μπροστά στη μικρή πόρτα ,που θα ανοίξει σε λίγο, που ήταν δίπλα στη μεγάλη πύλη. Θα κάνετε διάδρομο, περιφρουρημενο, και θα περάσουν λίγα φορεία με τραυματίες που έχουμε.
Εσείς ότι και να γίνει, ότι και να δείτε ,θα τραγουδάτε “το γελαστό παιδί”.
Θυμάμαι πιαστηκαμε με το Θεόφιλο και τη Φώφη, Ταμιωλακη, και αρχίσαμε να τραγουδάμε.
Πόσο θαθελα να υπήρχε κάπου ένα μαγνητόφωνο, και να το ‘ χε γράψει.
Να ακούσετε πως τραγουδούσαν κάποια εικοσάχρονα, με μια φωνή που δε βγαίνει , γιατί είχε κλείσει πια 3 μέρες από τα συνθήματα και τα τραγουδια, για τα γελαστά παιδιά, που είχε παγώσει πια το χαμόγελο στο πρόσωπο τους. Πώς τραγουδάει κάποιος χωρίς φωνή!!!
Ψωμί παιδεία Ελευθερία!
Πότε θα κάνει ξαστεριά!!!
Μπροστά μας πέρασαν τα φορεία. Τα φέρετρα θα πρεπε να πω καλύτερα.
Γιατί ήταν σκεπασμένα τα πρόσωπα με σεντόνια?
Γύρισα και ρώτησα το Θεόφιλο.
Κοιταχτηκαμε. Δε μιλήσαμε.
Παγωσαμε προς στιγμήν.
Πεισμωσαμε.Και συνεχίσαμε να τραγουδάμε πιο δυνατά.
Πολύ αργότερα το τανκ άναψε τα φώτα του, και καταλάβαμε ότι θα έμπαινε μέσα.
Τραβηχτηκαμε βίαια πίσω.
Εκεί λύθηκαν τα χέρια μας με το Θεόφιλο. Δεν τον ξαναείδα. Χαθήκαμε.
Η πόρτα έπεσε πάνω στο αμάξι του πρύτανη.
Ήμουν τέσσερα μέτρα πίσω,κι όλα τα παιδιά, που ήταν στα κάγκελα δεξιά κι αριστερά της πόρτας τραβήχτηκαν και προχωρούσαν στον κεντρικό διάδρομο της αυλής.
Γλυστρησα στη λάσπη κι έπεσα κάτω.
Με πατούσαν και σκεφτόμουν δύο πράγματα.
α) Τώρα θα πεθάνω
β) Αν κατορθώσω , να στηριχτώ στα χέρια μου, και να κάνω έτσι με το κορμί μου ένα κεκλειμενο επίπεδο μπορεί και να ζήσω, γιατί δε θα μου πατήσουν το κεφάλι.
Κατάφερα και το κανα.
Με πατούσαν παντου , μέχρι τη μέση, και μετά καταλάβαιναν εκεί κάτω είναι άνθρωπος , κι είτε σκουντουφλουσαν κι έπεφταν , είτε με πηδούσαν.
Όταν πέρασε κι ο τελευταίος, και μπήκε και το τανκ και σταμάτησε , πίσω μου, σηκώθηκα σιγά σιγά με όση δύναμη μου είχε μείνει.
Τα είχα χάσει όλα. Δεν είχα τίποτα. Την κουβέρτα, το ταγαρι μου, που μέσα είχε την ταυτότητα μου, τα κλειδιά μου, το πορτοφόλι , την ατζέντα μου… Καταλαβαίνετε τι σήμαινε αυτό. Τι απειρία , να πηγαίνω σε κατάληψη , κρατώντας όλα αυτά επάνω μου.Τα ρούχα μου ήταν όλα μια λάσπη.
Αλλά εμένα , αυτό που με απασχολούσε εκείνη την ώρα, ήταν ότι είχα χάσει τα μυωπικα γιαλιά μου, που μου έπεσαν πεφτοντας και δεν είχε μείνει ούτε ίχνος.
Δεν εβλεπα τη μύτη μου.
Σκουντουφλοντας έφτασα στο αριστερό κτίριο , που είχαν μαζευτεί παιδιά, και ειπα στο διπλανό μου άγνωστο νεαρό.
– Μπορω να σε κρατώ από το χέρι, αν δε μας σκοτώσουν, για να βγούμε εξω , γιατί δε βλέπω τίποτα χωρίς γιαλιά?
Και μου είπε:
Βεβαίως . Πιάσου
από το μπράτσο μου.
Μη φοβάσαι τίποτα.
Έχω μαύρη ζώνη καράτε.
Χαχαχαχα! Γελάω τώρα!
Θυμάμαι ότι και τότε γέλασα. Και σκέφτηκα.
Φαίνεται πρώτη φορά , του ζήτησε κορίτσι να τον πιάσει από το χέρι.
Τώρα συλλογιζουμε ότι και στις πιο δύσκολες στιγμές της ζωής μου, πάντα υπήρχε
παραδίπλα το γέλιο.
Κι επίσης έχω ένα φίλο καλό, που όταν του λέω κάποιο πρόβλημα, πάντα μου λέει ήρεμα: “Μη φοβάσαι
τίποτα. Μη φοβάσαι. “
Περίεργη που ‘ναι η ζωή.
Έτσι λοιπόν αυτό το νεαρό παιδί, με οδήγησε έξω.
Δεν ξέρω ποιος είναι.
Ούτε αν ζει.
Βγηκαμε από την κεντρική πύλη, σκονταφτοντας, στα κάγκελα, στο αυτοκίνητο.
Όσοι βγηκαν από τις πλαϊνές , τους περίμεναν οι κλούβες. Συνελήφθηκαν όπως κι ο Θεόφιλος, που βγήκε απ’ την Τοσίτσα.
Καταφέραμε και φθάσαμε σε μια πολυκατοικία, που είχε την πόρτα της ανοιχτή , στη Στουρνάρα , και στοιβαγχτηκαμε σ’ ένα φιλόξενο διαμέρισμα και στο διπλανό, που έγραφε στο κουδούνι, Τραϊφόρος, Βέμπο.
Δεν θα συνεχίσω άλλο….
Ίσως δεν έπρεπε να γράψω ούτε αυτά.
Ίσως έπρεπε να γράψω μόνο.
ΤΟ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ ΖΕΙ!
Ο ΑΓΩΝΑΣ ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ!!!
Χαρα Τρουλλινου
.kommon.gr/

Σχόλια (0)

Το email σας δεν θα δημοσιευθεί.